Φτερά

Η μάσκα μου έχει γίνει ένα με τη σάρκα μου. Τη φοράω καιρό… Έχει αρχίσει να με κουράζει, να με βαραίνει. Το δέρμα μου άλλαξε και αρχίζει να απορρίπτει το υλικό της. Πλέον με καίει. Δεν μπορεί να την κρατήσω άλλο, η αίσθηση μοιάζει δυσβάσταχτη… Αρχίζουν να μου περιορίζονται οι ανάσες, ώσπου πια το παίρνω απόφαση και ξεκινώ την αποκόλλησή της. Πλέον αρχίζει να εκτίθεται το φθαρμένο μου “είναι”. Για αυτές τις στιγμές θα σου μιλήσω, τις στιγμές εκείνες πριν την αποκόλληση, μα και για τη στιγμή που αρχίζω σταδιακά και ξεκολλώ τη μάσκα μου.

Παραμύθιαζα τον εαυτό μου, προσδίδοντάς του δυνάμεις ισχυρές. Δημιουργούσα έναν αέρα ελευθερίας με τα λόγια, ξεγελώντας πρώτα εμένα και μετά τους γύρω μου. Τότε… την εποχή που ξεκίνησαν όλα… Ένιωθα πως δεν είμαι παιδί πια, πως έχω ήδη φτερά για να πετάξω. Μα απ’ τα πρώτα φτερουγίσματα τα φτερά αρχίζουν και γίνονται αδύναμα. Λιώνουν κι εγώ δε μπορώ πλέον να πετύχω την ανύψωση. Πασχίζω να κρατήσω έστω το ύψος που έφτασα, βάζω όλη μου τη δύναμη, πιέζω τα φτερά. Είμαι ακόμη εκεί, μα νιώθω πως δεν μπορώ να κρατηθώ άλλο, αρχίζουν και μουδιάζουν. Σύντομα θα έρθει η πτώση, τα φτερά λιώνουν. Δεν ήταν αληθινά, τα δικά μου ήταν μικρά ακόμη.

Κατασκεύασα μόνη μου κέρινα, άρα ψεύτικα να με βοηθήσουν για λίγο, να νιώσω παντοδύναμη. Ήμουν περήφανη γι’ αυτά, έλεγα πως δε χρειάζομαι πια τη βοήθεια κανενός. Μα με ανύψωσαν μονάχα για λίγο και τώρα η πτώση μοιάζει επώδυνη. Θα τραυματιστώ και με το ζόρι θα βαδίζω σ’ εκείνη την ευθεία που πάντα υποτιμούσα. Ήδη πέφτοντας νοσταλγώ τη σιγουριά στα πατήματα. Θέλω να ζητήσω βοήθεια, μα δειλιάζω, διστάζω, ντρέπομαι. Επιζητώ ένα στήριγμα, να πιαστώ όταν θα πέσω στο έδαφος, να με κρατήσει, μειώνοντάς μου τη φόρα της πτώσης. Να μειώσει την δύναμη με την οποία θα τσουγκρίσω με το έδαφος κι έπειτα να βαδίσουμε μαζί, δίπλα δίπλα. Να πορεύομαι υποβασταζόμενη μέχρι να ανακτήσω τις δυνάμεις μου, μέχρι να επουλωθούν οι πληγές.

Για όλες εκείνες τις φορές που είπα πως είμαι μεγάλη πια και πως δεν είχα ανάγκη να πιάσω ένα χέρι σφιχτά. Για τις φορές εκείνες που είπα πως σκλήρυνα κι αντέχω τα πάντα.

Δεν ήξερα πόση καταχνιά κρύβει μέσα του αυτό το “για πάντα”. Έμοιαζα με παιδί ακόμη, που με κάθε νέο κατόρθωμα νομίζει πως έχει κατακτήσει τον κόσμο όλο. Μα ο κόσμος κρύβει σκοτάδι, ικανό να καλύψει το φως. Κοφτερά ψαλίδια έτοιμα να σου κόψουν τα φτερά, σαν τα δουν να ξεπροβάλλουν. Ψαλίδια που αρχίζουν και σου κόβουν τα φτερά με μανία… Ανιχνευτές των τρωτών σου σημείων, που έπειτα γίνονται σειρήνες. Σειρήνες που βροντοφωνάζουν κάθε σου ψεγάδι και ο ήχος είναι τόσο έντονος που αποτυπώνει μια ηχώ, που δε σταματά για χρόνια να ηχεί στα αυτιά σου.

Δεν ήμουνα δυνατή ακόμη για όλα αυτά. Δεν είχα αναπτύξει τη δεξιότητα να προσπερνώ τις παγίδες. Δυνατά, φυσικά φτερά, να συνεχίσουν να πετούν ακόμη και μετά τα χτυπήματα.

Μα θεώρησα την δύναμη λίγων στιγμών σαν παντοδυναμία και αυτό πληρώνω…

Ιωάννα Χαντζαρά

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading