Η Μαργαρίτα καθόταν στο δωμάτιό της, με ένα πλήθος από ανείπωτα λόγια, μία στοίβα ενοχές, μια καρδιά γεμάτη πληγές, ένα ταλαιπωρημένο πρόσωπο και σώμα που δεν τολμούσε να κοιτάξει στον καθρέφτη κι ένα σκοτεινό βλέμμα… Ήταν απόγευμα, αλλά για εκείνη η μέρα μόλις ξεκινούσε, αφού μόλις είχε ξυπνήσει. Δεν άνοιξε τα παντζούρια, απλά κάθισε εκεί χαμένη στην καρέκλα απέναντι από το κρεβάτι, δίχως να έχει ενέργεια να κάνει οτιδήποτε. Σε αυτή την κατάσταση βρισκόταν και κατηγορούσε εκείνη…
Της καταλόγιζε πως της έδενε κόμπο το λαρύγγι και την έπνιγε κάθε φορά που ήθελε να βροντοφωνάξει, να διεκδικήσει, να μιλήσει. Μετά από καιρούς σιωπής πολλές φορές της το τέντωνε, κάνοντάς τη να βγάζει, βίαιους καταπιεσμένους ήχους και κραυγές. Έπειτα την υπέβαλε σε θορυβώδη ξεσπάσματα από σπαραγμούς και κλάμα.
Της αλλοίωνε την ακοή κάθε φορά που βρισκόταν σε μαζώξεις και ομιλίες, με αποτέλεσμα να ακούει τις κουβέντες τους σαν βουητό, δίχως να διακρίνει λέξεις… Μετέτρεπε σε ενοχλητικούς κρότους τα γύρω της γέλια, κρότους που ένιωθε πως εάν συνεχιστούν θα μολύνουν τα αυτιά της. Της έστρεφε το βλέμμα, σε απροσδιόριστη κατεύθυνση τοποθετώντας παρωπίδες στο μυαλό της… Ενίοτε γινόταν καταχνιά στο κεφάλι της, με αποτέλεσμα να ξεχνά, να αποπροσανατολίζεται, να χάνεται ακόμα και διανύοντας καθημερινούς προορισμούς.
Συχνά της σφράγιζε την πόρτα από το σπίτι φορές που ήταν έτοιμη να βγει… Την καθήλωνε στον καναπέ, τυλίγοντάς τη με μια κουβέρτα και ας μην έκανε τόσο κρύο… Το κρύο της καρδιάς της, κατόρθωνε να εξαπλωθεί σε όλο της το σώμα. Στη συνέχεια, της άνοιγε το ψυγείο και της γέμιζε τα πιάτα με γλυκά και λιπαρά φαγητά κάθε είδους, που εκείνη καταβρόχθιζε, δίχως να λογαριάζει τις συνέπειες. Άλλες μέρες, την καθήλωνε στο κρεβάτι και την άφηνε νηστική, μια και ένιωθε δύναμη να σηκωθεί για φαγητό όσο και αν διαμαρτυρόταν το στομάχι της. Έκανε τη μέρα ατελείωτη και άλλες φορές μια σταλιά… Της βάραινε το στήθος τα βράδια και το φορτίο τούτο την ξυπνούσε στη μέση της νύχτας με τη μορφή στεναγμού, προσπαθώντας να ελευθερωθεί. Άλλες φορές της κράταγε τα μάτια ανοιχτά καθ’ όλη τη διάρκεια της νύχτας και την κοίμιζε τη μέρα… Κρατούσε τα παντζούρια της μόνιμα κλειστά, σαν να θέλει να συγχρονίσει το σπίτι με το μυαλό και την καρδιά της…
Της προξενούσε τάσεις φυγής, που ανάγονταν σε μελαγχολία σαν έφτανε σε κάθε προορισμό και απελπισία στο γυρισμό, μιας και καταλάβαινε πως όπου και να πάει, το μέσα της παρέμενε το ίδιο. Φάνταζε σαν κανένας τόπος να μην τη χωρούσε… Κανένας τόπος και καμία ανθρώπινη καρδιά… Εκείνη έκανε τις αγκαλιές να μοιάζουν μηχανικές και κάθε φιλί κρύο. Κάθε αναζήτηση ατελέσφορη και νέο συναίσθημα όλο πιο κοντά στη μοναξιά… Την έκανε απόμακρη, ψυχρή, παθητική και πολλές φορές φοβισμένη. Μαλάκωνε τη σάρκα της κάνοντάς την ευάλωτη, με αποτέλεσμα κάθε χτύπημα να σημαδεύει πιο βαθιά και πολλές φορές να γίνεται ανεξίτηλο σημάδι.
Της έδινε για καιρό ονόματα, πασχίζοντας να την προσδιορίσει… Άλλοτε αντρικά, άλλοτε γυναικεία… Βλέπεις τη συνέχεε με πρόσωπα. Την κατονόμασε εραστή, εργοδότη, φίλη, αδερφή και άλλα πολλά. Εκείνη όμως, δεν ήταν άντρας, μήτε γυναίκα, μήτε κάποια δυσβάσταχτη υποχρέωση… Δεν ήταν οντότητα, μα σκιά… Σκιά που ζούσε μέσα της… Σκιά που διογκωνόταν όσο την αγνοούσε. Ήταν σκιά και την έλεγαν, κατάθλιψη…
Ιωάννα Χαντζαρά
