Τι έκρυβε ο Πέτρος

Είχε περάσει πολύς καιρός από την τελευταία φορά που το αναρωτήθηκα. Χρόνια ολόκληρα είχαν έρθει και είχαν φύγει -γάμοι, παιδιά, δουλειά, ταξίδια, τσακωμοί, συνταξιοδότηση, διαζύγιο, θάνατοι-, κι εγώ ούτε που σκέφτηκα τον Πέτρο –τι έκανε, πώς και πού ζούσε. Αλλά υπήρχαν λόγοι που τον είχα ξεχάσει: αφενός, είχα άλλα πράγματα και άλλους ανθρώπους να νοιαστώ και αφετέρου είχαμε τσακωθεί άσχημα πριν πολλά χρόνια, τότε που εκείνος έφυγε από την πόλη για σπουδές. Δεν είχα ακούσει τίποτα για αυτόν, δεν μάθαινα νέα του, δεν του έγραφα, ούτε μου έγραφε και φυσικά ούτε από τους γονείς του -ο Θεός να τους αναπαύει- μπορούσα να μάθω κάτι, γιατί τον είχαν αποκηρύξει επειδή ο Πέτρος ήταν ομοφυλόφιλος.

Ίσως όμως να υπήρχε και ένας ακόμα λόγος που δεν είχα σκεφτεί καθόλου τον Πέτρο όλα αυτά τα χρόνια. Και ίσως αυτός ο λόγος να ήταν ο πιο σημαντικός απ’ όλους.

Από μικρός, ήξερα ότι ο Πέτρος δεν ήταν μυστικοπαθής. Δεν έκρυβε πράγματα από άλλους. Κάποτε είχε πει ότι του άρεσε η ελευθερία και ο μόνος τρόπος για να νιώθει ελεύθερος ήταν να είναι ειλικρινής. Ο Πέτρος δεν θα σου έπαιρνε κάτι, για να το χώσει σε μια κρυψώνα και να σε βασανίσει. Δεν θα κρατούσε το στόμα του κλειστό, αν είχε κάτι να σου πει. Όταν τον έπιαναν οι γονείς του ή η δασκάλα του να κάνει κάποια αταξία, παραδεχόταν ότι ήθελε να την κάνει. Όταν κάποιο παιδί της τάξης (με το οποίο δεν είχαν επαφές) τον προσέβαλε μπροστά σε όλους, ο Πέτρος το ξεμπρόστιασε αποκαλύπτοντας πολύ πιο ζουμερές πληροφορίες για εκείνο, που, όπως φάνηκε, δεν ήταν γνωστές στα άλλα παιδιά. Και όταν ήρθε η ώρα να πει στους γονείς του ότι είναι γκέι, το είπε έχοντας δίπλα του το τότε συνομήλικό του λυκειόπαιδο με το οποίο είχαν σχέση. Κι αυτή ήταν η αρχή του τέλους για την οικογένειά του, που μετά το πέρας των Πανελληνίων, ο Πέτρος έφυγε και οι γονείς του σταδιακά μαράζωσαν, μέχρι που πέθαναν.

Με τον Πέτρο ήμαστε καλοί φίλοι από το Δημοτικό έως και το Λύκειο. Κάναμε παρέα στο σχολείο και μετά τα μαθήματα πηγαίναμε βόλτες για μπιλιάρδο και, κρυφά, για καμιά μπίρα. Παίζαμε με τα ίδια παιχνίδια, είτε στο σπίτι του ενός, είτε στου άλλου. Πού και πού, πηγαίναμε και στο κοντινό δάσος, όπου σύχναζαν πολλά παιδιά και πολλοί μεγάλοι τα Σαββατοκύριακα όταν είχε καλό καιρό. Όταν είχαμε όρεξη, διαβάζαμε παρέα. Κάναμε πλάκες σε ηλικιωμένους που παρεξηγούνταν με το παραμικρό. Όταν μας μάλωναν οι γονείς μας, ξέραμε ο καθένας ότι μπορούσαμε να πάμε στο σπίτι του άλλου για λίγες ώρες –ειδικά, οι γονείς του Πέτρου ήταν πολύ αυστηροί και παλαιών αρχών. Είχαμε και μερικούς τσακωμούς, όμως τα ξαναβρίσκαμε μετά από λίγες μέρες και όλα ήταν ξανά καλά.

Μέχρι που έγινε κάτι πολύ σοβαρό και σε μια ηλικία που αρχίζεις να απομακρύνεις ανθρώπους που σε πληγώνουν. Πιο συγκεκριμένα, χαθήκαμε όταν εκείνος επέλεξε να προσβάλλει μπροστά μου την τότε κοπέλα μου, την Άννα, τη φίλη της την Ελένη και εμένα. Ήμαστε στο καλοκαίρι πριν εκείνος φύγει για σπουδές και εγώ πάω στο στρατό. Δεν τα είχαμε σπάσει αμέσως, όπως έγινε με τους γονείς του, εγώ δεν είχα πρόβλημα με το τι έκανε στο κρεβάτι του, οπότε, παρότι ο Πέτρος έμενε με τον γκόμενό του (ο οποίος επίσης είχε τσακωθεί με τους δικούς του και είχε φύγει από το σπίτι), είχαμε επαφές –κι αυτή μάλλον ήταν η αιτία που οι γονείς του Πέτρου με απομάκρυναν από κοντά τους. Είχαμε βγει, λοιπόν, ένα ακόμα βράδυ και, ενώ όλα πήγαιναν καλά (γελάγαμε, πίναμε, λέγαμε βλακείες), ήρθε η ώρα να φύγουμε από το μπαρ και να πάμε στο αμάξι του Στάθη, του φίλου του Πέτρου. Καθώς προχωρούσαμε κατά μήκος της παραλίας, μιλώντας για το τι θα κάναμε στο μέλλον, ο Πέτρος απευθύνεται στις κοπέλες: «Εσείς οι δύο θα μπορούσατε να κάνετε καλύτερο σεξ μεταξύ σας, απ’ ό,τι κάνει η Άννα με τον Γιώργο, το ξέρετε;». Δεν πήραμε στα σοβαρά την κουβέντα του από την αρχή, αλλά το συνέχισε και, όσο μιλούσε, το πήγαινε όλο και πιο πέρα. Του είπαμε να σταματήσει, ακόμα και ο Στάθης του ζήτησε να το κόψει. Αλλά ο Πέτρος δεν σταματούσε. Μιλούσε, προσέβαλλε, φώναζε. Κοιτούσε με περιφρόνηση εμένα και άρχισε να περιγράφει τι θα μπορούσαν να κάνουν μεταξύ τους η Άννα και η Ελένη, δείχνοντας κιόλας και γλείφοντας τα χείλη του και βογκώντας. Τότε ήταν που η Ελένη έβαλε τα κλάματα, γιατί στο μεταξύ είχε μαζευτεί κόσμος γύρω μας. Και τότε ήταν που εγώ, αφού τον προειδοποίησα μάταια, και ενώ ήξερα ότι είχε πιει πολύ, δεν άντεξα και επιτέθηκα στον Πέτρο και πλακωθήκαμε για τα καλά. Και χωρίσαμε, φεύγοντας έκαστος με την παρέα του –εκείνος με τον Στάθη και εγώ με την Άννα και την Ελένη.

Δεν ειδωθήκαμε ξανά για τα επόμενα πενήντα χρόνια.
Ώσπου ένα χρόνο πριν, τον είδα τυχαία σε ένα παλιό στέκι μας. Στο καφενείο του Χατζηλάκη, το μέρος που συχνά καταφεύγαμε ως έφηβοι μετά το σχολείο, για να πιούμε κρυφά έναν καφέ με λίγο τσίπουρο από τον ίδιο τον ιδιοκτήτη, τον Χατζηλάκη. Σταμάτησα και τον είδα από την τζαμαρία να πίνει τον καφέ του, μόνος του.

Πάγωσα. Δεν ξέρω αν υπάρχει καλύτερη λέξη από αυτή. Απλά έμεινα να στέκομαι εκεί, έξω από το καφενείο, κοιτώντας με τα γέρικα μάτια μου τον άνθρωπο που κάποτε θεωρούσα φίλο μου. Παρότι η μνήμη μου, όπως και το σώμα μου γενικά, είχε εξασθενήσει, τον αναγνώρισα αμέσως. Εκείνος δεν με είδε, γιατί ασχολιόταν με ένα από αυτά τα καινούρια κινητά, για τα οποία ξετρελαίνονται όλοι, μικροί και μεγάλοι –εκτός από εμένα, που έχω ένα παμπάλαιο μικρό τηλέφωνο, με κουμπιά και μια σπασμένη κάμερα. Έπαιζε με το κινητό του και έπινε τον καφέ του, που πιθανώς να είχε τσίπουρο, όπως τότε.

Γύρισα και έφυγα όσο πιο γρήγορα μπορούσα, χτυπώντας με μανία την μαγκούρα μου στο πεζοδρόμιο. Παραλίγο να πέσω και μια άλλη φορά κόντεψα να χτυπήσω τον σκύλο ενός τυφλού. Αλλά δεν σταμάτησα να περπατάω μέχρι να φτάσω στο διαμέρισμα που έμενα με την (πλέον αποθανούσα) γυναίκα μου τα τελευταία τριάντα χρόνια, να καθίσω και να βγάλω το καπέλο μου, έχοντας κατά νου μια πολύ βασική και πολύ παλιά ερώτηση: Πώς μπορεί να συμβαίνει αυτό;

Όσο κι αν τριβέλιζα το μυαλό μου, όσο κι αν ξεψάχνιζα κάθε ανάμνηση που είχα κρατήσει, ήξερα ότι δεν θα έπαιρνα απάντηση, παρά μόνο αν πήγαινα και τον ρωτούσα. Αν έπιανα, δηλαδή, τον ίδιο τον Πέτρο και τον ανέκρινα, λες και ήμουν αστυνομικός.

Αλλά δεν ήθελα να του μιλήσω. Μπορεί να δυσκολευόμουν να θυμηθώ πολλά πράγματα, όμως ό,τι είχε γίνει εκείνο το βράδυ δεν το είχα ξεχάσει. Είχε περάσει μισός αιώνας από τότε βέβαια, αλλά δεν ήθελα να του μιλήσω. Τα συναισθήματα που μου είχε προκαλέσει τότε παρέμεναν έντονα και δυσάρεστα και δεν ξέρω πώς θα αντιδρούσα αν ερχόμασταν πρόσωπο με πρόσωπο. Σίγουρα, δεν θα χαμογελούσα σαν να ήμαστε δυο παλιοί φίλοι που έτυχε να χαθούν για πολύ καιρό και ξαναβρεθήκαμε.
Δεν έβγαλα άκρη, όπως ήταν φυσικό και έτσι άφησα στην άκρη τον Πέτρο και το γεγονός πως είχε έρθει ξανά στην μικρή μας πόλη.
Ώσπου την επόμενη μέρα και την ίδια περίπου ώρα, τον είδα και πάλι στο καφενείο. Και την επόμενη, ξανά τα ίδια. Και την μεθεπόμενη. Και την ερχόμενη εβδομάδα. Και την παραπάνω εβδομάδα. Και τον άλλο μήνα.
Ήταν εκεί. Άνετος και ωραίος. Έπινε τον καφέ του και ασχολιόταν με το σύγχρονο κινητό του, ανάμεσα σε τόσα άλλα γερόντια. Κι εγώ αναγκαζόμουν κάθε φορά να φεύγω, για να πάω κάπου αλλού να ξαποστάσω και να πιω το δικό μου καφέ –χωρίς τσίπουρο, όμως. Και κάθε φορά, προσπαθούσα να τον ξεχάσω, παίρνοντας τηλέφωνο τα παιδιά και τα εγγόνια μου, μπας και ηρεμήσω.
Ωστόσο, η περιέργεια με έτρωγε. Αυτό το πώς. Ρωτούσα τον εαυτό μου: Πώς τα καταφέρνει, Γιώργο; Πώς; Πώς; Πρέπει να υπήρχε μια απάντηση σε αυτό το ερώτημα. Ο Πέτρος πρέπει να έκρυβε κάτι τελικά, κάποιο μυστικό. Δεν πρέπει να ήταν τόσο ελεύθερος όσο ήθελε κάποτε, αυτό πίστευα.
Το θέμα ήταν, όμως, πως ούτε εγώ ήμουν ελεύθερος, γιατί το δικό του μυστικό επηρέαζε και εμένα. Και έπρεπε να κάνω κάτι για αυτό.

Ένα βράδυ, πριν από δύο μήνες, ξύπνησα μουσκεμένος στον ιδρώτα, έχοντας μια ιδέα. Δεν ήθελα να του μιλήσω, αλλά ίσως μπορούσα να βρω την απάντηση χωρίς να χρειαστεί να τον αντιμετωπίσω. Δεν ήταν κάτι που θα έκανα ποτέ και πιθανώς να κορόιδευα όποιον μου έλεγε ότι θα έφτανα κάποτε σε αυτό το σημείο, όμως υπάρχει λόγος που κανείς δεν μπορεί να προβλέψει το μέλλον –ή τουλάχιστον πρέπει να υπάρχει.
Τι έκανα, λοιπόν; Παρακολούθησα τον Πέτρο. Ένα πρωινό το ξόδεψα, περιμένοντας κοντά στο καφενείο, μέχρι που τον είδα να φεύγει. Τον ακολούθησα, για να δω πού μένει. Δεν ήταν εύκολο, καθώς εκείνος ήταν πολύ πιο ευκίνητος από εμένα, οπότε τον έχασα την πρώτη φορά. Αλλά επέμεινα και την άλλη μέρα -μάταιος κόπος-, και την επόμενη -τίποτα-, και την παραπάνω –πάλι μου ξέφυγε. Τότε δεν σκέφτηκα ότι θα μπορούσα να τον παρακολουθήσω από ένα σημείο της διαδρομής και μετά, ώστε να μειώσω λίγο την ταλαιπωρία –είμαι μεγάλος και εκείνες τις μέρες ήμουν πολύ αναστατωμένος που είχα δει ξανά τον Πέτρο.

Συνέχισα, λοιπόν, μέχρι να τα καταφέρω. Τόσο περπάτημα είχα να κάνω από τον στρατό ή από μια φορά που, όντας οικοδόμος, αναγκάστηκα να διασχίσω τη μισή πόλη, για να βρω ένα μαγαζί με τα υλικά που χρειαζόμουν. Τότε όμως ήμουν νέος, ενώ τώρα είμαι παππούς. Ο συνομήλικός μου Πέτρος ξεπερνούσε με μια ευκολία όλα τα εμπόδια που για εμένα ήταν μακρινό όνειρο. Τον ακολουθούσα με το ζόρι, φυσώντας και ξεφυσώντας, με τον ιδρώτα να κολλάει τη φανέλα πάνω στο σώμα μου και εγώ αναγκαζόμουν να σκουπίζω το κεφάλι με το μαντήλι που πάντα είχα πάνω μου. Πολλές φορές, περαστικοί με έβρισαν και με έσπρωξαν, γιατί δεν κατάφερα να τους αποφύγω έγκαιρα και τσουγκρίσαμε. Ζητούσα συγνώμη, γιατί βιαζόμουν και δεν είχα όρεξη να τσακωθώ με τον καθένα τους. Είχα μια αποστολή και, όπως κάθε δουλειά, έπρεπε να την ολοκληρώσω, δίχως βλακώδεις καθυστερήσεις.

Και το πρώτο κομμάτι της το κατάφερα. Βρήκα πού έμενε. Στο κέντρο της πόλης. Στο ίδιο διαμέρισμα όπου έμεναν κάποτε με τον Στάθη. Σε μια πολυκατοικία που, όπως και αυτή που έμενα εγώ, δεν είχε αλλάξει ιδιαίτερα από τη δεκαετία του ’90. Δεν μπήκα την πρώτη φορά μέσα, για να διαπιστώσω ακριβώς σε ποιο διαμέρισμα είχε εγκατασταθεί, αλλά δε χρειαζόταν κιόλας. Με το που τον είδα να περνάει εκείνη την πόρτα του ισογείου, που την θυμόμουν όπως θυμάμαι ότι πρέπει να ντύνομαι καλά το χειμώνα, ήξερα ότι θα είχε πιάσει το ίδιο διαμέρισμα που μοιραζόταν με τον Στάθη στα τέλη της Γ’ Λυκείου. Είχα δει τον Πέτρο να κάνει τουλάχιστον ένα πράγμα που έκανε παλιά, να πηγαίνει, δηλαδή, στο καφενείο που είχαμε για στέκι, το οποίο ήταν και μακριά από εκεί που έμενε τώρα, και, ενώ υπήρχαν τόσα άλλα μέρη για να πιει τον καφέ του, αυτός επέμενε να πηγαίνει εκεί, κάτι που με έκανε να σκεφτώ ότι είχε έρθει στην πόλη με μια νοσταλγική διάθεση.

Σύντομα, διαπίστωσα ότι είχα 100% δίκιο. Εκτός από τα πρωινά, άρχισα να τον παρακολουθώ και κάποια απογεύματα –κυρίως, όταν δεν έβρεχε, γιατί μπορεί αυτός να μην είχε πρόβλημα με τη βροχή, αλλά εμένα με πονούσαν τα κόκαλά μου, συν ότι μπορεί και να γλιστρούσα. Ευτυχώς, ο Πέτρος δε χρησιμοποιούσε αμάξι, οπότε μπορούσα να τον ακολουθώ. Τον είδα να επισκέπτεται κι άλλα μέρη που πηγαίναμε παλιά: γειτονιές όπου υπήρχαν μπιλιαρδάδικα, η παραλία στην οποία είχαμε τσακωθεί, τα σπίτια που έμεναν οι ηλικιωμένοι που παρεξηγούνταν με τις πλάκες μας… Ναι, ήταν φανερό ότι είχε επιστρέψει για να ξαναζήσει το τότε, κυρίως τα παιδικά και εφηβικά χρόνια. Με κάποιον τρόπο που δεν καταλάβαινα ακριβώς, αλλά μου αρκούσε που καταλάβαινα τον λόγο.

Αυτό που επίσης έμαθα ήταν πως ο Πέτρος έβγαινε κάθε πρωί και κάθε απόγευμα, πάνω κάτω τις ίδιες ώρες. Και, κάτι ακόμα πολύ σημαντικό, είχα διαπιστώσει ότι δεν τραβολογιόταν με κάποιον. Δεν είχε δεσμό με κάποιον, γιατί πάντα τον έβλεπα μοναχό του. Απ’ όσο ήξερα, ούτε ο Στάθης έμενε πια εκεί –είχε φύγει για τις δικές του σπουδές την ίδια περίοδο που έφυγε και ο Πέτρος. Οπότε, πλέον, ήξερα πότε μπορούσα να μπω στο διαμέρισμά του και ότι μπορούσα να το κάνω χωρίς να περιμένω να συναντήσω κάποιον. Και να μάθω –ίσως.

Έτσι, ένα απόγευμα έστησα καρτέρι έξω από την πολυκατοικία του και περίμενα, μέχρι που τον είδα να βγαίνει και να περπατάει χαλαρά μακριά μου. Δεν με είχε δει, είμαι σίγουρος για αυτό. Οπότε και εγώ άνοιξα την πόρτα και μπήκα. Περπάτησα ως το ασανσέρ και ανέβηκα στον τρίτο όροφο. Εκεί, έμεινα για λίγα δευτερόλεπτα στο διάδρομο και παράστησα ότι σκεφτόμουν πού να πάω, μέχρι που αποφάσισα ότι δεν θα έβγαινε κανείς και άλλωστε δεν έπρεπε να καθυστερώ, γιατί δεν έπαιρνα και όρκο ότι ο Πέτρος θα αργούσε να επιστρέψει ως συνήθως –είπαμε, το μέλλον δεν μπορεί να το προβλέψει κανείς. Ακόμα, δεν ήμουν σίγουρος για το τι θα έπρεπε να ψάξω -είχα μόνο μια γενική ιδέα ότι μπορεί να ήταν κάποιο έγγραφο ή κάποιο βιβλίο ή κάτι τέτοιο που να δίνει εξηγήσεις-, άρα μπορεί να έτρωγα μπόλικη ώρα στο διαμέρισμα.

Πριν πλησιάσω και ανοίξω την πόρτα, αναρωτήθηκα τι πήγαινα να κάνω. Δεν ήταν η πρώτη φορά, βέβαια, που βασανιζόμουν από δεύτερες και τρίτες σκέψεις, αλλά ως εκείνη τη στιγμή ήταν απλές σκέψεις, χωρίς πράξεις. Χωρίς να είμαι απ’ έξω από το διαμέρισμα που σκόπευα να διαρρήξω –να διαρρήξω! Είχα αμφιβολίες αν έπρεπε να το κάνω. Σίγουρα δεν είχα το δικαίωμα, γιατί δεν μου έπεφτε λόγος τι έκανε ο Πέτρος και ο κάθε Πέτρος στην ζωή του –όπως δεν ήταν δική μου δουλειά τι έκανε στο κρεβάτι του. Αλλά ήξερα και ότι δεν θα ηρεμούσα, αν δεν μάθαινα τι κρύβει. Αν δεν μάθαινα το Πώς.

Δε χρειάστηκε να ψάξω ή να ρωτήσω πώς μπορούσε κανείς να ανοίξει παράνομα μια πόρτα, γιατί, όπως τότε, ήξερα ότι ο Πέτρος είχε αφήσει το κλειδί στο ίδιο σημείο όπου το έκρυβαν με τον Στάθη: σε μια εσοχή πλάι της πόρτας, όπου ένα πλακάκι ήταν πιο «χαλαρό» από τα άλλα. Αναγκάστηκα να σκύψω, γιατί ήταν χαμηλά, κάτι που μου προκάλεσε πολύ πόνο σχεδόν σε όλα μου τα κόκαλα, αλλά είχα προχωρήσει πολύ πλέον, για να κάνω πίσω ή να σταματήσω. Αν δεν τα κατάφερνα, βέβαια, θα αναγκαζόμουν να φύγω, όμως το μπόρεσα.

Αφού σηκώθηκα ξανά και πήρα μερικές ανάσες, έβαλα το κλειδί στην κλειδαρότρυπα και άνοιξα και μπήκα στο σκοτεινό διαμέρισμα του Πέτρου.

Άνοιξα το φως και βρέθηκα στον ίδιο παλιό κεντρικό διάδρομο. Ξεφύσησα, γιατί ένιωσα την παγωνιά που επικρατούσε –γεγονός που με παραξένεψε, γιατί το ισόγειο, το ασανσέρ και ο διάδρομος του τρίτου ορόφου θερμαίνονταν κανονικά. Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό: υπήρχε και μια έντονη οσμή, που έμοιαζε περισσότερο με εντομοκτόνου, παρά με αρωματικού χώρου. Τι στο καλό μυρίζει έτσι; αναρωτήθηκα, αλλά μόνο για μια στιγμή.

Κάλυψα την μύτη με το μαντήλι μου και κοίταξα τριγύρω. Στα αριστερά, ήταν το σαλόνι. Ευθεία, έβλεπα τρεις πόρτες: το μπάνιο, την κουζίνα και το δωμάτιο που μοιράζονταν ο Στάθης με τον Πέτρο. Δεν έβλεπα την άλλη πόρτα, όπου ήταν ένα άλλο δωμάτιο, το οποίο ήταν η αποθήκη. Αυτό που επίσης είδα ήταν πως οι τοίχοι και τα έπιπλα ήταν άδεια, χωρίς φωτογραφίες, πίνακες ζωγραφικής, χαρτιά ή οτιδήποτε άλλο. Ούτε χαλιά κάλυπταν το πάτωμα.

Άρχισα να ψάχνω από το σαλόνι, μετά πήγα στο μπάνιο, στην αποθήκη και στην κουζίνα. Δεν μου πήρε πολλή ώρα, για να καταλάβω ότι δεν θα έβρισκα κάτι σε αυτούς τους χώρους. Με εξαίρεση κάτι τσάντες απορριμμάτων γεμάτες με αποφάγια και άλλα σκουπίδια, είδη περιποίησης σώματος και προσώπου, δηλητήριο για κατσαρίδες και άλλα ζωύφια, άπλυτα πιάτα και ποτήρια, δεν είδα τίποτα άλλο που να πείθει ότι αυτό το διαμέρισμα ήταν πιασμένο. Τουλάχιστον, όχι από άνθρωπο, γιατί έντομα υπήρχαν πολλά –κυρίως, νεκρά, βέβαια.
Οπότε έπρεπε να πάω στο δωμάτιο με το μοναδικό κρεβάτι. Το είχα αφήσει τελευταίο, γιατί, περνώντας απ’ έξω, η άσχημη μυρωδιά έγινε πολύ πιο έντονη. Αν δεν έβρισκα ούτε εκεί κάτι, θα έφευγα και θα σκεφτόμουν αν θα έπιανα να μιλήσω στον Πέτρο ή αν απλά θα προσπαθούσα να τον αγνοήσω.
Αλλά γρήγορα βρήκα αυτό που έψαχνα και, ως ένα βαθμό, έμαθα τι συμβαίνει.

Το θέμα ήταν ότι, με το που άνοιξα το φως και είδα με τα κλαμένα μάτια μου -δυστυχώς, το μαντήλι δεν συγκρατούσε τη σιχαμερή βρομιά που μύριζε- τι υπήρχε κάτω από το κρεβάτι, δεν άντεξα και έπεσα. Η μαγκούρα έφυγε από το χέρι μου και το καπέλο από το κεφάλι μου και εγώ βρέθηκα στο πάτωμα, πονώντας παντού. Πριν λιποθυμήσω, όμως, είδα καλύτερα το γυμνό πτώμα με το κατεστραμμένο δέρμα.

Ο Γιώργος σταμάτησε να μιλάει. Ακουμπούσε στον τοίχο, τρέμοντας, κλαίγοντας. Κοιτούσε τον Πέτρο, που καθόταν στο κρεβάτι. Προσπαθούσε να μην κατεβάσει το βλέμμα και δει ξανά το πτώμα. Του ήταν αρκετή η αποφορά που παρήγαγε το νεκρό σώμα.
«Ώστε έτσι, λοιπόν;» ρώτησε ο Πέτρος. Ο εξήντα οχτώ ετών Πέτρος, με το σώμα δεκαοκτάχρονου. Ήταν σαν να μην είχε μεγαλώσει καθόλου. Όλα πάνω στο κορμί του πρόδιδαν ότι ο χρόνος δεν τον είχε αγγίξει. Ήταν σαν να είχε ξεμείνει στο τότε, σε εκείνο το βράδυ που τσακώθηκαν άγρια. Τα ρούχα του ήταν κι αυτά νεανικά, το χτένισμά του… Όσο κι αν τον κοιτούσε ο Γιώργος, ο Πέτρος δεν άλλαζε. «Με παρακολουθούσες τόσο καιρό. Έφτασες να διαρρήξεις το διαμέρισμά μου, αντί να με ρωτήσεις στα ίσια. Και την έπαθες, όπως αρμόζει σε κάθε κλέφτη».

Ο Γιώργος δεν μίλησε. Ένιωθε την καρδιά του να χτυπάει δυνατά στο στήθος του. Ήλπιζε να πεθάνει, παρακαλούσε τον Θεό να βάλει τέλος στη δυστυχία του, ώστε να μη χρειάζεται να ανέχεται άλλο την σκέψη ότι ο πάλαι ποτέ καλός του φίλος είχε ένα πτώμα κάτω από το κρεβάτι του και πως… πως… ο ίδιος είχε μείνει…
«Ειλικρινά, δεν θα περίμενα ποτέ ότι θα έκανες τέτοιο πράγμα. Να υποθέσω, όμως» συνέχισε ο Πέτρος «ότι δεν έχεις καταλάβει τα πάντα». Ακόμα και η φωνή του ήταν η ίδια με του νεαρού που είχε υπάρξει κάποτε.

Και που ήταν μέχρι και σήμερα, σκέφτηκε ο Γιώργος και το κεφάλι του, που είχε βγάλει λίγο αίμα από την πτώση, τον πόνεσε κι άλλο.
«Λοιπόν, δεν υπάρχει λόγος να σε κρατάω σε αγωνία» είπε ο Πέτρος και ανέβασε τα πόδια του στο κρεβάτι, σαν να ετοιμαζόταν να κοιμηθεί με τα ρούχα του. Έσκυψε και με το δεξί χέρι του έπιασε το αριστερό μπράτσο του πτώματος και το τράβηξε, ώστε να βγει όλο το σώμα κάτω από το κρεβάτι και να αποκαλυφθεί σε όλο του το σαθρό μεγαλείο.
Ακούστηκε ένας παρατεταμένος ήχος σαν να έσερνε άψητη μπριζόλα πάνω σε τραπέζι.
«Όχι!» Ο Γιώργος έκλεισε τα μάτια του και κάλυψε τα αυτιά του, αλλά αμέσως έφερε ξανά τα χέρια στην μύτη του.
«Κοίτα» του είπε ο Πέτρος. «Εμπρός, αυτό δεν ήθελες να μάθεις; Για αυτό δεν έγινες διαρρήκτης;»
Ο Γιώργος κούνησε το κεφάλι του, ενώ κι άλλα δάκρυα έσταξαν στο μπουφάν του. Κράτησε τα μάτια του σφαλιστά.

Τότε άκουσε βήματα και το επόμενο δευτερόλεπτο δύο δυνατά χέρια τον άρπαξαν από το σβέρκο και από τα λίγα άσπρα μαλλιά του. «Είπα» τον διέταξε ο Πέτρος, σπρώχνοντάς τον, αναγκάζοντάς τον να μπουσουλήσει, «Κοίτα! Κοίτα, Γιώργο!»
Ο Γιώργος αρνήθηκε. «Όχι, όχι, δεν θα το κάνω. Σε παρακαλώ…»
Ο Πέτρος τον έσπρωξε κι άλλο: αυτή τη φορά, όμως, έφερε το κεφάλι του Γιώργου σε απόσταση μισού μέτρου από το πτώμα. «Κοίτα το, π’ ανάθεμά σε!»
Ο Γιώργος παρακάλεσε ακόμα μια φορά τον Θεό και άνοιξε τα μάτια του. Και βρέθηκε να αντικρίζει το σάπιο πρόσωπο του Πέτρου. Ένα πρόσωπο γερασμένο και ταυτόχρονα πληγωμένο από χαρακιές και πιστολιές. Ένα πρόσωπο με τραβηγμένο και με σακουλιασμένο δέρμα. Τα μαλλιά του, όσα είχαν μείνει, έμοιαζαν με ιστούς αράχνης. Η μύτη ήταν σπασμένη, τα μάγουλα ρουφηγμένα, σαν το στόμα να μην είχε δόντια. Ευτυχώς, τα μάτια του πτώματος ήταν κλειστά.

Ο Πέτρος έστριψε το κεφάλι του Γιώργου τόσο όσο χρειαζόταν, για να μην σπάσει τη σπονδυλική στήλη, αλλά αρκετά για να δει ο άλλος το υπόλοιπο σώμα. Τον λαιμό που προφανώς ήταν κομμένος, τα κοκαλιάρικα άκρα με τα καμπυλωτά νύχια, τον αποστεωμένο θώρακα με τις μπλαβιασμένες θηλές και το συρρικνωμένο πέος.
«Το βλέπεις;» ρώτησε τον Γιώργο. «Βλέπεις τι μπορεί να κάνει ένας γονιός στο παιδί του; Ένας πατέρας στον γιο του;»
«Τ-τι; Τι εννοείς;»
«Νόμιζες ότι ο πατέρας μου θα με άφηνε στην ησυχία μου; Ξέροντας τι ήμουν, τι είμαι; Όχι. Ποτέ. Με σκότωσε. Με βρήκε με τον Στάθη, εδώ, σε αυτό το διαμέρισμα, λίγες μέρες πριν από εκείνο το βράδυ, με πήρε σηκωτό από το κρεβάτι και με έσυρε, με διέσυρε από τις σκάλες, με φωνές και βρισιές, με τους ενοίκους να βγαίνουν και να μας βλέπουν, εμένα να σέρνομαι στο βρόμικο πάτωμα και τον πατέρα μου να με κρατάει λες και κουβαλούσε κάνα σφαχτάρι. Με έβγαλε από την πολυκατοικία, με πέταξε στο αμάξι, μπήκε και πήγαμε στο σπίτι από το οποίο με είχε διώξει. Κι εκεί… εκεί με σκότωσε στο ξύλο. Κυριολεκτικά. Με την μάνα μου απλά να βλέπει και να κλαίει. Όπως εσύ, τώρα».

Ο Γιώργος είδε δάκρυα από τα μάτια του να πέφτουν στο σώμα του νεκρού και να κυλούν στα πλευρά σαν σταγόνες ιδρώτα και να λεκιάζουν το πάτωμα.
«Αυτός είμαι εγώ, Γιώργο» είπε ο Πέτρος. «Αυτό το… το πράγμα έθαψε ο πατέρας μου στο δάσος, λέγοντας όλες τις κατάρες που μπορείς να φανταστείς. Με τη διαφορά, όμως, ότι εγώ ήμουν ακόμα ζωντανός όταν πετούσε χώμα πάνω μου. Ήμουν ζωντανός και νεκρός την ίδια στιγμή».
Ο Γιώργος δεν μίλησε.
«Έχασα τις αισθήσεις μου, όπως εσύ» συνέχισε ο Πέτρος. «Όταν ξύπνησα, δεν ήμουν μόνος εκεί μέσα. Ήταν και αυτό εδώ». Έδειξε το πτώμα. «Εγώ όμως ένιωθα… καλά. Σαν να μην είχα πάθει τίποτα. Αλλά τούτο το άψυχο πράγμα είχε όλα τα κακά που μου έκανε ο πατέρας μου». Χαμογέλασε. «Και όσα άλλα έπαθα τα επόμενα χρόνια, που, όπως βλέπεις, δεν ήταν και λίγα».
Σταμάτησε να μιλάει. Άφησε τον Γιώργο, ο οποίος έμεινε για λίγο στην ίδια θέση, σαν να είχε παραλύσει.

Όταν απομακρύνθηκε από το πτώμα, έμεινε καθισμένος, να συλλογίζεται όσα είχε ακούσει.
«Ο πατέρας μου… Θρήσκος άνθρωπος, που όμως δεν σκέφτηκε ότι δεν πρέπει να καταριέσαι κάποιον, ειδικά άμα είσαι γονιός του. Γιατί μπορεί η κατάρα σου να πραγματοποιηθεί. Όπως και έγινε» είπε ο Πέτρος. «Οπότε αυτή είναι η εξήγηση που ψάχνεις. Τουλάχιστον, αυτή μπορώ να σου δώσω εγώ».
Ο Γιώργος δεν μίλησε. Δεν ήξερε τι να πει. Τι έπρεπε, τι μπορούσε να πει.
Ο Πέτρος έσκυψε και πλησίασε τον Γιώργο. «Έλα» είπε, προτάσσοντάς του το καπέλο, το μαντήλι και την μαγκούρα του. «Αυτά είναι δικά σου».
Ο Γιώργος τα πήρε στα χέρια του. Έπειτα, κοίταξε τον Πέτρο, αμίλητος.
«Μπορείς να φύγεις, Γιώργο». Χαμογέλασε ξανά. «Δεν θα σε μηνύσω, μην ανησυχείς».
Ο άλλος δεν είπε κάτι, αν και το προσπάθησε.

Τότε ο Πέτρος άπλωσε τα χέρια του. Ο Γιώργος έκανε να μαζευτεί, αλλά ο Πέτρος απλά τον βοήθησε να σηκωθεί. Πέρασαν δίπλα από το πτώμα και βγήκαν από το δωμάτιο. Προχώρησαν προς την πόρτα, την οποία άνοιξε ο Πέτρος. «Θα τα καταφέρεις μέχρι το σπίτι σου;» ρώτησε.
Ο Γιώργος τον κοίταξε και ένευσε.
«Ωραία. Ωραία». Ο Πέτρος τον κοίταξε με μια θλίψη να κυριαρχεί στο νεανικό βλέμμα του.
Ο Γιώργος στράφηκε για να φύγει.
«Γιώργο;»
Ο Γιώργος σταμάτησε. Γύρισε προς τον Πέτρο. Περίμενε.
«Συγνώμη. Για τότε. Δεν ήθελα να προσβάλλω κανέναν. Δεν ήξερα τι έλεγα. Δεν μου έφταιγες ούτε εσύ, ούτε η Άννα, ούτε η Ελένη, ούτε ο Στάθης, ούτε κανένας άλλος, εκτός από εμένα. Εγώ ήμουν το πρόβλημά μου, όχι εσείς. Τα είχα με τον εαυτό μου, όχι με εσάς».

Ο Γιώργος παραξενεύτηκε.
«Όταν έγινε ο… ο διαχωρισμός, κάτι από εμένα πήγε σε… σε εκείνο» έδειξε προς το εσωτερικό του διαμερίσματος. «Σε εκείνον τον άλλο Πέτρο, αν θες. Όταν ξύπνησα και βγήκα από το χώμα, χάρηκα που ζούσα, αλλά όταν κατάλαβα ότι θα έπρεπε να κουβαλάω μαζί μου το ίδιο μου το πτώμα, τσαντίστηκα και δεν ήξερα πώς να το διαχειριστώ. Επέστρεψα στον Στάθη, χωρίς βέβαια να του πω τι είχε γίνει στα αλήθεια με τον πατέρα μου κλπ, αλλά ούτε αυτός μπόρεσε να με βοηθήσει, γιατί εγώ δεν τον άφησα να με βοηθήσει. Κι αυτό τον στενοχώρησε πολύ, άσχετα αν δεν το έδειχνε. Τελικά, στράφηκα και σε εσάς, αλλά…» Ανασήκωσε τους ώμους του. «Αν δεν θέλει ο άνθρωπος, κανείς δεν μπορεί να τον βοηθήσει». Αναστέναξε. «Οπότε… συγνώμη. Για όλα».
«Τότε» είπε ο Γιώργος «γιατί επέστρεψες εδώ; Έφυγες. Γιατί γύρισες; Και γιατί πήγαινες στα μέρη που συχνάζαμε παλιά;»
«Γιατί εκεί ήλπιζα να σας βρω. Εσένα, την Άννα, την Ελένη. Τον Στάθη. Για να ζητήσω από όλους να με συγχωρέσετε».
«Οι άλλοι έφυγαν. Μόνο εγώ έμεινα εδώ».
«Ναι, το ξέρω. Παρόλ’ αυτά, εγώ ήλπιζα. Και γι’ αυτό σας έψαχνα σε εκείνα τα μέρη. Γιατί πίστευα ότι μπορεί να συχνάζατε ακόμα εκεί. Μόνο στο δάσος δεν πήγα ποτέ από τότε που γύρισα. Νομίζω, καταλαβαίνεις το γιατί».

Ο Γιώργος κατένευσε. «Πήγες και στα σπίτια; Εκεί που μέναμε παλιά; Δεν σε είδα να πηγαίνεις σε αυτά».
«Ναι, πήγα με το που ήρθα στην πόλη. Έμαθα από τους γείτονες του καθενός από εσάς ότι είχατε φύγει».

Ο Γιώργος έμεινε σιωπηλός για μια στιγμή, ώσπου σήκωσε το κεφάλι προς τον Πέτρο, άπλωσε το χέρι και είπε «Σε συγχωρώ».
Ο Πέτρος έσφιξε το χέρι του άλλου και είπε «Ευχαριστώ. Σε ευχαριστώ πολύ».

Ο Γιώργος έφυγε ένα λεπτό μετά και ο Πέτρος έκλεισε την πόρτα. Προχώρησε προς το δωμάτιο και έριξε μια τελευταία ματιά στο κινητό του. Είδε τα μηνύματα της Άννας, της Ελένης και του Στάθη. Οι δύο γυναίκες και ο πάλαι ποτέ εραστής του, όπως και τόσα άλλα άτομα που είχε βλάψει στην πρωτεύουσα, του είχαν δώσει τη συγχώρεσή τους. Μόνο ο Γιώργος είχε μείνει και πλέον και αυτός τον συγχώρεσε.

Το έκλεισε και πλησίασε τρεκλίζοντας το πτώμα, το οποίο ήδη άρχιζε να λιώνει. Ο Πέτρος γονάτισε κοντά του, πονώντας, νιώθοντας την καταστροφική αλλά και λυτρωτική ένωση να κλιμακώνεται. «Επιτέλους» ψέλλισε, ενώ τα δόντια του θρυμματίζονταν, «είμαι ελεύθερος».

Τάκης Κομνηνός

——————————————————————————————————
Σημειώσεις: Το κείμενο αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα.
Θα ήθελα την άποψή σας είτε εδώ, είτε (και) στην σελίδα του TheBluez.gr στο Facebook: https://www.facebook.com/TheBluez.gr.
Βρείτε όλα τα κείμενά μου εδώ: https://thebluez.gr/category/anastkom/.
Και στον ακόλουθο συνδέσμου όλα τα κεφάλαια της «Εντολής της Κόμισσας», που δημοσιεύονται σε συνέχειες: https://thebluez.gr/category/serials/.

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading