Κρατώ στα χέρια μου ένα μπαστούνι αυγοτάραχο 220 γραμμαρίων, το χαζεύω, το μυρίζω και περιμένω να ζεσταθεί λίγο για να κόψω πολύ λεπτές φέτες, να το φωτογραφίσω και να αφεθώ στην σκέψη μου και την φαντασία μου για να τελειώσω αυτό το άρθρο. Το πρόβλημα είναι όμως ότι αντί να το φωτογραφίσω, έχω ξεκινήσει και τρώω φέτες απανωτές σε σημείο τέτοιο που δεν ξέρω αν θα μείνει λίγο για την φωτογράφιση και την συνταγή! Το μπαστούνι, μου το έδωσε πεσκέσι ο φίλος Χρήστος Κοτσίνης. Το φτιάχνει μόνος του το αυγοτάραχο ο Χρήστος. Μερακλής άνθρωπος, σαν τον πατέρα του, τον κύριο Οδυσσέα. Η διαδικασία για την παραγωγή σε θέλει εκεί, απίκο. Αλλιώς σωστό προϊόν δεν μπορείς να βγάλεις. Για τους φίλους μου από την Αθήνα και τα μεγάλα αστικά κέντρα θα εξηγήσω τι είναι το αυγοτάραχο και πώς γίνεται. Το αυγοτάραχο προέρχεται από τα αυγά του θηλυκού κέφαλου που ονομάζεται Μπάφα. Όχι μπάφος μεγάλε, μπάφα είπαμε. Αφού συλλεχθούν τα αυγά, πλένονται, στεγνώνουν και τα περνάμε στο χοντρό αλάτι. Στην συνέχεια αφαιρούμε το αλάτι σκουπίζοντάς τα και τα αφήνουμε να στεγνώνουν στον αέρα, γυρίζοντάς τα αρκετές φορές. Η διαδικασία αυτή κρατάει κάποιες μέρες και είναι σημαντική για το τελικό αποτέλεσμα. Στο τέλος τα αυγά βουτάνε σε λιωμένο φυσικό κερί μέλισσας και με αυτό τον τρόπο διατηρούνται.
Η γεύση του αυγοτάραχου είναι κάπως περίεργη εάν το τρως για πρώτη φορά στην ζωή σου. Θυμάμαι όταν πρωτοήρθα στην Πρέβεζα, πάλι ο Χρήστος με είχε κεράσει μια δυο φετούλες τάραχου στον καφενέ του ΣταυροΚώστα. Νομίζω ότι κόντεψα να το φάω με το κερί, καθότι βλαχάκι Αθηναίος και δεν ήξερα. Έβγαλα λοιπόν το κερί και άφησα την φέτα αυγοτάραχο να λιώσει στο στόμα μου. Θρίαμβος! Έκρηξη θάλασσας, φυκιών, ξηρών καρπών πλημμύρισαν τον ουρανίσκο μου. Η γεύση ήταν τόσο δυνατή που την αισθάνθηκα στα ρουθούνια μου. Άνοιξη στην Πρέβεζα, στο πιο γραφικό σοκάκι της πόλης, να μυρίζουν γιασεμιά, θαλασσινή αύρα, να πίνεις μεσημεριανό ουζάκι και ο μεζές να είναι αυγοτάραχο! Αργότερα βέβαια άλλαξαν οι συνήθειές μου και στράφηκα προς το τσίπουρο, αφήνοντας πίσω τον μεγάλο μου έρωτα, το ούζο. Τα πράγματα είναι πιο σοβαρά με τον συνδυασμό τσίπουρου και αυγοτάραχου. Ενώ με το ούζο το αυγοτάραχο μου άφηνε μια αψάδα την οποία την έσβηνα με τα αρώματα του γλυκάνισου, με το τσίπουρο το αυγοτάραχο ισορροπεί τέλεια! Τα πράγματα γίνονται καλύτερα όταν το ποτό είναι κάποιο παλαιωμένο ουίσκι. Πραγματικά αν είχα μπαρ και χρήματα, με το ποτό θα σέρβιρα αυγοτάραχο αντί για πατατάκια, καροτάκια κλπ. Θα σέρβιρα και όστρακα. Καποσάντες από τον Αμβρακικό, μύδια, χάβαρα και όλα αυτά δίπλα σε παλαιωμένα ουίσκι, παλαιωμένο τσίπουρο, εκλεκτό ντόπιο ούζο Ρούμπου ή Παπαδημητρίου και όχι Πιλαβά που για κάποιο λόγο έχει γίνει μόδα στην Ήπειρο. Κλείνω τα βλέφαρά μου και το βλέπω το μπαρ. Φωτεινή επιγραφή απ’ έξω με νέον γράμματα: Oyster Bar. Σε κάποιο σκοτεινό καλντερίμι. Τζαζ μπλουζ μουσική, αυγοτάραχο, όστρακα και καπνιστά ουίσκι. Αυτά με τα μεγαλεπήβολα σχέδιά μου.
Πίσω στον αυγοταραχοποιό τώρα. Κλείνω τα μάτια και τον βλέπω μπροστά μου το τύπο. Σκαμμένο πρόσωπο από την αρμύρα της θάλασσας, βρώμικα ρούχα της δουλειάς, σου σφίγγει το χέρι και καταλαβαίνεις ότι πρόκειται για άνθρωπο που έχει δουλέψει πολύ στην ζωή του. Σου αφηγείται ιστορίες από την θάλασσα. Τον βλέπεις να τριγυρνάει στα σοκάκια της πόλης με ένα κατεστραμμένο παλιό χόντα μηχανάκι, κόκκινο τελάρο πίσω στην σέλα για τα απαραίτητα εργαλεία. Τα μάτια του αστράφτουν όταν σου μιλάει για τα ιβάρια ή διβάρια. Τον κερνάς ένα τσίπουρο και αυτός βγάζει το μπαστούνι, κόβει λεπτές φέτες αυγοτάραχου με τον παλιό σουγιά του και στις προσφέρει. Σου μαθαίνει την ιστορία του Αμβρακικού. Σιγοτραγουδάει ρεμπέτικους σκοπούς και στο τσακίρ κέφι σηκώνεται να χορέψει βαρύ ζεϊμπέκικο σέρνοντας το κουρασμένο του κορμί. Μοναχικό ζεϊμπέκικο, χωρίς παλαμάκια και φιγουρατζίδικες φιγούρες. Αυτός, το κουρασμένο του σώμα, το πάτωμα και ο Θεός. Φέρνει δυο βόλτες, επικοινωνεί με τον Θεό του και αποσύρεται στην γωνιά του. Είναι βαρύς τύπος ο αυγοταραχοποιός, αλλά ψοφάει για πλάκα και φραμπαλά. Αν σε φέρει ο δρόμος προς την Πρέβεζα, θα τον δεις να σουλατσάρει σε πολλές γωνιές της πόλης. Αν πάλι δεν τον δεις και θέλεις να τον συναντήσεις, ρώτησέ με.
Ηλίας Χαραλάμπους
