Μου καρφώθηκε στο μυαλό η ανάμνησή σου σήμερα…

Μου καρφώθηκε η ανάμνηση της μορφής σου σήμερα… Ξύπνησα με την μυρωδιά του καπνού από το τσιγάρο που συνήθιζες να κάνεις και είδα τα πονηρά μάτια σου να είναι καρφωμένα στα δικά μου. Και εκείνη η μαύρη χαίτη των μαλλιών σου, να ακολουθεί την μελαγχολική φιγούρα, το γεμάτο ζωή σώμα, που όταν ήσουν στεναχωρημένη, κρέμαγε θαρρείς, ζητώντας με τον δικό του τρόπο βοήθεια.

Ρωξάνη το όνομά σου και πάντα σε θαύμαζα! Σε θαύμαζα με έναν τρόπο παρατηρητικό και με έναν τρόπο διερευνητικό. Η ανατροφή μου βλέπεις, ύψωσε πολλά εμπόδια στην καρδιά και όταν γνώριζα διαφορετικούς, έντονους και ερωτικούς χαρακτήρες, με τράβαγε υποτίθεται «προστατευτικά» μακριά. Ευτυχώς που η δική σου ανατροφή ήταν καιρό υπό αμφισβήτηση και συναντήθηκαν οι δρόμοι μας, σε μια τρελή παρέα σε ένα εξαώροφο κτήριο της Πατησίων. Τρελοκαταστάσεις, σουρεάλ εικόνες, συνηθίσαμε στο γκρίζο του κέντρου από μικροί, το περάσαμε σαν αρχιτεκτονική μιας πόλης ξεπεσμένης και έτσι δεν προσέξαμε πως κάποιες φορές γινόταν ένα με την εφηβική καρδιά μας. Γκρίζα εκείνη, γκρίζα και η καρδιά μας.

Μου καρφώθηκαν οι μελαγχολίες σου στο μυαλό μου σήμερα και εκείνη η υπερευαισθησία που σε χαρακτήριζε εκείνες τις στιγμές, όμως ξέρεις τότε ένιωθα πως ταιριάζαμε περισσότερο. Ίσως οι κόσμοι μας διαφορετικοί, τα λόγια ακόμα ανώριμα, αλλά οι μελαγχολίες ήταν το κοινό μας έδαφος, ο κοινός εχθρός! «Μικρή…» μου έλεγες, «δεν ξέρεις, κάποια πράγματα δεν είναι για εσένα, μην με έχεις παράδειγμα, ακόμα ψάχνω τα πατήματά μου». Μεγάλες οι σιωπές σου και τίποτα δεν τις έσπαγε, μόνο ο καπνός παρεμβαλλόταν σε εσένα και το άπειρό σου. Οφείλω όμως να ομολογήσω πως τα καλύτερα παιδιά γνωρίζεις σε κτήρια γκρίζα και σε πόλεις ξεπεσμένες. Μπορεί το κέντρο να ήταν μια βρώμικη πόλη, τα αποτσίγαρά μας να γέμιζαν την ταράτσα της απέναντι πολυκατοικίας – με στυλ τα πετάγαμε από τον έκτο, θυμάσαι; Θυμάσαι εκείνον τον τύπο που μας έκανε φωτογραφία, μας ζητούσε πάντα την προσοχή μας που καπνίζαμε δίπλα στο εμφανιστήριο;
«Ρε παιδιά όχι εδώ τσιγάρα, έχει χημικά, θα μπουρλοτιάσουμε, πάτε πιο πέρα!».

Θα ήθελα να είχα μια φωτογραφία από εκείνη την εποχή, από εσένα και την μοναδική σχολή μας, που με έμαθε να αγαπώ χωρίς σύνορα. Τι να πρωτοθυμηθώ; Είχαν τσαγανό εκείνα τα παιδιά, τους το δίνω. Η Κική που άφησε τρία χρόνια οδοντιατρικής, βαρέθηκε να την φτύνουν, έλεγε διακωμωδώντας την κατάστασή της. «Τουλάχιστον εδώ μαθαίνουμε και ένα καλλιτεχνικό επάγγελμα, μήπως μπορέσουμε να ομορφύνουμε λίγο το γύρω μας Ρέγγα μου» μου έλεγε με αγάπη. Ο Πέτρος με το καλλιτεχνικό μούσι, ο Νικόλας με την μύτη του Καραγκιόζη, η Αναστασία με την ακμή και το κοκκινομάλλικο εντυπωσιακό μαλλί, η Μάγδα πανέμορφη ψωνισμένη θεά, οι Βαγγέληδες απροσάρμοστοι αστείοι. Η Ντίνα με το ταξί, που έδινε τρίτη φορά καλών τεχνών και εσύ Ρωξάνη μου. Εκεί, καθισμένη στα σκαλιά του έκτου να γελάς πριν τις μελαγχολίες σου, να κερνάς βλέμματα λάγνα του επίδοξους εραστές του κάτω ορόφου. Και ένα κτήριο γεμάτο με όνειρα και παιδιά καλλιτεχνικών ροπών και πείσματος αποτρεπτικής αποτυχίας! Κοντά τους συνειδητοποίησα πόση ατάλαντη ήμουν! Τέρατα του σχεδίου, της γλυπτικής και της τέχνης, μου έδειξαν έναν δρόμο αυτοέκφρασης σπουδαίο. Ανεξάρτητα αν θα τον ακολουθούσα ή όχι, είχα ενσωματωθεί σε έναν κύκλο όμοιων εκφραστών, αυτό το ένιωθα και ακόμα έχω την γεύση αυτής της περασμένης εποχής στο στόμα μου. Τσιγάρο, σοκολάτα και μολύβι σχεδίου. Κάποιες φορές και σάντουιτς του κυρ Λυκούργου, στο άθλιο εκείνο κυλικείο που έμπαζε από παντού βροχή και ελπίδα! Όνειρα! Όνειρα μεγάλων παιδιών και ένα πρώτο φιλί με γεύση μέντα που έδωσα την ώρα που το τρένο ερχόταν στον σταθμό Βικτώρια. «Μα είναι τριμάλακας, τι θες μαζί του;» με είχες ρωτήσει. «Θα τον αλλάξω» σου απάντησα με αμφιβολία. Ούτε εμένα δεν μπορούσα να αλλάξω, πόσο μάλλον εκείνον τον ψηλό με πρόσωπο Ρωμαίου. Τελικά κάτι άλλαξε. Εκείνος εμένα θαρρώ, όταν φίλησε άλλη. «Παιδιάστικες καταστάσεις, τι τα θες Ρέγγα; Τι ξέρει μωρέ αυτός από ψυχές ανήσυχες και μάτια με θάλασσες; Την γλώσσα του θέλει να βάζει σε στόματα άλλα, λες και αν γίνει γκόμενος θα σώσει τον κόσμο. Οι γκόμενοι μας έλειπαν!».
Δεν ξέρω τι έγινε μετά. Κάτι έχασα και μου στοίχησε. Επιτυχία επαγγελματική την βάπτισα και έσκυψα να κοιμηθώ ευχαριστημένη από την γεμάτη τσέπη μου. Είπαμε δεν θα χαθούμε, αλλά να, ξέρεις, η ζωή μας πρόλαβε και άλλες πολλές δικαιολογίες.

Μια κάρτα σου έλαβα κάποτε με δελφίνια. Μου έγραψες «ήθελα να σου στείλω με ρέγγες, αλλά δεν έβρισκα», πως είσαι καλά, περνάς όμορφα, κάνεις πολλά και διάφορα απαγορευμένα για εμένα και φατσούλες χαρούμενες.

Κάποτε συναντηθήκαμε και είχες κόψει τα μαλλιά σου, τα μάτια σου ήταν ακόμα φωτισμένα, ήθελες να γίνεις ηθοποιός. Μα ήταν η λάμψη διαφορετική, η Ρωξάνη άλλη και εγώ δεν ήμουν τόσο μικρή πια. Σου ευχήθηκα τα καλύτερα, μου αντευχήθηκες τα μέγιστα, ήπιαμε έναν καφέ στην Κολιάτσου και φύγαμε σε διαφορετικές κατευθύνσεις.

Σήμερα όμως δεν με άφησες να κοιμηθώ. Με τάραξε το χαμόγελό σου, με έπνιξαν οι αναμνήσεις, γιατί μοναδική μου φίλη Ρωξάνη, όσο και αν έψαξα, τόσο αυθεντικό άνθρωπο σαν εσένα δεν συνάντησα! Και κάπως συγκινούμαι να γνωρίζω πως είσαι εκεί έξω (είσαι ακόμα, ναι; δεν μου έχεις πάθει κάτι!) και παλεύεις με τους δαίμονές σου και με όλους τους υπόλοιπους της γης.
Να προσέχεις!

Ελένη Ρέγγα

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading