Τα μπισκότα των Χριστουγέννων

Το ημερολόγιο έδειχνε 25 Δεκεμβρίου του 2019. Τα περισσότερα σπίτια στην περιοχή είχαν φορέσει “τα καλά τους” για την μεγάλη γιορτή των Χριστουγέννων και ο χειμώνας είχε δείξει επιτέλους το κρύο πρόσωπό του. Για την Κατερίνα δεν ήταν μία συνηθισμένη μέρα, στην πραγματικότητα τίποτα δεν έμοιαζε με τις προηγούμενες χρονιές, η ζωή της όλη είχε αλλάξει πριν λίγο καιρό, όταν πήρε την μεγάλη απόφαση να χωρίσει, ύστερα από 20 χρόνια γάμου.

Μέχρι να φύγει ο άντρας της από το σπίτι, έζησε μία κόλαση. Ήταν τρεις μήνες μαρτυρικοί, με την στεναχώρια να έχει κυριεύσει την ψυχή της, αλλά το πιο δυνατό, έντονο συναίσθημα, ήταν ο φόβος. Φόβος για το αύριο, αφού δεν είχε μείνει ποτέ της μόνη. Πώς θα τα έβγαζε πέρα οικονομικά με μία κόρη να σπουδάζει εκτός Αθηνών, με ελάχιστα χρήματα στην τράπεζα; Και σαν να μην έφταναν αυτά, είχε τολμήσει να αλλάξει και δουλειά σε έναν καινούριο για αυτήν τομέα, που όμως ταίριαζε περισσότερο στην ιδιοσυγκρασία της. Όλα καινούρια λοιπόν, όμως τα κατάφερε, μέχρι τις γιορτές είχε βάψει το σπίτι μόνη της, το είχε διακοσμήσει όπως ήθελε, σιγά σιγά είχε βρει τα πατήματά της και είχε σταθεί στα πόδια της. Το σπουδαιότερο όμως ήταν ότι έμεινε εκείνη και ο εαυτός της παρέα, αγκαλιά, πιασμένοι χέρι χέρι. Καλύτερα δεν θα μπορούσε να γίνει, ο καταλληλότερος ψυχολόγος του εαυτού της ήταν αυτή η ίδια.

Πάντα της άρεσε η μοναξιά, η αυτοσυγκέντρωση, η αυτοκριτική και τώρα ήταν η ευκαιρία να δει κατάματα τα λάθη της, να τα εντοπίσει και να δουλέψει με αυτά. Δεν ήταν εύκολη υπόθεση να πολεμήσει το παρελθόν, να λυτρωθεί από την κακοποίηση που είχε υποστεί η ψυχή της τόσα χρόνια και η μέρα η γιορτινή που είχε ξεκινήσει, ήταν η καταλληλότερη για να απλώσει το χέρι στον Θεό που τόσο αγαπούσε και να του ζητήσει να γίνει “καινούρια”, να ανακαινιστεί σαν τον αετό που αλλάζει φτερά και σηκώνεται από τις στάχτες του και πετάει ψηλά μέχρι τα ουράνια.

Κάθε χρόνο τέτοια μέρα, από παιδάκι, ξυπνούσε πριν να φέξει ο ήλιος και πήγαινε στην εκκλησία της γειτονιάς για να παρακολουθήσει την λειτουργία των Χριστουγέννων. Δεν ήταν μία απλή συνήθεια, ούτε έθιμο, αλλά ανάγκη και αυτή την φορά η ψυχή της την ποθούσε σαν το νερό που ζητάει απελπισμένα η σκασμένη γη από την ξηρασία. Μέσα στο μυαλό της ηχούσαν τα λόγια της μητέρας της “Κοίτα λίγο πριν τα Χριστούγεννα να τακτοποιηθείς, να μην είσαι μαλωμένη με κανέναν, να πεις τα αγαπώ, τα ευχαριστώ, αλλά και την συγνώμη εκεί που πρέπει”. Πολύ ωραία μέχρι εδώ, σκέφτηκε, αλλά αν ο άλλος δεν θέλει να την ξέρει πια, γιατί της κρατάει κακία που τον χώρισε; Πώς να τον κάνει να χαλαρώσει τα θυμωμένα φρύδια και τα μουτρωμένα χείλη; Πώς να ζητήσει συγνώμη; Σίγουρα σε έναν χωρισμό φταίνε δύο, με τον καθένα να έχει το μερίδιο που του αναλογεί και εκείνη ήξερε καλά ότι αν είχε βάλει τα όριά της από την αρχή, ίσως να μην έφταναν τα πράγματα μέχρι εκεί. Ίσως… ποιος ξέρει;

Λίγο πριν τις 5 το πρωί, άνοιξε την πόρτα, φόρεσε το καπέλο της, τα γάντια της και μπήκε κατευθείαν στο αυτοκίνητο για να πάει στην εκκλησία. Το κρύο διαπέρασε το κορμί της και αισθάνθηκε ένα σφίξιμο στην καρδιά της. Η νύχτα σε λίγο θα έδινε την σκυτάλη στην ημέρα, τα πουλάκια, που με τόση απλότητα και ταπεινότητα έμοιαζαν να υμνούν τον Θεάνθρωπο που είχε γεννηθεί πριν λίγες ώρες, είχαν ξυπνήσει, τα ρουθούνια της γέμισαν από το λεπτό άρωμα των λεμονιών που στόλιζαν τα δέντρα του κήπου, από την μυρωδιά που άφηναν τα καμένα ξύλα στα τζάκια των σπιτιών, ενώ η υγρασία σχημάτιζε μικρές διαφανείς μπαλίτσες στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου.

Φτάνοντας στα πρώτα φανάρια, σαν να άκουσε πάλι μία φωνή να της λέει “Λίγο πριν να γεννηθεί ο Κύριος, κοίτα να απλώσεις το χέρι σε ανθρώπους που έχουν ανάγκη. Είναι ντροπή ένας Θεός να γεννιέται φτωχός, μέσα στο κρύο, χωρίς τίποτα και εσύ που τα έχεις όλα, να πνίγεσαι Χριστουγεννιάτικα μέσα στον εγωισμό σου…”. Για μια στιγμή σάστισε, τι να ήταν πάλι αυτό; Πώς γίνεται να πνίγεται μέσα στον εγωισμό της; Αφού είχε παραδεχτεί τα λάθη της, τι άλλο να έκανε πια; Να βγει στους δρόμους να το φωνάξει, να το ακούσουν όλοι;

Το φανάρι μόλις είχε ανάψει κόκκινο, έβγαλε αριστερό φλας για να πάρει τον δρόμο της εκκλησίας, με την απορία να έχει μείνει στο μυαλό της… εγωισμός… φτωχός… κρύο… Με το που άναψε πράσινο, χωρίς να το σκεφτεί έστριψε δεξιά, με αντίθετη κατεύθυνση. Χωρίς να το καταλάβει, πήρε τον δρόμο για τον Πειραιά. Δεν μπορεί, μάλλον μου έχει στρίψει!, σκέφτηκε. Τι κάνω; Πού πάω; Τα χριστουγεννιάτικα στολίδια γέμιζαν τους δρόμους, τα φωτάκια ακόμη ανοιχτά, σαν να της έδειχναν ποιον δρόμο να πάρει, η θάλασσα μαύρη και σκοτεινή. Κατέβασε λίγο το παράθυρο να μπει λίγο φρέσκο μήπως και συνέλθει και πάρει τον δρόμο της επιστροφής. Αντιθέτως, συνέχισε και χωρίς να το καταλάβει πέρασε το στάδιο Καραϊσκάκη και σε δέκα λεπτά έφτασε στο λιμάνι. Βρήκε να παρκάρει εύκολα και βγαίνοντας από το αυτοκίνητο στάθηκε μπροστά στα πλοία που πήγαιναν στην Αίγινα και κάθισε σε ένα παγκάκι ατενίζοντάς τα. Χιλιάδες σκέψεις πέρασαν από το μυαλό της, πώς ήταν η ζωή της πριν έναν χρόνο… Αναπόλησε τις γιορτινές μέρες που ήταν χωμένη σε μία κουζίνα να μαγειρεύει για τους καλεσμένους της, να στρώνει το γιορτινό τραπέζι με επιμέλεια, όλα στην εντέλεια, όπως και η ζωή της, ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε. Γυρίζοντας τα μάτια της στα δεξιά, διέκρινε μία φιγούρα χωμένη σε κάτι που έμοιαζε με κουβέρτα. Πιο πέρα δύο άλλες, πιο κάτω άλλες τρεις. Μία διαφορετική κοινωνία από ανθρώπους του δρόμου, που όταν τους συναντάς, γυρίζεις το κεφάλι προσποιούμενος ότι κοιτάς το τηλέφωνό σου ή αδιάφορα κάνεις ότι ψάχνεις κάτι.

Είχε ακούσει ότι όταν πέφτει η νύχτα το λιμάνι γεμίζει από άστεγους, αλλά ποτέ δεν το είχε δει με τα μάτια της. Σε λίγο θα άρχιζε η κίνηση του λιμανιού και έπρεπε να αδειάσουν το μέρος. Σαστισμένη και σοκαρισμένη σηκώθηκε και χωρίς φόβο στάθηκε πάνω από το κεφάλι του πρώτου άστεγου και τον καλημέρισε με την γλυκιά της φωνή
“Καλημέρα σας, καλά Χριστούγεννα!”

Ο άντρας, γύρω στα σαράντα, μισάνοιξε τα μάτια του, έβγαλε το χέρι του από την κουβέρτα του ανταποδίνοντας την καλημέρα.
“Πώς σας λένε; Εγώ είμαι η Κατερίνα”. Περίμενε λίγο και όταν είδε ότι δεν έλαβε απάντηση, προχώρησε πιο πέρα. Στάθηκε δίπλα σε μία γυναίκα αυτή την φορά. “Καλημέρα σας, καλά Χριστούγεννα!”. Η άγνωστη με ένα μικρό χαμόγελο την καλημέρισε, αν και δεν συνήθιζε να απαντάει ποτέ, αλλά αυτή η κοπέλα είχε κάτι το διαφορετικό από τους άλλους περίεργους.

Συνέχισε την περιοδεία της και καλημέρισε σχεδόν όλους, τους συστήθηκε, αλλά απάντηση έλαβε μόνο από μια αμφιβόλου ηλικίας γυναίκας, την Ελένη. Ένας κόσμος διαφορετικός της είχε αποκαλυφθεί, ένα θαύμα ζωής, γιατί μόνο έτσι πρέπει να χαρακτηρίσει κανείς την επιβίωση στον δρόμο. Με κρύο ή με ζέστη, χωρίς φαγητό, ζεστά ρούχα;

Η Κατερίνα κάθισε δίπλα της και την ρώτησε διακριτικά πώς βρέθηκε άστεγη. Η ταλαίπωρη γυναίκα σταύρωσε τα χέρια της και της διηγήθηκε την βασανισμένη ζωή της.

“Είχα έναν αδελφό, εγώ δεν παντρεύτηκα ποτέ μου, έτσι αφοσιώθηκα στο μεγάλωμα της ανιψιάς μου, που την έβλεπα σαν δικό μου παιδί. Έμενα στο πατρικό μου σπίτι, ένα παλιό προσφυγικό, στα Ταμπούρια και μόλις η μικρή μεγάλωσε, έφυγε για σπουδές. Στην αρχή οι επαφές μας ήταν λίγες, μετά σταμάτησαν και ο αδελφός μου διεκδίκησε το σπίτι. “Ή το κρατάς και μου δίνεις ενοίκιο ή μου το παραχωρείς, αλλιώς το παγκάκι στο πάρκο σε περιμένει. Τόσα χρόνια χάρη σου έκανα και σε άφηνα να μένεις χωρίς να μου πληρώνεις το μερίδιο που μου αναλογεί”.
“Μα, δεν έμενα μόνο εγώ. Δεν σου μεγάλωσα την κόρη σου; Πώς είχες τον χρόνο να κάνεις τα ταξίδια σου με την γυναίκα σου; Να κάνεις την ζωή σου;”. Δεν πέρασε πολύς καιρός και το άφησα το σπίτι. Στην αρχή με φιλοξένησε μία γειτόνισσα, αλλά εγώ αισθανόμουν ότι ήμουν βάρος και έφυγα κι από ‘κει. Δουλειά δεν υπήρχε για μένα, ποιος θα έβαζε στο σπίτι του μία βρωμιάρα, όπως με αποκαλούσαν; Έτσι έφτασα εδώ, στο λιμάνι. Αυτό είναι το σπίτι μου εδώ και πέντε χρόνια’’

Κεραυνός χτύπησε την Κατερίνα, μα υπάρχουν τέτοια αδέλφια; Αναρωτήθηκε.
“Μην νομίζεις, κάπως έτσι βρέθηκαν και οι υπόλοιποι εδώ. Τον βλέπεις αυτόν εκεί με την πράσινη κουβέρτα που του μίλησες πριν; Είναι ο Νίκος, αυτός δούλευε οικοδομή και κέρδιζε καλά λεφτά, αρρώστησε όμως ο πατέρας του και τον κοίταξε με το παραπάνω. Τα έτοιμα λεφτά μάτια μου τελειώνουν γρήγορα, ήρθε και η κρίση και σταμάτησε η ανοικοδόμηση και έτσι μετά τον θάνατο του πατέρα του, δεν μπόρεσε να ανακάμψει. Οι συγγενείς του γύρισαν την πλάτη και αδυνατούσε να πληρώνει το ενοίκιό του. Έτσι βρέθηκε και αυτός στον δρόμο.

Την βλέπεις αυτήν στο βάθος; Είναι η Ρένα, από την Κρήτη. Τα αδέλφια της τα πήραν τα χωράφια τάχα μου να τα καλλιεργούν αυτοί και όταν αρρώστησε με πνευμονία και ανέβηκε στην Αθήνα για το νοσοκομείο, την ξέχασαν. Μάταια προσπαθούσε να επικοινωνήσει μαζί τους και με τον καιρό, άρρωστη και μόνη, ήρθε μέχρι το λιμάνι μπας και βρει τρόπο να γυρίσει πίσω στο νησί. Ούτε νησί, ούτε αδέλφια, ούτε χωράφια. Τα παγκάκια αν μπορούσαν να μιλήσουν, θα σου περιέγραφαν την δυστυχία της. Τον τελευταίο καιρό παρηγοριέται με το διάβασμα. Μην σου φαίνεται περίεργο, είναι πολύ ψαγμένη ψυχή, τα καταπίνει τα βιβλία! Ξέρεις, οι άνθρωποι πετάνε πολλά πράγματα στα σκουπίδια που δεν φαντάζεσαι. Αλλά εκείνη πηγαίνει έξω από έναν εκδοτικό οίκο και βρίσκει τους θησαυρούς της. Έχω να σου λέω ιστορίες, ουυυυ! Βιβλία ολόκληρα μπορείς να γράψεις κόρη μου!”.

Η Κατερίνα έπιασε το κεφάλι της, σαν να ζούσε σε όνειρο, σήκωσε τα μάτια, κοίταξε τα πλοία, ο ήλιος είχε ήδη σηκωθεί, οι καμπάνες της Αγίας Τριάδας χτυπούσαν χαρμόσυνα και οι άστεγοι σαν να είχαν πάρει το μήνυμα, σηκώθηκαν μαζεύοντας τις κουβερτούλες τους.

Μέσα σε λίγη ώρα είχε αλλάξει πάλι η ζωή της, η θλίψη της είχε πάει ταξίδι μαζί με τα πλοία σε άλλα μέρη.
“Και τώρα πού θα πάτε; Δεν υπάρχει μία αίθουσα, κάπου, να σταθείτε για λίγο;” την ρώτησε με απορία.
“Κοίτα, σήμερα δεν θα έχει πολύ κίνηση λόγω της ημέρας και θα πάμε κάτω από εκείνο το υπόστεγο.”
“Ωραία” απάντησε εκείνη. “Θα σας βρω εκεί.”

Σε λίγα λεπτά είχε μπει στο αμάξι της και πήρε τον δρόμο για το σπίτι. Η διαδρομή της φάνηκε τόσο σύντομη, έτρεχε σαν να έπρεπε να προλάβει το αεροπλάνο, μην φύγει και δεν είναι μέσα. Έφτασε στο σπίτι και τρέχοντας μπήκε μέσα, πήγε στην τραπεζαρία, την όμορφη, την στολισμένη με το κόκκινο τραπεζομάντηλο και τα γλυκά αραδιασμένα στις πιατέλες, πήρε δύο κουτιά, έβαλε κουραμπιέδες και μελομακάρονα και πήρε μικρά σακουλάκια και τα γέμισε με τα αγαπημένα μπισκοτάκια βουτύρου που τα είχε φτιάξει όπως τότε που ήταν μικρή η κόρη της, με τα σχέδια τα χριστουγεννιάτικα, δεντράκια, μποτούλες, καμπανούλες και άγιο βασίληδες. Έφτιαξε και καφέ, γέμισε 2 θερμός, πήρε πλαστικά ποτηράκια, τα έβαλε σε μία τσάντα και ξεκίνησε για τον Πειραιά.

Το ρολόι έδειχνε ακόμη δέκα, ευτυχώς ο περισσότερος κόσμος κοιμόταν και δεν βρήκε κίνηση. Στο φανάρι της Αλίμου με την Ποσειδώνος, έγινε η μοιραία συνάντηση. Ένας νεαρός γύρω στα τριάντα πέντε με την μικρή του κόρη στέκονταν στα φανάρια. Εκείνος καθάριζε τα τζάμια, εκείνη καθόταν στο διάζωμα και ξεφύλλιζε ένα βιβλίο. Δεν μπόρεσε να σταματήσει εγκαίρως και συνέχισε την διαδρομή της προσπαθώντας να τον βλέπει μέσα από τον καθρέφτη του αυτοκινήτου, μέχρι που τον έχασε από τα μάτια της. Κρίμα, σκέφτηκε, ίσως να τον προλάβω στην επιστροφή και επιτάχυνε το αυτοκίνητο για να φτάσει μία ώρα νωρίτερα στον προορισμό της.

Με το που πάρκαρε στο λιμάνι, έτρεξε προς το υπόστεγο και βρήκε μαζεμένους καμμιά δεκαριά άστεγους. Με το χαμόγελο στα χείλη τους καλημέρισε ξανά και έβγαλε από την τσάντα τα μπισκοτάκια και τον καφέ. Τι χαμόγελα ήταν αυτά που εισέπραξε! Πόση χαρά ένιωσε στην ψυχή της! Αυτό εννοούσε η φωνή που άκουγε στα αυτιά της τελικά. Δώσε αγάπη χωρίς να βαρυγκωμάς και θα σου έρθει πίσω εκεί που δεν το περιμένεις. Κάθισε δίπλα στην Ελένη, έβαλε και σε εκείνη λίγο καφέ, πήρε ένα μπισκοτάκι και τον ήπιε σιγά, χωρίς να βιάζεται να γυρίσει πίσω. Έμαθε και τα ονόματα των υπολοίπων, άκουσε τις ιστορίες τους και αν δεν ήταν το ρολόι να χτυπήσει μία, δεν θα έφευγε καθόλου.

Ζήτησε συγνώμη που τους άφηνε, τους υποσχέθηκε ότι αύριο πάλι το πρωί θα βρισκόταν ανάμεσά τους με τυροπιτούλες και ζεστό καφέ και κίνησε για την επιστροφή στο σπίτι. Είχε υποσχεθεί στην αδελφή της ότι θα έτρωγαν μαζί το μεσημέρι.

Πέρασε το Παλαιό Φάληρο, το Καλαμάκι και έπιασε την δεξιά λωρίδα για να ανέβει την Αλίμου. Με το που άρχισε να την ανεβαίνει, να σου ο νεαρός με το κοριτσάκι, κάθονταν στο πεζοδρόμιο και έτρωγαν λίγο ψωμί. Παναγία μου, μέρα που είναι, πώς είναι δυνατόν ένα παιδί να βρίσκεται στον δρόμο και να τρώει κάτι ψίχουλα; Σταμάτησε το αυτοκίνητο, βγήκε έξω και κατευθύνθηκε προς το μέρος τους.
“Καλημέρα, καλά Χριστούγεννα”, τους είπε με τρεμάμενη φωνή. “Σας είδα και το πρωί, αλλά δεν μπόρεσα τότε να σταματήσω.”. Ευτυχώς είχε περισσέψει ένα σακουλάκι με μπισκότα, το έβγαλε από την τσάντα και το πρόσφερε στην μικρή.
“Πώς σε λένε αγάπη μου; Εγώ είμαι η Κατερίνα.”. Το κορίτσι της έριξε μια ματιά στα γρήγορα, χαμογέλασε, πήρε τα μπισκοτάκια και της απάντησε
“Με λένε Μαρία και από εδώ ο πατέρας μου.”

Ο νεαρός σήκωσε το βλέμμα του και με απορία της ανταπέδωσε την καλημέρα, τις ευχές και της συστήθηκε “Είμαι ο Γιάννης, ευχαριστούμε για το κέρασμα”.
“Χρονιάρα μέρα φίλε μου, δεν έχεις να πας πουθενά;” τον ρώτησε η Κατερίνα με απορία. “Πώς βρέθηκες στον δρόμο, μου λες; Και κουβαλάς και την μικρή…” συνέχισε σταυρώνοντας τα χέρια κάτω από τις μασχάλες, γιατί είχε αρχίσει να κάνει κρύο. “Λοιπόν άκου, έχω μια ιδέα, δεν έρχεστε να φάμε σπίτι μου που είναι ζεστά και θα είμαστε πιο άνετοι, να μου πεις την ιστορία σου;”.

Ο άντρας δεν πίστευε στα αυτιά του, φαγητό σπιτικό, τραπέζι, ζεστό νερό, όλα αυτά του φαίνονταν ένα όνειρο! Κούνησε το κεφάλι ελαφρώς μήπως και ονειρεύεται και σε πολύ λίγο είχαν μπει όλοι στο αυτοκίνητο και ξεκίνησαν για το σπίτι.

Η Κατερίνα άνοιξε την πόρτα και η μικρή άφησε μια φωνούλα να της ξεφύγει από θαυμασμό. Η αλήθεια ήταν ότι αν και δεν είχε στολίσει δέντρο, είχε κάνει μία ζεστή και όμορφη διακόσμηση, στα κόκκινα τα χρώματα που αγαπούσε από μικρή και το σπίτι μύριζε από την κανέλα και το πορτοκάλι, το βούτυρο και την ζάχαρη άχνη, όλα έμοιαζαν παραμυθένια. Ο Γιάννης της διηγήθηκε την ιστορία του… ήταν ένας πολύ ταλαντούχος γραφίστας, αλλά με την κρίση έμεινε άνεργος για πολύ καιρό και σαν να μην έφτανε αυτό, πέθανε και η γυναίκα του. Τα χρήματα που είχε στην άκρη τελείωσαν και έτσι έμεινε άστεγος μετά από λίγο καιρό. Την μικρή δεν είχε πού να την αφήσει και την έπαιρνε μαζί του. “Ποτέ χωρίς την κόρη μου” έλεγε. Και η Μαρία καθόταν λίγο πιο πέρα, κάτω από κανένα δέντρο διαβάζοντας τα αγαπημένα της βιβλία.

Ο νεαρός έκανε τον σταυρό του ευχαριστώντας τον Κύριο για το ανέλπιστο δώρο που του φύλαγε η μέρα. Και δεν ήταν μόνο εκείνη η Τετάρτη, αλλά και πολλές άλλες. Ο Θεός, η μοίρα, είχε άλλα σχέδια για εκείνη. Τα Χριστούγεννα της καρδιάς, ήταν πιο σημαντικά από μια επίσκεψη στην εκκλησία.

Η Κατερίνα του βρήκε μία μικρή θέση στην εταιρεία που εργαζόταν, του πρόσφερε στέγη προσωρινά μέχρι να σταθεί στα πόδια του και να μπορεί να πληρώνει το δικό του ενοίκιο, το σπίτι γέμισε πάλι με παιδικές φωνές και φυσικά μυρωδιές από σπιτικό φαγητό και μπισκότα βουτύρου, εκείνα με τα σχεδιάκια, τα κοριτσίστικα και την ζαχαρόπαστα!

Δήμητρα Καμπόλη

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading