Μέσα σε εκείνη την εκκωφαντική σιωπή, που έμοιαζε λες κι ακινητοποιήθηκε ο κόσμος, η Άννα άκουγε την καρδιά της να σφυροκοπά μέσα στο στήθος της. Με την ματιά του στυλωμένη επάνω της και τα μέλη της μουδιασμένα από την ταραχή και την έκπληξη, η μόνη σκέψη που πρόλαβε να περάσει από το μυαλό της, ήταν να σκεπάσει με το μαντήλι της το σημάδι στο πρόσωπο. Ήθελε να φύγει και να κρυφτεί, αλλά ήταν πια αργά. Καθώς την πλησίαζε, σκέφτηκε πόσο όμορφος ήταν, τα μάτια του μεγάλα κι εκφραστικά, στέρνο φαρδύ, μαυρισμένο από τον ήλιο, μαλλιά πλούσια που χάιδευαν ατημέλητα το μέτωπο. Η ψυχή της σκίρτησε, τα χείλια της έτρεμαν, αυτό ήταν λοιπόν η αγάπη; Μια πνοή Θεού που φυσάει και ζωντανεύει τα πάντα!
– Καλημέρα. Με λένε Αλέξανδρο, της είπε και της άπλωσε το χέρι. Η φωνή του ήταν καθαρή, στέρεα, χρωματισμένη με καλοσύνη.
Η κοπέλα τον κοίταξε κατάματα, δίστασε λίγο κι ύστερα, κάνοντας πως δεν είδε την προτεταμένη του παλάμη, κατέβασε ντροπαλά την ματιά της. Μετά, είπε σιγανά:
– Αννιώ. Άννα δηλαδή. Το όνομά μου είναι Άννα.
Ένα κοκκίνισμα πέρασε σαν κύμα από τα μάγουλά της κι ήταν η πρώτη φορά που ο Αλέξανδρος παρατήρησε το σημάδι της. Έμοιαζε σαν ένα ροζ τριαντάφυλλάκι που άνθισε πάνω στην σταράτη, ολόδροση επιδερμίδα. Από την απότομη κίνηση που έκανε να κρύψει το πρόσωπό της, ο Αλέξανδρος κατάλαβε ότι αυτό το σημάδι θα ήταν αιτία μεγάλης ντροπής ή θλίψης στην καρδιά της κοπέλας. Να ήταν ίσως αυτός ο λόγος που δεν κατάφερε να την συναντήσει πιο νωρίς σε έναν τόπο μια σταλιά; Ένιωσε αμέσως μια προστατευτική στοργή να γεννιέται μέσα του, μαζί με τη λαχτάρα να την πάρει στην αγκαλιά του. Αντί αυτού, της είπε απλά:
– Αρέσουν και σε εσάς οι περίπατοι στην ακροθαλασσιά;
Με μια αδιόρατη κίνηση, του έγνεψε «ναι».
Κι άλλα ήθελε να του πει, λαχταρούσε να του ανοίξει την καρδιά της. Λαχταρούσε να του πει πως έψαχνε την ομορφιά και την χαρά γύρω της, στην θάλασσα κυρίως, αλλά και παντού στην φύση, οπουδήποτε έξω από εκείνη και την μίζερη ύπαρξή της, αφού το πρόσωπό της την απωθούσε. Ήταν για εκείνη, φυλακή και καταδίκη της. Πως προτιμούσε να μένει κρυμμένη από τους ανθρώπους, γιατί τα βλέμματά τους ήταν γεμάτα οίκτο και την βύθιζαν σε απελπισία. Πως προσπαθούσε να κρυφτεί κι από εκείνον, κυρίως από εκείνον, γιατί αν την αντίκριζε και διάβαζε στα μάτια του την καταφρόνηση, δεν θα την άντεχε πια την ζωή της. Αλλά οι λέξεις κόμπιαζαν, τα λόγια στριμώχνονταν μέσα της κι έτσι η Άννα αρκέστηκε στο να του χαμογελάσει συνεσταλμένα.
Έγινε μια μικρή σιωπή κι ο Αλέξανδρος έψαξε γρήγορα κάτι να βρει να πει, μην τυχόν και εξαφανιστεί και πάλι η μυστηριώδης κοπέλα στα σοκάκια του νησιού, σαν αερικό.
– Μένω στο πέτρινο δίπατο, στην άκρη της προκυμαίας, της είπε εύθυμα. Εδώ γεννήθηκα, αλλά έφυγα πολύ μικρός από το νησί. Επέστρεψα φέτος, μετά από είκοσι χρόνια με τον πατέρα μου. Δεν ξέρω αν γνωρίζετε την οικογένεια μου. Λέγομαι…
– Δενδρινός. ξέφυγε της Άννας μελαγχολικά. Ξέρω ναι, το αρχοντικό… συμπλήρωσε άτονα.
Γιατί αλίμονο! Και ποιος δεν ήξερε το «παλάτι» των Δενδρινών, το μοναχικό και μυστηριώδες; Χτισμένο κυριολεκτικά πάνω στην θάλασσα, με την τεράστια φαρδιά βεράντα και τα μαρμάρινα σκαλιά; Την αυλή με τα περίτεχνα «βοτσαλωτά»* στην μέση του παραδεισένιου περιβολιού με τις κυδωνιές και τις ροδιές; Ποιος δεν είχε σταματήσει ξανά και ξανά για να θαυμάσει την τοξωτή αυλόπορτα με τα διακοσμητικά και το οικόσημο της πιο παλιάς και πιο πλούσιας οικογένειας του τόπου; Και ποιος δεν είχε αναρωτηθεί αν άραγε θα έμενε για πάντα κλειστό ή θα επέστρεφαν ποτέ οι ιδιοκτήτες του; Ο θάνατος της γιατρέσσας, ήταν η στιγμή που πάγωσε το χρόνο για τον γιατρό και τον μοναχογιό του, που ήταν και οι τελευταίοι απόγονοι της οικογένειας. Ο γιατρός, άνθρωπος από πάντα ιδιόρρυθμος και κλεισμένος στον εαυτό του, έριξε μαύρη πέτρα κι εξαφανίστηκε από το νησί, μαζί με το παιδί. Από τότε κι αφού κανείς δεν μάθαινε τίποτα πια για εκείνους, όλες οι γλώσσες στο νησί κόβανε και ράβανε, εδώ και χρόνια, για την τύχη των Δενδρινών. Οι φήμες έδιναν κι έπαιρναν, τα κουτσομπολιά, από στόμα σε στόμα, αποκτούσαν διαστάσεις εξωπραγματικές κι η αλήθεια μπλεκόταν με τους μύθους. Γιατί η ιστορία της οικογένειας, είχε πραγματικά όλα αυτά τα υλικά, που συνθέτουν τους μύθους στους μικρούς τόπους.
Και τώρα, εντελώς απρόσμενα, να που η Άννα γνωρίζει τον Αλέξανδρο Δενδρινό κι αντί να κάνει ακριβώς αυτό που την προστάξει το ένστικτό της, να τρέξει μακριά, να δραπετεύσει, έλκεται από εκείνον, τόσο δυνατά, όπως τα λουλούδια που στρέφονται πάντα προς τον ήλιο.
Από τα ανοίγματα στο μουράγιο ακουγόταν ο παφλασμός των κυμάτων που χάιδευαν τις πέτρες.
Η Άννα, διέκοψε απότομα τις σκέψεις της και προσπαθώντας να κρατήσει σταθερή φωνή, ώστε να μην καταλάβει ο Αλέξανδρος το καρδιοχτύπι της, του είπε:
– Να έχετε μια όμορφη διαμονή στο νησί κ. Δενδρινέ. Ύστερα, με βαριά καρδιά, στράφηκε να φύγει.
Μα πριν προλάβει να κάνει οποιαδήποτε κίνηση, ο Αλέξανδρος την άγγιξε απαλά στο μπράτσο και της είπε αυθόρμητα:
– Δεσποινίς… Άννα, ξέρετε, είμαι από εδώ και δεν γνωρίζω το νησί της καταγωγής μου. Αστείο δεν είναι;
Και βλέποντάς την να τον κοιτά με έκπληξη, συνέχισε με έναν ειλικρινή τόνο:
– Δεν έχω φίλους εδώ. Οι γνωριμίες από τον κύκλο του πατέρα μου δεν έχουν κανένα ενδιαφέρον δυστυχώς. Φλυαρούν ακατάπαυστα για επιχειρήσεις, διεθνή πολιτική, άλλα θέματα απολύτως κοινότυπα και βαρετά. Όμως δεν αυτό που με απωθεί…
Σε αυτό το σημείο έκανε μια μικρή παύση.
– Έχω μια αίσθηση, δεν μπορώ να πω βεβαιότητα ακόμη…
Έψαξε τα μάτια της, σαν να δίσταζε να εκφράσει την σκέψη του ή μάλλον, σαν να μην είχε ακόμα καταφέρει να διαμορφώσει απόλυτα μια άποψη. Βλέποντας όμως τη ματιά της κοπέλας, γαλήνια και γεμάτη κατανόηση, ένιωσε πως θα έβρισκε σε αυτήν ένα σύμμαχο και συνέχισε θαρρετά:
– Ελπίζω να μην ακούγομαι αλλόκοτος, αλλά νιώθω πως με παρατηρούν έντονα, σχεδόν ενοχλητικά. Σε κάθε συνάθροιση, σε κάθε βεγγέρα ή σουαρέ, αντιλαμβάνομαι πίσω από την πλάτη μου βλέμματα λοξά, συνεννοήσεις με νοήματα. Αντιμετωπίζω επίσης, πάντα έναν καταιγισμό ερωτήσεων από τους ντόπιους! Υποθέτω πως συμβαίνει έτσι σε όλους τους μικρούς τόπους κι η απουσία μας τόσα χρόνια από το νησί θα μπορούσε να το εξηγήσει μέχρι ενός σημείου, αλλά αισθάνομαι δυσάρεστα, άβολα. Σίγουρα θα σας ακούγομαι υπερόπτης, αλλά νιώθω σαν θέαμα…
Η λέξη πέρασε σαν ανατριχίλα στο δέρμα της Άννας και την τάραξε βαθιά! Όμως τον είχε καταλάβει. Τον είχε καταλάβει απόλυτα, γιατί ήξερε καλά από βλέμματα λοξά και περίεργα. Από παιδί άκουγε στο πέρασμά της, μουρμουρητά και ψιθύρους από παντζούρια που έγερναν κι έμοιαζαν με μισάνοιχτα στόματα. Πραγματικά ήξερε τι ήταν να είσαι στα στόματα αυτά, θέμα συζήτησης – είτε για καλό, είτε για κακό – να έχουν όλοι έναν λόγο να πουν για την «στραβή σου τη μοίρα», το «σημάδι» σου, για τις «αμαρτίες γονέων» που τάχα πληρώνεις, για την «γρουσουζιά» που μάλλον σέρνεις όπου πας, για την «μαύρη ζωή» που έχεις ζήσει μέχρι τώρα και που οπωσδήποτε θα σε περιμένει.
Ο Αλέξανδρος την είδε σκεφτική και φοβήθηκε πως ήταν η εξομολόγησή του, που την είχε βυθίσει σε αμηχανία.
– Με συγχωρείτε, σας έφερα σε δύσκολη θέση με τα ακατανόητα που σας εκμυστηρεύτηκα. Προφανώς και δικαίως, δεν θα βρίσκετε τι να μου πείτε...
Αντίθετα, είχε πολλά να του πει, γι αυτό και δεν μιλούσε.
Τα μάτια της στυλώθηκαν στα δικά του, ήσυχα με μια ματιά λυπημένη και στοχαστική.
Και τότε ο Αλέξανδρος νόμισε πως διάβασε τα λόγια που λαχταρούσε η Άννα να του πει, αλλά δεν θα τολμούσε ποτέ κι αποφάσισε να διεκδικήσει την ευκαιρία να την ξανασυναντήσει, έστω άλλη μια φορά.
– Αν δεν σας δυσαρεστεί η παρουσία μου, ίσως θα μπορούσα να σας ξαναδώ…
Μα όμως, τόσα χρόνια μοναξιάς κι απόγνωσης, είχαν σταλάξει μέσα στην ψυχή της Άννας, την πεποίθηση πως στη δική της ζωή δεν υπήρχε χώρος για φτερουγίσματα της καρδιάς και για όνειρα. Το δικό της πεπρωμένο δεν έδινε ευκαιρίες να βγεις από την σκιά. Πώς να περάσει τα όρια και να ξαναδεί αυτόν τον άνθρωπο, που μια απλή κουβέντα μαζί του, ή ένα του χαμόγελο της προκαλούσε τόσα συναισθήματα! Η δύναμή του πάνω της ήταν τρομακτική, θα μπορούσε να την συντρίψει! Με τέτοιες σκέψεις να κατακλύζουν το μυαλό της και να την γεμίζουν φόβο, σκέφτηκε σαν μοναδική λύση στο αδιέξοδό της, την δραπέτευση.
Καληνύχτισε βιαστικά, έστριψε απότομα το πρόσωπό της αλλού και πριν προλάβει ο Αλέξανδρος να την σταματήσει, τράπηκε σε φυγή ακριβώς πάνω στην ώρα για να μην την δει να δακρύζει.
Ασπασία Κουρέπη
Συνεχίζεται…

One response to “Το φιλί του αγγέλου – 3”
Η συνέχεια πότε θα ανέβει;;;;