Το μονοπάτι της σωτηρίας

Σε κανέναν σωτήρα δεν πίστευε! Κανένας δεν μπορούσε να την τραβήξει από αυτό που ονόμαζε ζωή. Πόσες φορές είχε προσπαθήσει ν ’αλλάξει την ψυχολογία της, να δει τα πράγματα από τη θετική πλευρά, όπως την συμβούλευαν οι πολλοί. Και αυτό το υποκριτικό χαμόγελο πόσα «άντε και γ….» είχε κρύψει. Πόσα «δεν θέλω» υπήρχαν σε αυτά τα μάτια και πόσα «κουράστηκα» είχαν στριμωχτεί στην άκρη των χειλιών της; Παραδομένη σε έναν κυκεώνα υποχρεώσεων, σε ένα τρελό γαϊτανάκι ψυχαναγκασμού, πρέπει δεν πρέπει, υπομονής και θυμού που έβραζε μέσα της, ένα κρυφό τέρας που γιγαντωνόταν έτοιμο να την κατασπαράξει.

Στο ζαχαροπλαστείο που δούλευε την δεύτερη δουλειά της, την ώρα που έκλεινε ακόμα ένα κουτί μελομακάρονα, ένιωσε ένα τσίμπημα στην καρδιά, μα χαμογέλασε, τελείωσε την παραγγελία και όταν ο πελάτης έφυγε, με το χαμόγελο στα χείλη έπεσε με στυλ στο πάτωμα.

Όταν συνήλθε δεν θυμόταν τίποτα, μόνο την πτώση και τον πόνο που ακολούθησε. Το χέρι της, είχε κάταγμα, έπεσε πάνω στο σκαλοπατάκι που οδηγούσε στους φούρνους, δεν πρόλαβε να προστατευτεί. Πτώση! Πόσο δυνατή και συνάμα καταστρεπτική λέξη. Την γυρόφερνε στο μυαλό της όταν της είπαν οι γιατροί πως είχε υποστεί ένα μικρό καρδιακό επεισόδιο. Τα σώμα της εκλιπαρούσε να «ρίξει» τους ρυθμούς και αυτή ήταν μια ευγενική υπενθύμιση, αν δεν το έκανε, ήταν σίγουρη πως δεν θα είχε συνέχεια σε αυτή την γη. «Πτώση» σκέφτηκε καθώς έφευγε από το νοσοκομείο. «Πόσες φορές πρέπει να πέσεις να καταλάβεις πόσο λάθος κάνεις;» της ψιθύρισε ο εαυτός της. Ένα κουβάρι το μυαλό της, πώς θα έφερνε βόλτα παιδιά, άνδρα και σκυλιά; Αγόρασε ένα πακέτο τσιγάρα, αν και είχε κόψει χρόνια το κάπνισμα, για την υγεία είπε, μα η τσέπη ήταν που δεν άντεχε. Πήρε μια μεγάλη απολαυστική τζούρα. Ακόμα μύριζε το νοσοκομείο πάνω της, μια μυρωδιά που της υπενθύμιζε την υποχρέωση που είχε προς εκείνη. Δεύτερη τζούρα, πιο δυνατή, πιο σκεφτική, τρίτη πιο σοφή και με αυτήν έβηξε δυνατά! Την έπνιξε το παράπονο, ανέβηκαν κλάματα αυτολύπησης στα μάτια.

Σκέφτηκε γρήγορα, είχε κάποια χρήματα στην άκρη, λίγα, αλλά για αρχή την έφταναν. Μα στα παιδιά, τι θα έλεγε στα παιδιά; Δεν ήξεραν καν πως είχε νοσηλευτεί. Θα τους εξηγούσε, θα καταλάβαιναν! Για τον Θωμά δεν την ένοιαζε τόσο. Κουράστηκε και με αυτόν. Τόσα χρόνια ζευγάρι, απόκαμε μαζί του, καθόλου δεν την βοηθούσε, όλα πάνω της. Εκείνος να τσακώνεται σε όλες τις δουλειές και να φεύγει και εκείνη να τρέχει να καλύψει τα χρέη και τον δικαιολογήσει στα παιδιά. Φτάνει όμως! Έβγαλε εισιτήριο, το πήρε απόφαση, θα πήγαινε στο χωριό. Είχαν ένα σπίτι, που ο Θωμάς ήθελε να πουλήσουν, αλλά εκείνη ήταν τόσο συναισθηματικά δεμένη με αυτό, πέρασε όμορφα παιδικά χρόνια, δεν ήθελε να το δώσει για δυο δεκάρες. Θα το έφτιαχνε λίγο, ήταν κλειστό πάνω από πέντε χρόνια, είχε αρκετή δουλειά και καθάρισμα. Τουλάχιστον αυτή την φορά θα καθάριζε για πάρτη της. Θα είχε τον χώρο και την ησυχία της. Πόσο της είχε λείψει η θέα από το παράθυρο, το θυμάρι που άνθιζε στο βουνό δίπλα από το σπίτι, το κρύο νερό από την πηγή και αυτή η απλότητα της ζωής που κυλούσε σαν το νερό στο ρυάκι…

Έφτασε στο χωριό απόγευμα και βάλθηκε να ανέβει τον δρόμο, το σπίτι ήταν από τα τελευταία του χωριού και ο δρόμος γινόταν ανηφορικός, δυο σπίτια πριν το δικό της δεν είχε καν πέτρες στο μονοπάτι, παρά μόνο χώμα και λάσπη. Απογοητεύτηκε κάπως από την κατάσταση που έβλεπε το σπίτι από μακριά, ήταν εντελώς παραμελημένο εξωτερικά, τα οικονομικά τους δεν επέτρεπαν σπατάλες, οριακά έβγαζαν τα έξοδά τους, πόσο μάλλον να φτιάξουν το σπίτι στο χωριό. Πήρε μια βαθιά ανάσα και έσπρωξε την πόρτα, δεν κλείδωναν ποτέ άλλωστε στα μέρη της.

Έκπληξη όταν αντίκρισε ένα γυμνό ζευγάρι κουλουριασμένο στο σιδερένιο κρεβάτι, το τζάκι αναμμένο, κουρελούδες στρωμένες στο πάτωμα και ερωτισμός διάχυτος παντού. Κάθε άλλο παρά βρώμικο και παραμελημένο δεν ήταν το σπίτι τελικά. Της φάνηκε πως αυτοί οι άνθρωποι ζούσαν στο σπίτι της! Δεν τους ξύπνησε, όχι, ήταν τόσο όμορφοι! Της άρεσε η εικόνα τους. Αγκαλιασμένοι και ερωτευμένοι! Πόσα χρόνια είχε να νιώσει έτσι! Τους παρατηρούσε με αγάπη, εκείνη ένα νεαρό κορίτσι, άγγελος με τα ξανθά μαλλιά να κρύβουν το στήθος της και εκείνος, λίγο μεγαλύτερος, να την έχει σφιχτά μες της αγκαλιά του, απόλυτα παραδομένος στην ομορφιά και τον έρωτά της. «Χριστέ μου, υπάρχει αυτό που λένε έρωτας τελικά!». Το βλέπει μπροστά της, το νιώθει η αποκαμωμένη καρδιά της! Ανέβηκε απαλά στο ανώγι, έβγαλε τα παπούτσια της και έγειρε στο κρεβάτι με τα κεντητά μαξιλάρια και την μυρωδιά ναφθαλίνης. Ανέπνευσε ελεύθερη, ίσως από τις λίγες σωστές αναπνοές της ζωής της! Την ξύπνησαν ομιλίες, ήταν ένα μείγμα ελληνικών και αγγλικών, κοίταξε από ψηλά και είδε το ζευγάρι να πίνει καφέ με έναν άλλο άνδρα πολύ μεγαλύτερό τους. Μα σαν κάτι να της θύμιζε. Έκανε να πάει λίγο πιο άκρη να δει καλύτερα, μα το ξύλινο κάγκελο δεν άντεξε και προσγειώθηκε φαρδιά πλατιά στον καναπέ του ισογείου, με μια κραυγή πόνου, πλακώνοντας πάλι το πονεμένο χέρι. Για λίγη ώρα οι τέσσερις τους κοιτάχτηκαν με απορία, μα το μυστήριο και την σιωπή έλυσε ο μεγαλύτερος άνδρας.

«Αλίσια; Εσύ είσαι; Με θυμάσαι; Είμαι ο Μπράιαν»

Μα φυσικά, πώς θα μπορούσε να τον ξεχάσει! Πώς θα μπορούσε να ξεχάσει το γκριζογάλανο των ματιών του, τα λακουβάκια στα μάγουλα, το χαμόγελο και τα σπαστά ελληνικά που της προκαλούσαν γέλιο τις περισσότερες φορές. Το αθώο αυτό βλέμμα και την απέραντη αγάπη του;

«Μπράιαν… με συγχωρείς, μα δεν καταλαβαίνω»
Και της εξήγησε. Τα παιδιά ήταν η κόρη του και ο φίλος της, έμεναν μαζί μέχρι να βρουν ένα δικό τους σπίτι, κατά προτίμηση στο χωριό. Είχε επικοινωνήσει με τον Θωμά, όταν είδε το πωλητήριο, αλλά τελικά το νοίκιασε, ξαφνιάζεται που εκείνη δεν γνώριζε κάτι. Του είχε ζητήσει να της μιλήσει, μα ο Θωμάς συνεχώς έλεγε πως δουλεύει και τα κανόνισαν μεταξύ τους. Μέχρι να πωληθεί θα το νοίκιαζε ο Μπράιν και θα πρόσεχε να μην ρημάξει εντελώς. Τώρα είχε θυμώσει με τον Θωμά, που της έκρυψε το γεγονός, έτσι εξηγείται πως έβρισκε χρήματα να αγοράζει gadgets και να στοιχηματίζει. Πόση ανόητη ένιωσε. Μα δεν υπήρχε λόγος, την ηρέμησε ο Μπράιν, μπορεί να μείνει και εκείνη, όσο θέλει, χωρίς να αποκαλύψει την παρουσία της σε κανέναν.

«Μπράιν! Αχ αφελή μου Μπράιν, εδώ είναι χωριό, το ξέχασες;»
Όχι δεν το ξέχασε! Δεν ξέχασε ποτέ την νύχτα τους, τότε που γλυκά έκαναν έρωτα, παιδιά ακόμα. Και μετά όλος αυτός ο χαμός στο χωριό, ο πατέρας της που δε ήθελε τον ξένο και ο πατέρας του Μπράιαν που δεν ήθελε την χωριατοπούλα νύφη του. Ο λόρδος και ο Έλληνας και ανάμεσα τους δυο παιδιά που ερωτεύτηκαν! Και μετά ο χωρισμός τους…

Μα εκείνος γύρισε, την έψαξε, έμαθε ότι παντρεύτηκε και πληγώθηκε η όμορφη καρδιά του. Δεν την αναζήτησε άλλο πια. Μέχρι τώρα που προσγειώθηκε σαν από μηχανής θεός στον καναπέ του! Στον καναπέ της δηλαδή, αλλά για την ώρα δικός του. Και δική του! Επιτέλους δική του! Δεν τον ένοιαζε ο χρόνος, όλα ήταν πιο όμορφα τώρα που κατάλαβαν πόσο ανάγκη είχαν να ζήσουν τον έρωτά τους, από την αρχή να ανακαλύψουν όσα δεν κατάφεραν τότε.

Ο έρωτας ήταν το μονοπάτι που οδήγησε στην δική τους γνώση, μαζί με τις μαρμελάδες που έφτιαχναν και πούλαγαν στο παζάρι του χωριού και τα μικροέπιπλα σκαλιστά με μεράκι κάλυπταν το νοίκι και τα έξοδα. Φαγητό υπήρχε μπόλικο στο χωριό, κότες και κατσίκια, μυρωδικά, χόρτα, όσπρια φρούτα, πάμφθηνα και συνήθως με ανταλλαγή. Ένα καρεκλάκι στον κυρ Θόδωρα, τρία κοτόπουλα για όλους, δυο μαρμελάδες για την κυρά Νίτσα, ένα κεφαλάκι τυρί για αυτούς και λάδι. Και ένα μωρό που ήρθε να συμπληρώσει την αγάπη τους. Ένας μικρός άγγελος από τον λόρδο και την χωριατοπούλα. Το μωρό του έρωτά τους!
«Τελικά νομίζω πιστεύω στους σωτήρες! Ο δικός μου λέγεται Μπραιαν»

Ελένη Ρέγγα

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading