Χριστουγεννιάτικη Ευχή

«Γιατί κυρία, κλαίτε συνέχεια;» την ρωτούσαν συχνά οι μαθητές της.
«Δεν κλαίω, βουρκώνω επειδή με τσιμπάει η καρδιά μου», απαντούσε με ειλικρίνεια.
Η κυρία Μαίρη ήταν η κυρία με τα δακρυσμένα μάτια. Ήταν μεγάλα και μελιά, με έντονες βλεφαρίδες που έκρυβαν τις μικρές ρυτίδες της πάνω από δύο μονίμως ροζιασμένα μάγουλα και μια μικρή μύτη που κοκκίνιζε πάνω στο κατάλευκο δέρμα της. Δεν την πείραζε να την αποκαλούν έτσι επειδή ήταν πολύ ευαίσθητη. Ήταν δασκάλα από τα εικοσιπέντε της κι αν ζούσε ακόμα, θα είχε να μας διηγηθεί πολλές όμορφες ιστορίες.

Είχε βρεθεί μπροστά σε μια συζήτηση όταν ήταν πολύ μικρή και άκουσε μια κουβέντα που την κράτησε μέσα της για πάντα. Μια γυναίκα μετέφερε τις συμβουλές ενός γέροντα – σήμερα Αγίου- σχετικά με την επαγγελματική αποκατάσταση της ανιψιάς της. Όπως τα μετέφερε ο άντρας της που πήγε στο κελί του, είπε ο μακαριστός γέροντας: «Να γίνει νηπιαγωγός». Το έβαλε πρώτο και καλύτερο βλέπετε! «Αν δεν μπορεί, να γίνει δασκάλα. Και αν δεν μπορεί, ας γίνει καθηγήτρια». Πόσο ανάποδα τα έχουμε σήμερα σε αξία αυτά τα επαγγέλματα. Η μικρή Μαίρη όμως που είχε ανοιχτή την καρδιά, κατάλαβε. Ο λόγος που το είπε είναι γιατί έχουν στα χέρια τους ψυχές μικρών παιδιών και τις πλάθουν! Τόσο σημαντικές είναι οι δασκάλες των μικρών παιδιών.

Μπορεί να μην τα κατάφερε για νηπιαγωγός, αλλά έγινε εξαιρετική δασκάλα δημοτικού. Αυτά τα είκοσι χρόνια, πέρασαν εκατοντάδες μαθητές από την αγκαλιά της. Με λύπη συνειδητοποίησε νωρίς ότι το σχολείο δεν πραγματοποιεί τον σκοπό του. Κατάφερε όμως να κάνει την διαφορά τόσο αθόρυβα, που κανείς δεν το κατάλαβε, εκτός από τις καρδιές των παιδιών που γέμισαν από την αγάπη και την φροντίδα της.

Εκείνο το Σεπτέμβριο, η νέα τάξη είχε κάτι το ιδιαίτερο. Το μεγαλύτερο μέρος των παιδιών ήταν πολύ μοναχικά και ντροπαλά. Έπρεπε να τα βοηθήσει να χτίσουν μια παρέα, μια μικρή κοινωνία. Με τον καιρό όλα εντάχθηκαν, εκτός από ένα κοριτσάκι, την Αγνή. Όνομα και πράμα, αυτό το οκτάχρονο ήταν ένας άγγελος. Μικροκαμωμένη και αδυνατούλα, με λεπτά, καστανά μαλλάκια και μεγάλα μάτια που όλο κάτι ζητούσαν. Αγάπη και φροντίδα. Η κυρία Μαίρη τα έδινε ολόψυχα, αλλά η μικρή δεν φαινόταν να βελτιώνεται. Δεν μιλούσε πολύ, δεν έπαιζε με τα άλλα παιδιά, δεν συμμετείχε στην τάξη, αλλά το πιο ανησυχητικό ήταν ότι δεν γελούσε.

Βρήκε το τηλέφωνο και κάλεσε την μητέρα της. Όσο την περίμενε, προσπαθούσε να φανταστεί πώς θα έμοιαζε η μαμά ενός αγγέλου. Όμως, μπήκε στο γραφείο μια γυναίκα βιαστική και φουριόζα, που αμέσως φάνηκε ότι βαριόταν να συζητάει για το παιδί της. Λίγα λεπτά κράτησε η κουβέντα και σηκώθηκε να φύγει φωνάζοντας το όνομα της Αγνής για να εμφανιστεί. Τότε η κυρία Μαίρη σάστισε βλέποντας την μικρή να διστάζει να πλησιάσει την γυναίκα.
«Προχώρα, σου λέω!» επέμενε εκείνη και έφυγε μπροστά, μα η μικρή έμεινε και κρύφτηκε πίσω από την φούστα της δασκάλας της.
«Άντε γλυκιά μου, μην περιμένει η μαμά σου», στεναχωρήθηκε η κυρία Μαίρη και ένιωσε ήδη την μύτη της να κοκκινίζει.
«Δεν είναι η μαμά μου».
«Ποια είναι;» γούρλωσε τα υγρά της μάτια, καθώς την έβλεπε να απομακρύνεται.
«Μητριά, θετή μαμά, κάτι τέτοιο. Ανάδοχη, μου είχαν πει», τα έλεγε μπερδεμένα η μικρή.

Όλο το βράδυ στριφογύριζε και σκεφτόταν τι αδικία ήταν που έτυχε σε αυτό το κορίτσι αυτή η μαμά. Δικά της παιδιά δεν είχε, άλλα τα πονούσε σαν να τα έβγαλε όλα από τα σπλάχνα της.

Μία βδομάδα πριν τα Χριστούγεννα, οργάνωναν τις τελευταίες λεπτομέρειες για την θεατρική τους παράσταση. Τα παιδιά διάβαζαν ξανά τους ρόλους τους καθισμένα στα θρανία ανά ομάδες, τα σκηνικά και τα κοστούμια ήταν έτοιμα, το σχολείο ήταν όλο στολισμένο απ’ άκρη σ’ άκρη. Η αναπαράσταση της γέννησης του Θεανθρώπου δεν θα μπορούσε να γίνει χωρίς την Αγνή στον ρόλο της ομορφότερης μητέρας που υπήρξε ποτέ. Η κυρία Μαίρη πρόβαρε το μαντήλι στα μαλλιά της μικρής και της θύμισε πόσο γλυκιά, έξυπνη και πολύτιμη ήταν, πόσο μοναδική, χαρισματική και όλα όσα πίστευε για εκείνη.
«Κυρία, όταν είμαι μαζί σας νιώθω σαν να τρώω ένα ζεστό πιάτο με σπιτική χορτόσουπα», της απάντησε η μικρή και η κυρία ξέσπασε σε γέλια και δάκρυα μαζί, γιατί χωρίς αυτά πώς θα πότιζε τις καρδιές των παιδιών.

Την ημέρα της παράστασης όλα ήταν έτοιμα, εκτός από την Αγνή που έλειπε και έψαχναν ξαφνικά ένα άλλο κορίτσι να μπει στην θέση της. Τελευταία στιγμή, κατέφθασε η μικρή λαχανιασμένη και ξεμαλλιασμένη. Η κυρία την πήρε γρήγορα μέσα να την βοηθήσει να ντυθεί, έβαλε πάνω από τα ρούχα της το φόρεμα και άρχισε να το δένει από πίσω. Σήκωσε τα μαλλιά της για να τα πιάσει σε κοτσίδα και είδε τον λαιμό της κοκκινισμένο. Αν και δεν έπρεπε, τράβηξε την μπλούζα της μικρής και έριξε μια ματιά στην πλάτη της. Μελανιές. Δεν είπε τίποτα και έδεσε το μαντήλι στα μαλλιά. Της έδωσε το φασκιωμένο κουκλάκι στην αγκαλιά της και βγήκαν έξω.

Το χειροκρότημα ήταν θερμό και στην αρχή και στο τέλος της παράστασης. Τα παιδιά υποκλίθηκαν, ενώ οι γονείς πετούσαν τριαντάφυλλα στην σκηνή και αμέσως τα μικρά όρμισαν να τα μαζέψουν. Η Αγνή πρόλαβε ένα λευκό και το έχωσε στην μύτη της. Έκλεισε τα μάτια σαν να προσευχόταν και ύστερα κοίταξε ψηλά. Ήξερε τι την περίμενε από στιγμή σε στιγμή, γιατί άρχισε να ακούει από μακριά φωνές και τσιρίδες.
«Δεν έπιασε», κατσούφιασε.

Η γυναίκα την βρήκε και την τράβηξε απότομα από το χέρι, φωνάζοντας ότι δεν πάει άλλο αυτή η κατάσταση, που το έσκασε από το μαγαζί, ότι τα πιάτα ήταν στοίβα, τα αποφάγια αμάζευτα, οι πελάτες περίμεναν. Θα ήταν τιμωρία τα Χριστούγεννα και όλα αυτά για μια χαζοπαράσταση. Θα τις δουλέψει στην λάντζα αυτές τις ώρες εννοείται, βαρέθηκε και κουράστηκε με την συμπεριφορά της που της έδωσε φαΐ και μια σκεπή πάνω από το κεφάλι της και δεν τα εκτιμάει η μικρή αχάριστη, τι άλλο θέλει;
«Ε; Τι άλλο;»
«Μία μαμά!» τράβηξε το χέρι της που είχε γίνει κατακόκκινο από τον αγκώνα και κάτω.
«Α! Έχεις πολύ θράσος!»
«Όχι, εσύ έχεις πολύ θράσος!» μπήκε ανάμεσα η κυρία Μαίρη. «Αλίμονό σου και την ξαναπλησιάσεις!»
«Πφφφ… Χάρισμά σου! Άχρηστη μου ‘ναι ούτως ή άλλως», ξεφύσηξε και έφυγε έτσι απλά.
«Θα φροντίσω προσωπικά να μην πάρεις ποτέ ξανά παιδί», υποσχέθηκε.

Παραμονή Χριστουγέννων, το σπίτι της δασκάλας ήταν όπως πάντα τέτοια μέρα ανοιχτό. Τα παιδιά έφταναν ανά ομάδες και έλεγαν τα κάλαντα, ο φούρνος έψηνε μοσχομυριστά μπισκότα και το τζάκι έκαιγε από νωρίς. Η Αγνή καθόταν δίπλα του, καθισμένη σε μια απλωμένη κουβέρτα και έπαιζε με την καινούρια της κούκλα.
«Σου έφτιαξα ζεστή σοκολάτα, σου αρέσει;»
«Πάρα πολύ! Έχω καιρό να πιω. Εσύ δεν έκανες για εσένα;»
«Έφτιαξα τσάι για εμένα, δεν τελείωσε ακόμα η νηστεία, γλυκιά μου».
«Αύριο θα πάμε στην εκκλησία;»
«Ναι, αγάπη μου».
«Ωραία. Θέλω να της πω από κοντά ότι έπιασε η ευχή μου και έχω μια μαμά καλή σαν εκείνη!»

Η κυρία Μαίρη γονάτισε, γιατί μόνο αυτό μπορούσε να κάνει μπροστά στην θέα ενός αγγέλου και αγκάλιασε όλο το φως της ψυχής που έλαμπε σαν θαύμα μέσα στα χέρια της.

Υ. Γ. Μην ξεχνάμε ότι εμείς πρέπει να μοιάσουμε σε αυτά και όχι αυτά σε εμάς. Καλά Χριστούγεννα με αγάπη και φώτιση.

C.C.

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading