Όνειρο;

Κάθισε στον γωνιακό καναπέ με το μπλε βελούδινο ύφασμα, κρατώντας ένα φλιτζάνι με τσάι στο χέρι. Απέναντι το τζάκι αναμμένο, χάριζε στο σαλόνι ένα απαλό ημίφως. Τα φώτα σβηστά και η Ειρήνη χάζευε τις πορτοκαλοκόκκινες φλόγες που έγλειφαν το μεγάλο κούτσουρο. Ήταν θαρρείς και χόρευε ένα ζευγάρι αγκαλιασμένο μέσα στη φωτιά. Τριγύρω τα ογκώδη έπιπλα του σαλονιού από ξύλο καρυδιάς, φαίνονταν ακόμα πιο επιβλητικά. Η μεγάλη βιτρίνα με την προίκα από πιάτα και ποτήρια μιας άλλης εποχής, ύψωνε τη σκιά της ανάμεσα στο έπιπλο της τηλεόρασης και τη βαριά τραπεζαρία. Το πορτατίφ ήταν αναμμένο, δίνοντας στον χώρο ένα γλυκό κιτρινωπό φως που ταίριαζε με το φως που έδινε η φωτιά.

Το σπίτι αυτό, μαζί με όλα του τα υπάρχοντα, ήταν η κληρονομιά που της είχε αφήσει η γιαγιά της όταν πέθανε, πέντε χρόνια πριν. Η διακόσμηση δεν διέφερε ιδιαίτερα από την εποχή που η γιαγιά της ήταν νέα και διάλεγε εκείνη τα χρώματα και τα έπιπλα του σπιτιού. Λίγες μοντέρνες προσθήκες είχε κάνει η Ειρήνη, ίσα για να κάνει τη ζωή της πιο άνετη και να εκσυγχρονίσει λίγο το οίκημα. Άλλωστε ήταν πάντα καλοδιατηρημένο, περιποιημένο και καθαρό. Η μεγάλη επίπεδη τηλεόραση που δέσποζε στον χώρο, μια από τις προσθήκες που έκανε η κοπέλα, ήταν αναμμένη με χαμηλωμένη ένταση. Έριχνε κλεφτές νυσταγμένες ματιές στο τοκ σόου που έδειχνε. Γνωστός παρουσιαστής έπαιρνε συνέντευξη εφ’ όλης της ύλης από γνωστή τραγουδίστρια. Μ@λακίες, σκέφτηκε νυσταγμένα. Δεν περνούσε και η ώρα να ξημερώσει. Είχε δίπλα της το κινητό της τηλέφωνο και ανυπομονούσε να της στείλει κάποιο μήνυμα ο φίλος της. Είχε βάρδια σήμερα το βράδυ, ήταν αστυνομικός και πολύ συχνά έκανε νυχτερινά. Ανησυχούσε πολύ περισσότερο όταν εκείνος έλειπε τις νύχτες, ήταν πιο επικίνδυνος ο κόσμος τότε.

Η κοπέλα κοίταξε το ρολόι της, ήταν ήδη τρεις παρά είκοσι τα ξημερώματα. Βούλιαξε στον καναπέ, ανεβάζοντας την κουβέρτα ως το λαιμό. Με λίγη τύχη η φωτιά στο τζάκι θα κράταγε μια-δυο ώρες ακόμα. Κοίταζε ασυναίσθητα μια το τζάκι, μια την τηλεόραση. Νύσταζε τόσο πολύ, που παραλίγο να της πέσει το φλιτζάνι από το χέρι. Το άφησε στο τραπεζάκι, έστειλε «καληνύχτα» στον φίλο της μαζί με ένα «σ’ αγαπώ και να προσέχεις» και βολεύτηκε καλύτερα. Κοίταξε μια τελευταία φορά την τηλεόραση, «το μυστικό της επιτυχίας της Ελένης», έγραφε η λεζάντα, αναφερόμενη στην διάσημη τραγουδίστρια. Μ@λακίες, σκέφτηκε ξανά η κοπέλα και της ξέφυγε ένα ειρωνικό χαχανητό.

Ο άνεμος έξω σφύριζε, καθώς περνούσε μέσα από τα κλαδιά των δέντρων. Εκείνη έμεινε τυλιγμένη στη ζεστή κουβέρτα. Ανατρίχιασε στιγμιαία, ακούγοντας τους εξωτερικούς θορύβους. Σήμερα βρήκε να λείπει και αυτός ο Γιάννης; σκέφτηκε. Μακάρι να πάνε όλα καλά, να γυρίσει σώος και σήμερα. Δεν θα ξεχάσει ποτέ την νύχτα, τρία χρόνια πριν, που την πήραν τηλέφωνο από το νοσοκομείο στις τρεις το πρωί. «Γεια σας, συγγνώμη για το ακατάλληλο της ώρας, η κυρία Σωτηροπούλου είστε;», την είχε ρωτήσει διστακτικά μια νοσηλεύτρια. Ο Γιάννης είχε τραυματιστεί, είχαν σπάσει τα πλευρά του, καθώς το περιπολικό ξέφυγε της πορείας του και τράκαρε κατά τη διάρκεια μιας καταδίωξης. Ευτυχώς και ο ίδιος και ο συνάδελφός του που οδηγούσε, την είχαν γλιτώσει με ελαφριά τραύματα. Εκείνης όμως της είχαν κοπεί τα πόδια, ούτε που θυμάται πώς ετοιμάστηκε και πήγε στο νοσοκομείο, το μυαλό της είχε παγώσει, σαν να είχαν σβηστεί από τη μνήμη της αυτές οι στιγμές. Το επόμενο που θυμάται είναι να βρίσκεται στο δωμάτιο που τον είχαν και εκείνος να τη διαβεβαιώνει πως όλα είναι καλά. Πάντα της κακοφαινόταν όταν έλειπε από το κρεβάτι τους, αλλά ιδίως από την ημέρα εκείνη και εξής, κατέληγε να κοιμάται στον καναπέ, περιμένοντάς τον. Τελικά παραδόθηκε στο γλυκό κάλεσμα του Μορφέα. Το πορτατίφ και η τηλεόραση αναμμένα, στο τζάκι τρεμόπαιζαν οι φλόγες.

Όχι πολύ αργότερα, άκουσε θόρυβο από την κουζίνα. Γυαλιά και τζάμια να σπάνε. Πετάχτηκε έντρομη από τον καναπέ. Ένιωθε να έχει ιδρώσει, μολονότι είχε μπει ο Δεκέμβρης και εκείνη φορούσε μόνο το παντελόνι της λεπτής πιτζάμας της και ένα μακό μπλουζάκι. Η ανάσα της έβγαινε με δυσκολία και η καρδιά της πήγαινε να σπάσει στο στήθος της. Ήταν βέβαιη πως κάποιος μπήκε στο σπίτι. Αστραπιαία προσπάθησε να θυμηθεί αν είχε κλειδώσει τις πόρτες και αν όλα τα παράθυρα ήταν κλειστά. Μάταια όμως, το μυαλό της είχε σταματήσει. Κάπου είχε διαβάσει πως το καλύτερο που έχεις να κάνεις σε μια τέτοια περίπτωση, είναι να προσποιηθείς ότι κοιμάσαι. Πώς όμως θα έβρισκε την ψυχραιμία; Η γυναίκα έτρεμε ολόκληρη και δεν είχε την πολυτέλεια του χρόνου να σκεφτεί τι θα κάνει. Πριν προλάβει να αντιδράσει και ενώ βρισκόταν καθισμένη, είδε μπροστά της κάποιον. Φορούσε μαύρο τζιν, μπουφάν μηχανής και γάντια. Στα χέρια του κρατούσε ένα τσεκούρι. Για μερικές στιγμές κοιτάχτηκαν. Έπειτα η κοπέλα άρχισε να ουρλιάζει. «Σκάσε», της είπε και παράτησε το όπλο του. Όρμησε πάνω της και βάλθηκε να της κλείσει το στόμα με το χέρι του. Την εγκλώβισε ανάμεσα στα πόδια του και την ανάγκασε να ξαπλώσει στον καναπέ. Η Ειρήνη μάταια προσπαθούσε να ξεφύγει από τα χέρια του. Προσπάθησε να τον απωθήσει μα εκείνος ήταν πιο δυνατός. Έκανε να του δαγκώσει το χέρι, αλλά δεν τα κατάφερε. Άνοιξε τα μάτια της διάπλατα και τον κοίταξε ευθεία στα δικά του. Το ύφος του ήταν βλοσυρό, το βλέμμα του παγωμένο. Μολονότι φαινόταν το πολύ τριάντα πέντε χρονών, ήταν αρκετά ταλαιπωρημένος. Το κορμί του ανέδιδε μια μυρωδιά ιδρώτα και απλυσιάς. Η ανάσα του μύριζε αλκοόλ και τσιγάρο. Η νεαρή γυναίκα ήταν έτοιμη να κάνει εμετό. Μέσα στο μυαλό της έκανε σενάρια για το πώς θα του ξεφύγει. Αναρωτήθηκε πόσο μακριά ήταν το τραπεζάκι με το πορτατίφ, αν άπλωνε το χέρι της και αν θα κατάφερνε να του το φέρει στο κεφάλι.

Πριν προλάβει να κάνει σκέψη την πράξη της, την έσυρε από τα μαλλιά, αναγκάζοντάς την να καθίσει στην άκρη του καναπέ. Το βλέμμα της έπεσε στο τσεκούρι. Κάνοντας μια κίνηση για να σηκωθεί και να το αρπάξει, εκείνος τη χαστούκισε και την ανάγκασε να καθίσει ξανά. «Άκου καλά, εδώ ήρθα για να εκδικηθώ τον μαλάκα τον μπάτσο που με έχωσε μέσα. Απέδρασα βέβαια και τώρα ψάχνουν όλα τα κορόιδα να με βρουν». Τον Γιάννη εννοεί; αναρωτήθηκε ζαλισμένη. Θέλοντας να κερδίσει χρόνο, ξεκίνησε να του κάνει ερωτήσεις «Τι εννοείς; Γιατί σε έβαλαν μέσα; Άδικα; Τι έκανες;». «Σκάσε είπα», της απάντησε, μα μετά το σκέφτηκε. «Θα σου πω, μιας και έχεις δικαίωμα να μάθεις για ποιο λόγο θα πεθάνεις. Και εσύ και ο μαλάκας σου». Να πεθάνω; Κρύος ιδρώτας έτρεχε στο πρόσωπό της. Μακάρι να με σκοτώσει και να φύγει τότε, πριν γυρίσει ο Γιάννης. Ή ας γυρίσει μήπως σωθούμε και οι δυο, σκέφτηκε έντρομη. «Πριν ένα χρόνο χωρίς να το θέλω, έγινα βαποράκι, χωρίς να το ξέρω. Κατάλαβες;», της είπε φέρνοντας το πρόσωπό του σε απόσταση αναπνοής από το δικό της. Εκείνη κούνησε καταφατικά το κεφάλι της. Έπειτα απομακρύνθηκε από κοντά της και άρχισε να κόβει βόλτες, περνώντας μπροστά από τα μάτια της σαν εκκρεμές, πάνω-κάτω. Τα χέρια του ήταν δεμένα πίσω του, κρατώντας το τσεκούρι, σαν να της το φανέρωνε για έκπληξη λίγο αργότερα. «Εγώ που λες έπεσα θύμα κάποιων «φίλων» μου. Είχα πάει στο Τολέδο, στην Ισπανία, να τους επισκεφθώ τους μαλάκες και μου φόρτωσαν και μια μικρή βαλίτσα, δήθεν να τη δώσω στον αδερφό του ενός. Μου είπαν πως έχει ρούχα και αξεσουάρ, μην τα στέλνουν τώρα ασυνόδευτα, αφού θα γύριζα εγώ πίσω, ας τα έπαιρνα μαζί. Κατάλαβες;», ήρθε πάλι και σχεδόν ακούμπησε το πρόσωπό του πάνω της. «Ναι», του έγνεψε ξανά. Έφυγε πάλι για να συνεχίσει τη «βόλτα» του στο χώρο. «Εγώ ο βλάκας είπα να κάνω την εξυπηρέτηση. Στο αεροδρόμιο είχε βάρδια ο δικός σου. Στον έλεγχο τα ναρκωτικά φανερώθηκαν. Τότε έγινε χαμός. Ο δικός σου φώναζε ενισχύσεις, εγώ να φωνάζω πως δεν έχω ιδέα, κανείς δεν με πίστευε. «Ένοχος», είπαν. Του εξήγησα πως δεν ήξερα, πως μου είχαν δώσει τη βαλίτσα άλλοι, μα δεν με πίστεψε. Αντί να με αφήσει να φύγω και να κρατήσει τη βαλίτσα, έφερε ενισχύσεις. Εγώ έτρεξα να φύγω, έτσι χωρίς αποσκευές, χωρίς τίποτα, μόνο με τα ρούχα που φορούσα. Τότε φώναξαν «ακίνητος» και με σημάδευαν με όπλα. Κόσμος γύρω να τρέχει φοβισμένος. Τότε σταμάτησα και μου πέρασαν χειροπέδες. Τίποτα δεν θα είχε συμβεί αν απλώς με άφηνε να φύγω. Στην απολογία μου, είπα τα ονόματα των δύο που με έμπλεξαν, μα δεν βγήκε άκρη. Σαν να μην υπήρχαν πουθενά στην Ισπανία τα συγκεκριμένα ονόματα. Δεν ξέρω τι σκατά είχε συμβεί. Βρέθηκα μπλεγμένος και ένοχος απλά επειδή ο μαλάκας δεν με πίστεψε. Ήρθα εδώ με σκοπό να καταστρέψω ό,τι του ανήκει. Αφού λοιπόν είσαι και εσύ εδώ, ακόμα καλύτερα, θα πονέσει παραπάνω, βλέποντας το όμορφο προσωπάκι σου αγνώριστο».

Η κοπέλα όση ώρα τον άκουγε, συνειδητοποιούσε πως ήταν άρρωστος. Δεν ήταν και πολύ στα καλά του και στο μυαλό της πάσχιζε να βρει λύσεις για να ξεφύγει. Υπολόγισε πόσα δευτερόλεπτα χρειαζόταν από το σαλόνι να τρέξει και να κλειδωθεί στο μπάνιο και αποφάσισε να το τολμήσει. Σηκώθηκε αστραπιαία και άρχισε να τρέχει στο δωμάτιο. Αυτός την έπιασε από το χέρι και την έσυρε πίσω. Έπιασε τη μέση της και την τράβηξε πάνω του. Η βρωμερή του ανάσα ήταν πια ακριβώς μέσα στο αυτί της. Παραμέρισε τα μακριά μαλλιά της και άρχισε να τη φιλάει. Ο μαλάκας έχει στύση, σκέφτηκε η κοπέλα έντρομη. Άρχισε να κάνει σπασμωδικές κινήσεις μήπως του ξεφύγει. Έκλαιγε και φώναζε, αλλά μάταια. Είδε το τσεκούρι αφημένο πάνω στο τραπεζάκι του σαλονιού. Εκείνος την τράβηξε και την πέταξε βίαια πάνω στον καναπέ. Τώρα το τσεκούρι απείχε μόλις μερικά εκατοστά από εκείνη. Ήρθε πάνω της, πιάνοντας με το ένα του χέρι τα χέρια της για να την ακινητοποιήσει, με το άλλο κατέβαζε το παντελόνι του. Άρχισε να τη φιλάει και να της πιάνει άγαρμπα το στήθος. Η κοπέλα χαλάρωσε λίγο για να τον κάνει να της δείξει εμπιστοσύνη και μόλις άφησε για δευτερόλεπτα το δεξί της χέρι από τη λαβή του, αρπάζει το τσεκούρι και του καταφέρνει μια δυνατή στον ώμο. Ο άνδρας ούρλιαξε από τον πόνο και γύρισε ανάσκελα, αφήνοντάς την ελεύθερη. Χωρίς να χάσει χρόνο, σηκώθηκε, πέρασε από πάνω του και βάλθηκε να τρέχει. Σκοπός της ήταν να βγει έξω από το σπίτι, να βρει βοήθεια. Ο κακοποιός όμως την πρόλαβε. Με το όπλο του στο χέρι, την κυνήγησε, όμως σκόνταψε στην κουβέρτα που ήταν ριγμένη στο πάτωμα, την έπιασε από το πόδι, την έριξε και την έσυρε κοντά του. Τώρα ήταν ξαπλωμένοι πρόσωπο με πρόσωπο. «Σκύλα, θα πεθάνεις». Η Ειρήνη άρχισε να χάνει τις ελπίδες της πια. Έβγαλε από την τσέπη του ένα μικρό στιλέτο, «θα σου χαράξω το πρόσωπο», της είπε τρέμοντας από τα νεύρα του. Εκείνη τον έφτυσε στο πρόσωπο και του χαμογέλασε ειρωνικά. Τότε μεμιάς ακουμπάει στο λαιμό της το μαχαίρι και σχηματίζει μια αιμάτινη ευθεία γραμμή. Ίσα που τη γραντζούνισε, μα το αίμα άρχισε να κυλάει ποτάμι. Έγειρε το βλέμμα της με όση δύναμη είχε, ψάχνοντας για το κινητό της. Πριν εισβάλλει ο άγνωστος στο σπίτι της, το τηλέφωνο βρισκόταν πάνω στην κουβέρτα. Η κουβέρτα βρισκόταν στο έδαφος και οι δυο τους ήταν σχεδόν πάνω στην κουβέρτα. Με λίγη τύχη το τηλέφωνο θα βρισκόταν κάπου εκεί. Το εντόπισε σχεδόν δίπλα της. Όσο μπορούσε πιο γρήγορα κι αθόρυβα, μιας και ο δράστης βρισκόταν πάνω της, προσπάθησε να πάρει την άμεση δράση. Το έκρυψε στις πτυχώσεις της κουβέρτας για να μη φανεί το φως. Η αστυνομικός που απάντησε στην κλήση, μάταια ρώταγε τι συμβαίνει, απάντηση δεν έπαιρνε. Δεν πειράζει, θα εντοπίσουν την τοποθεσία, σκέφτηκε και οι ελπίδες της αναπτερώθηκαν.

Ξάφνου την άρπαξε από τα μαλλιά και την ανάγκασε να σηκωθεί όρθια. Η κοπέλα ούρλιαξε, πιο πολύ για να την ακούσει η αστυνομικός που ήταν στη γραμμή. «Ας τελειώσουμε ό,τι αρχίσαμε προηγουμένως. Ή μήπως να περιμένουμε τον καλό σου να μας καμαρώσει;». Την γύρισε έτσι ώστε να έχει την πλάτη της στραμμένη σε αυτόν, τα χέρια της τα κρατούσε πίσω, σφιχτά σαν μέγγενη και εκείνη ήταν έτοιμη να λιποθυμήσει. Η γραμμή που της άφησε στο λαιμό το μαχαίρι του άνδρα, ξερνούσε συνεχώς αίμα, σαν κατακόκκινο περιδέραιο. Κόκκινες σταγόνες κατέβαιναν από το λαιμό προς το στήθος της, λεκιάζοντας το μπλουζάκι της. Χρησιμοποίησε ξανά το μαχαίρι για να κομματιάσει την μπλούζα της και την πέταξε στην άκρη. Τώρα η κοπέλα φορούσε μόνο το μαύρο σουτιέν της. Κάνοντας να κατεβάσει το παντελόνι της πιτζάμας της και να προχωρήσει αυτό που είχε στο μυαλό του, το βλέμμα του έπεσε σε κάτι που φώτιζε στο σκοτάδι. Ο άνδρας παρατήρησε πως άναβε το φως στο τηλέφωνο της κοπέλας και εξαγριώθηκε. Την κοίταξε έκπληκτος, λες και τον είχε προδώσει. Πήγε από πάνω του, σέρνοντας και εκείνη μαζί και το ποδοπάτησε με την μπότα του, ώσπου έσπασε. Την άφησε έξαλλος για να πιάσει το τσεκούρι, που προς στιγμήν το είχε ξεχάσει, αφού το μυαλό του γύριζε συνεχώς στον τρόπο που θα κατάφερνε να κάνει σεξ με την κοπέλα. Για λίγο ξέφυγε από τον στόχο του. «Τώρα όμως θα πεθάνεις σίγουρα», της είπε και σήκωσε το όπλο καταπάνω της. Την ακινητοποίησε και το τελευταίο που θυμάται είναι το τσεκούρι να στοχεύει το κεφάλι της.
****************************************

«Αγάπη μου, ξύπνα. Πες μου, είσαι καλά;», ρώτησε ο Γιάννης ανήσυχος. Καθόταν δίπλα της στον καναπέ, προσπαθώντας να την ξυπνήσει. Η Ειρήνη ξύπνησε και ανακάθισε στον καναπέ. Είδε από το παράθυρο τον φάρο ενός περιπολικού να φωτίζει τον χώρο. Υπήρχε και ένα ασθενοφόρο. Ή μήπως ήταν δυο; Γύρω υπήρχαν νοσηλευτές, τραυματιοφορείς και αστυνομικοί της σήμανσης. «Γιάννη!» , αναφώνησε και τον αγκάλιασε. «Είδα ένα απαίσιο όνειρο», του είπε κλαίγοντας. Ο νεαρός αστυνομικός απομακρύνθηκε ελάχιστα από κοντά της και εκείνη στο φως του δωματίου πια, κοίταξε τα πλευρά του. Ήταν γεμάτος αίματα. Με το ζόρι τον βαστούσαν τα πόδια του. «Τι… τι συμβαίνει; Τι έγινε; Ποιοι είναι όλοι αυτοί στο σπίτι;», ρώτησε σαστισμένη. «Ευτυχώς κοιμόσουν και δεν κατάλαβες τίποτα. Το κτήνος τα ομολόγησε όλα λίγο πριν τον πυροβολήσω». «Ποιον σκότωσες;», ρώτησε μπερδεμένη. «Γιατί είσαι γεμάτος αίματα;». «Μην ανησυχείς, δεν τον σκότωσα. Τον ακινητοποίησα μόνο. Με αιφνιδίασε την ώρα που έμπαινα στο σπίτι και με χτύπησε με το τσεκούρι που κρατούσε. Τώρα θα πάω στο νοσοκομείο, μα ήθελα να σιγουρευτώ πως είσαι εσύ καλά». Τότε η Ειρήνη πάγωσε. «Τι είπες πως κρατούσε;». «Ένα τσεκούρι για όπλο. Είχε μπει από νωρίς στο σπίτι, σε παρακολουθούσε όταν έφτιαχνες το τσάι σου και βρήκε ευκαιρία όταν πήγες στο μπάνιο να σου ρίξει υπνωτικό στην κούπα. Γι’ αυτό δεν κατάλαβες την παρουσία του. Μπήκε από την πόρτα της κουζίνας που τη βρήκε ξεκλείδωτη. Όπως είπε, είχε σκοπό να σε σκοτώσει αφού έφτανα εγώ, για να σε βλέπω να πεθαίνεις. Μέχρι τότε παρέμενε κρυμμένος. Το κτήνος. Ευτυχώς δεν σε άγγιξε. Εγώ θα πάω στο νοσοκομείο, πρέπει να φροντίσουν το τραύμα μου», είπε και σηκώθηκε με δυσκολία. Το αίμα συνέχιζε να τρέχει στα πλακάκια, αφήνοντας μικρές πιτσιλιές τριγύρω. «Ρίξε σε παρακαλώ κάτι πάνω σου μην κρυώσεις», της είπε φεύγοντας. Η κοπέλα κοιτάχτηκε και συνειδητοποίησε πως ήταν ολόγυμνη. Ναι, αλλά εγώ δεν είχα ξαπλώσει έτσι. Φορούσα πυτζάμα και μακό μπλουζάκι, το θυμάμαι πολύ καλά, σκέφτηκε πανικόβλητη.

Μαρία Σφακιανάκη

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading