Πονοκέφαλος

Έχετε νιώσει πως κάτι ζει μέσα στο κεφάλι σας και σας πιέζει, σαν να θέλει να ανοίξει μια μυστική δίοδο από το κρανίο στον έξω κόσμο; Συνέχεια; Κάθε μέρα που ξυπνάτε;
Όχι, όχι. Όχι. Όχι από κάποια αρρώστια, μην το πάτε εκεί. Τίποτα τέτοιο. Αλλά απλά ότι… έτσι γεννηθήκατε. Με αυτό το ρημάδι μέσα στο κεφάλι σας. Μια ενοχλητική μάζα εντός σας.
Αν δεν το έχετε βιώσει, τότε ίσως δεν θα με καταλάβετε. Ίσως δεν θα με καταλάβει κανείς.

Ήξερα ότι ο συνταγματάρχης με είχε καλέσει εκείνο το βράδυ στο γραφείο του για να προετοιμάσει το έδαφος. Για να δώσει τον απαραίτητο χρόνο στους άλλους. Ήταν μια κρύα νύχτα, σε ένα σχετικά απομονωμένο στρατόπεδο. Λίγοι άτυχοι φαντάροι κατοικούσαμε σε αυτό και προσπαθούσαμε να βρούμε λόγους να δικαιολογήσουμε την ύπαρξή μας, καθότι δεν υπήρχε τίποτα το ενδιαφέρον σε εκείνον το σκατότοπο. Κάποιοι παίζανε χαρτιά, άλλοι βλέπανε video στα κινητά τους, μερικοί ασχολιόντουσαν με το ποδόσφαιρο ή το μπάσκετ.
Και υπήρχαν και εκείνοι που έπαιρναν χόρτο. Κι όχι μόνο αυτό, όπως ανακάλυψα. Πολλά ναρκωτικά κυκλοφορούσαν, ανταλλάσσονταν με λεφτά και χορηγούνταν στον οργανισμό νεαρών αντρών με στολή και όπλα ανά χείρας. Βάραγαν ενέσεις ή ρουφούσαν με τη μύτη και μετά χασκογελούσαν και έγερναν για να ονειροπολήσουν. Οι κοιτώνες βρωμούσαν, λες και καθαρίζονταν με καθαριστικά με άρωμα μαριχουάνας. Στην αυλή, στα γήπεδα, ακόμα και σε άλλα κτίρια, έβλεπες κάποιο ύποπτο χαρτάκι ή αλουμινόχαρτο με υπολείμματα σκόνης. Τις ενέσεις ήξεραν να τις κρύβουν.
Αλλά και από αυτές βρήκα τελικά.

Σε αυτό το στρατόπεδο είχα έρθει για να με τιμωρήσει ο προηγούμενος διοικητής μου. «Δυσμενή μετάθεση», είχε πει. «Θα περάσεις καλά. Θα πας στην εξοχή και θα γιάνει το σαπιοκέφαλό σου». Μετά είχε γελάσει. Είχε θεωρήσει αστείο να στείλει κάποιον σαν εμένα σε ένα στρατόπεδο όπου οι έξοδοι ήταν πιο σπάνιες και από άντρα που δε διαμαρτύρεται ότι πεθαίνει επειδή έχει τριάντα εφτά πυρετό. Εμένα, που το μόνο που θέλω είναι να κοιμάμαι και να χαπακώνομαι, για να ηρεμεί ο πόνος.
Ακούγεται αντιφατικό, ε; Να μιλάω για ναρκωτικά ενώ και εγώ παίρνω.
Όμως, άλλο η μία περίπτωση κι άλλο η άλλη, εξυπνάκηδες.

Ήξερα τι γινόταν στο στρατόπεδο. Όλοι ήξεραν. Αλλά κανείς δεν θα μιλούσε. Κανείς δεν θα τα έβαζε με την Εφτάδα. Έξι οπλίτες και ο διοικητής του στρατοπέδου έκαναν κουμάντο και θα έκλειναν το στόμα σε όποιον έκανε κάτι. Διακινούσαν την πραμάτεια οι έξι και ο ανώτερος τσέπωνε το εβδομήντα τοις εκατό των κερδών. Απλή επιχείρηση, κατά βάση.

Δεν ήξερα εξ αρχής ότι ο συνταγματάρχης ήταν στο κόλπο. Το έμαθα ένα μήνα πριν από το βράδυ που με κάλεσε στο γραφείο του. Του είχα πει, ο ηλίθιος, τι διαπίστωσα και εκείνος με πήρε παράμερα και μου εξήγησε ότι θα έπρεπε να μείνω εκτός. Να μην κάνω το παραμικρό.
«Γιατί ποτέ δεν ξέρεις», τόνισε, τρίβοντας το μουστάκι του. «Ποτέ δεν ξέρεις τι μπορεί να συμβεί».
Όχι, δεν έκανε κανένα σεξουαλικό υπονοούμενο.
Του το υποσχέθηκα.

Ναι. Σίγουρα. Σιγά μην καθόμουν. Με είχε τσαντίσει πολύ η όλη φάση, τόσο που ο πονοκέφαλος δεν μ’ άφηνε να κοιμηθώ. Τα χάπια δεν επενεργούσαν και για τέσσερις νύχτες έμεινα ξάγρυπνος, κάτι που μου ήταν ιδιαίτερα δύσκολο. Χρειαζόμουν τον ύπνο.

Εκείνο το πράγμα στο κεφάλι μου, δεν έλεγε να ησυχάσει. Μου δημιουργούσε σκέψεις και πιθανά σενάρια. Έβλεπα νοερά στρατιώτες που ήξερα, να δοκιμάζουν να σηκώσουν το όπλο για να πάνε στη σκοπιά και να μην τα καταφέρνουν, αλλά να πέφτουν στο χώμα, νεκροί. Είχα δει τους γονείς μερικών εξ αυτών. Είχα δει πόσο πολύ επιθυμούσαν να τους δουν οι μανάδες και οι πατεράδες και τα αδέλφια και οι σύντροφοί τους. Ήταν συγκινητικό, με άγγιζε. Και αν υπήρχε μια στιγμή που σταματούσε ο πόνος φυσιολογικά, ήταν όταν τα ειρηνικά τάγματα της καρδιάς μου έσπευδαν να συνδράμουν στη γαλήνη μου.

Εγώ δεν είχα οικογένεια, αλλά κάποιοι είχαν. Κάποιοι που πλευρίζονταν από έξι διαβολικούς συναδέλφους τους.

Ο συνταγματάρχης νόμιζε ότι θα καθόμουν με σταυρωμένα τα χέρια. Τόσο ηλίθιος ήταν.

Μιάμιση εβδομάδα πριν με καλέσει στο γραφείο του, επικοινώνησα με δύο υπηρεσίες. Παρέκαμψα το διοικητή μου και απευθύνθηκα στο Γενικό Επιτελείο. Τους είπα τι συμβαίνει. Κι εκείνοι τι έκαναν; Πήραν τον συνταγματάρχη, να τον ρωτήσουν. Αντί να στείλουν κάποιον να ερευνήσει, πήραν τηλέφωνο τον αρχηγό των διακινητών.

Το ίδιο απόγευμα οι έξι οπλίτες με πλεύρισαν. Με περικύκλωσαν και με απομόνωσαν από τους άλλους.
«Τέλειωσες», είπε ο ένας. «Να κοιτάς πάντα πάνω από τον ώμο σου. Ποτέ δεν ξέρεις. Ποτέ δεν θα καταλάβεις από πού θα σου ’ρθει».

Ένας άλλος με έσπρωξε και ένας τρίτος με κλότσησε στην πλάτη. Έπεσα στο χώμα και το κεφάλι μου δονήθηκε από την καταστροφή. Δάκρυσα. Δεν τους είδα να φεύγουν, αλλά άκουσα τα αργόσυρτα βήματά τους. Έμοιαζαν με πελάτες που φεύγουν ξαλαφρωμένοι από το μπουρδέλο.

Το ίδιο βράδυ έστειλα δείγματα στην αστυνομία. Χέσε τους στρατιωτικούς, σκέφτηκα. Τους έδωσα την ευκαιρία τους. Καιρός να κάνουμε μερικές αλλαγές παικτών.
Δεν έλαβα προσωπικά τα αποτελέσματα. Αλλά έμαθα τι έδειξαν.
Όμως, μέχρι να μάθω, έπρεπε να περάσω κι άλλες δοκιμασίες. Γι’ αυτό και πήρα τα μέτρα μου. Έπρεπε να φυλάγομαι. Δεν είχα σωματικές ικανότητες για να αμυνθώ, αλλά είχα κάτι που με τριβέλιζε στο μυαλό και ένωνε διαφορετικούς νευρώνες μεταξύ τους.

Δεν χρειάστηκα πολύ χρόνο για να αποφασίσω. Ήξερα ότι είχα μπλέξει και ότι, εφόσον δεν είχα σύντομα τα αποτελέσματα, θα έπρεπε να κάνω κι άλλες ενέργειες για μένα –και όχι μόνο.
Και τις έκανα. Όταν τελείωσα, δεν το πίστευα ότι είχα φτάσει σε αυτό το κομβικό σημείο.

Και κάπως έτσι φτάνουμε στην νύχτα που ο συνταγματάρχης με καθυστέρησε με γραφειοκρατικές αγγαρείες, που θα μπορούσαν να γίνουν και μετά από ένα μήνα, χωρίς να υπάρχουν συνέπειες. Με κοιτούσε όλη την ώρα• δεν έφυγε στιγμή από το γραφείο. Μετακινιόταν εδώ κι εκεί, αλλά δεν έφευγε. Ήθελε να με έχει στο νου του.

Ο πονοκέφαλος με ανάγκασε να χαπακωθώ τρεις φορές μέσα σε πέντε ώρες. Ήμουν σε φοβερή υπερένταση. Τα πράγματα έβαιναν προς κάποια κλιμάκωση και αυτό ερέθιζε το πλασματάκι που κατοικούσε στο κεφάλι μου.
«Μπορείς να πηγαίνεις», μου είπε ο συνταγματάρχης, γύρω στις δέκα.
«Μάλιστα, κύριε», είπα και σηκώθηκα. Βάρεσα προσοχή και κατευθύνθηκα προς την πόρτα.
«Δύο μήνες. Τόσο θέλεις για να απολυθείς, σωστά;»
Γύρισα και τον κοίταξα. «Μάλιστα, κύριε».
Ένευσε. «Κρίμα. Κρίμα. Νόμιζα ότι ήσουν πιο έξυπνος».
Δεν απάντησα.
«Φύγε. Γύρνα στον θάλαμό σου. Καλό… βράδυ».

Βγήκα από το γραφείο.
Βγήκα και από το κτίριο.
Αλλά πήγα στο ΚΨΜ, όχι στον θάλαμο. Ήταν κλειστό κι έτσι αναγκάστηκα να παραβιάσω την πόρτα. Άκουσα ένα ψιτ και στράφηκα. Είδα τον φαντάρο που είχα πληρώσει να παρακολουθεί τον θάλαμο. Μου είπε ότι με περίμεναν. Εκείνοι οι έξι. Μόνοι τους. Ο λόχος βρισκόταν σε «νυχτερινές ασκήσεις». Δήθεν.

Τον ευχαρίστησα και του έδωσα κι άλλα λεφτά και του τόνισα να μη βγάλει άχνα. Συμφώνησε. Έφυγε στο σκοτάδι.

Είχε κρύο, αλλά δεν με πείραξε. Πήρα μια κόκα κόλα και άφησα τα χρήματα στον πάγκο. Κάθισα σε ένα τραπέζι. Απόλαυσα τη ζάχαρη και το ανθρακούχο ποτό μου. Μέτρησα ως το εκατό, ξεκινώντας από το δέκα. Χρησιμοποιούσα αυτή την τεχνική για να καλμάρω τον εαυτό μου.
Έπιασε, αλλά μια ανησυχία παρέμεινε. Η δειλία με απειλούσε.
Και αν…
Δεν είναι σω…
Το κτίριο που αναπαυόμασταν οι φαντάροι παρέμενε στοιχειωμένο. Το έβλεπα καθαρά.
Έτσι, όταν το ανατίναξα, είχα τέλεια θέα. Βόμβες στις τέσσερις γωνίες. Γκρεμίστηκε σαν να έβγαινε κάτι κολασμένο από την μήτρα του.
Το είδα και το άκουσα.
Το απόλαυσα.

Δεν πήγα φυλακή. Έγιναν έρευνες, και ακόμα γίνονται, αλλά για εμένα δεν ήξερε κανείς. Δεν υπήρχαν αποδείξεις. Οι επιτροπές του ΓΕΕΘΑ και οι ανακριτές δεν έβγαλαν άκρη μαζί μου. Συν ότι ο δεν είχα γνώσεις για βόμβες και τέτοια, συν το πρόβλημα υγείας μου, συν ότι ο φαντάρος που είχα πληρώσει μάλλον φοβήθηκε να μιλήσει για μένα…
Τη σκαπούλαρα.

Ο συνταγματάρχης πάλι, περιμένει να δικαστεί. Δεν ξέρω πόσες κατηγορίες τον βαραίνουν, αλλά μπορείτε σίγουρα να προσθέσετε και το ότι υπήρχαν δικά του δακτυλικά αποτυπώματα στα δείγματα που είχα στείλει στην αστυνομία. Ο μαλάκας νόμιζε πως η υπόθεση δεν θα έβγαινε ποτέ στο φως της δημοσιότητας και δεν πήρε τις προφυλάξεις του.
Εγώ τι; Αν έχω τύψεις;
Όχι. Δε σκότωσα κανέναν άλλο, εκτός από εκείνους τους έξι. Λυπάμαι για τους συγγενείς τους, αλλά όχι για αυτά τα καθίκια.
Σας είπα, ίσως δεν θα με καταλάβει κανείς.
Αλλά δεν με νοιάζει.
Ο πονοκέφαλος έχει ησυχάσει.

Τάκης Κομνηνός

——————————————————————————————————
Σημειώσεις: Το κείμενο αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα.
Θα ήθελα την άποψή σας είτε εδώ, είτε (και) στην σελίδα του TheBluez.gr στο Facebook: https://www.facebook.com/TheBluez.gr.
Βρείτε όλα τα κείμενά μου εδώ: https://thebluez.gr/category/anastkom/.
Και στον ακόλουθο συνδέσμου όλα τα κεφάλαια της «Εντολής της Κόμισσας», που δημοσιεύονται σε συνέχειες: https://thebluez.gr/category/serials/.

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading