Η ιστορία ξεκινά, από ένα παιδί που είδε ένα όνειρο. Ξύπνησε δακρύζοντας με ένα μαξιλάρι αγκαλιά, σαν την πραγματικότητα αντίκρισε. Ήταν ακόμα βράδυ, τη στιγμή που άνοιξε το παράθυρο. Ένα αστέρι τρεμόπαιζε και την ίδια στιγμή μια φωνή του είπε «κάνε μια ευχή». Έκλεισε τα μάτια, ψιθυριστά συλλαβίζοντας να γίνει πραγματικό εκείνο το όνειρο, που το ξαγρυπνούσε στης νύχτας μέση. Το αστέρι χαμογέλασε, ο ουρανός γέμισε χρώματα και ξάφνου το αστέρι έπεσε στο έδαφος. Το παιδί χαμογέλασε κι έπεσε για ύπνο ξανά. Περίμενε το αύριο, που ίσως στο όνειρο αυτό θα έδινε πνοή. Το πεφταστέρι άλλωστε εκείνο, του το υποσχέθηκε. Η νέα μέρα ξεκίνησε, άνοιξε το παράθυρο κι από μακρυά είδε να φαίνεται αχνά, εκείνο το όνειρο. Τον ουρανό κοίταξε με ευγνωμοσύνη, ξέροντας πως το μόνο που μένει πια είναι να τρέξει, να τρέξει, να τρέξει. Απ’ το σπίτι κατέβηκε αύξησε την ταχύτητα, ώσπου μέρες μετά εξαντλημένο, πλησίασε στο πολυπόθητο σημείο. Άπλωσε τα χέρια να το αγγίξει, μα έπιασε μονάχα το κενό. Κοίταξε ξανά, μα δεν υπήρχε τίποτα τριγύρω. Ο ουρανός το ξεγέλασε και του έστειλε μια όαση.
Έπειτα για να το παρηγορήσουν, του είπαν να ρίξει ένα κέρμα, σε ένα πηγάδι ευχών, που θα συναντήσει στο δρόμο του, εάν περπατήσει χιλιόμετρα μακριά. Το παιδί τους άκουσε, διένυσε ολόκληρη τη διαδρομή και βρήκε το πηγάδι. Γεμάτο λαχτάρα πέταξε το κέρμα του και ψιθύρισε την ευχή του κλείνοντας τα μάτια. Ενθουσιασμένο γύρισε σπίτι και πάλι. Πέρασαν μέρες, μήνες και περίμενε, μιας και όλοι του λέγαν να κάνει υπομονή. Αναζήτησε έπειτα, την εκπλήρωση του ονείρου του σε προσευχές και σε υποσχέσεις απομηχανών θεών. Σπατάλησε έτσι χρόνια, μέχρι που ένα πρωί ξύπνησε και δεν ήταν πια παιδί.
Οι πρώτες ρυτίδες είχαν χαραχτεί στο μέτωπό του, όταν… Κατάλαβε πως είχε επηρεαστεί από τα παραμύθια που τον νανούριζαν από τα πρώτα του χρόνια, τόσο που είχαν γίνει οι γενικές αλήθειες της ζωής του. Ακολουθούσε ασυνείδητα έναν κανόνα, που του έλεγε να μένει άπραγος, περιμένοντας μια ανώτερη δύναμη, να εκπληρώσει τα όνειρά του, αρκεί να την πιστέψει με όλη του την ψυχή. Μια δύναμη που μπροστά της ήταν μικρός, ασήμαντος, ανύπαρκτος… Την ίδια δύναμη περίμενε να τον βγάλει από το σκοτάδι, κάθε φορά που εγκλωβιζόταν σε δαύτο…Την δύναμη αυτή ανέμενε να του φωτίσει τον κόσμο, αφότου μετά από κάθε σφάλμα έπαιρνε το μάθημά του. Πεπεισμένος σε δαύτη, δεχόταν για χρόνια παθητικά κάθε δυσκολία, κάθε κακουχία, κάθε ματαίωση των προσδοκιών του. Εγκατέλειψε στόχους και όνειρα, έχοντας συμπεράνει δίχως να παλέψει πως δε φτιάχτηκαν για ‘κείνον. Έχασε ανθρώπους, καθώς είχε αφεθεί σε ελαττώματα που καθιστούσαν αδύνατη τη συμβίωσή τους, λέγοντας πως είναι εκ γενετής και μόνιμα.
Δεν ήταν τίποτα παραπάνω από ένα υποκινούμενο πιόνι της μοίρας για χρόνια… Δεν ήταν χαζός, μα φοβόταν. Φοβόταν πολύ. Φόβος και δειλία κυρίευαν την ψυχή του. Δεν τολμούσε να φερθεί στο φόβο με θράσος, να τον θρυμματίσει εκπληρώνοντας όλα εκείνα, στα οποία τον συναντούσε μπροστά, ως εμπόδιο. Να κάνει ένα βήμα για όλα τα “μη”, που εμμονικά ψιθύριζε.
Το αποτέλεσμα… Αρχικά, μια ώθηση στην αναβολή, αποπροσανατολισμός. Έπειτα μια ολοκληρωτική διαγραφή και αντικατάστασή τους με άλλα επουσιώδη. Στο τέλος αυθυποβολή, σε μια καταδίκη, από πλαστές και βολικές αλήθειες. Μα ευτυχώς, το κατάλαβε νωρίς πριν έρθει κόντρα του ο χρόνος, στερώντας του την αυθυπαρξία που για πρώτη φορά θα επιχειρούσε να αποκτήσει.
Ιωάννα Χαντζαρά
