Ο Spike Laterman στάθηκε μπροστά στη μεγάλη τζαμαρία και παρατήρησε το απέραντο καταπράσινο λιβάδι που ήταν διάσπαρτο με λουλούδια. Ένα ρυάκι διέσχιζε την έκταση, ενώ μερικά πρόβατα που έβοσκαν μακριά, έμοιαζαν με λευκές μπάλες. Μια μικρή ταμπέλα πάνω στο τζάμι έφερε την επιγραφή: Αίθουσα Heidi. Δίπλα του, μια γυναίκα με δυο μακριές λευκές πλεξούδες, χλωμό δέρμα και καταγάλανα μάτια, σημείωνε σε ένα tablet.
«Μπορώ να δω άλλη μια φορά και τη Sahara;» τη ρώτησε.
«Κύριε Laterman, όλες οι προτιμήσεις σας» ξεκίνησε να μιλά με ελαφρώς ανεβασμένο τόνο «οι ταινίες που βλέπετε, τα βιβλία που διαβάζετε, τα μέρη που επισκέπτεστε, είναι πλέον καταχωρημένα στο διαδίκτυο. Ακόμα και η αλλεργία σας στη γύρη» σημείωσε με καρφωμένο το βλέμμα της στο tablet. «Γι’ αυτό και φροντίσαμε να μην υπάρχει ψήγμα στη συγκεκριμένη αίθουσα» είπε σοβαρά. «Θεωρείτε πως υπάρχει λόγος να δείτε και τη Sahara; Στη Heidi δε θα καταλήξετε;» τον κοίταξε επίμονα.
Εκείνος στράφηκε πάλι στο λιβάδι. Παρατηρώντας την αντανάκλασή του στο τζάμι, νόμισε πως είδε μια υποψία αβεβαιότητας στο βλέμμα του.
Ανοιγόκλεισε βιαστικά τα μάτια, για να διαβάσει τελικά την αποφασιστικότητα μέσα τους.
«Θυμίστε μου πάλι τη διαδικασία».
«Εισέρχεστε στην κάψουλα, αφού σας χορηγήσουμε ένα ελαφρύ ηρεμιστικό, ώστε να κοιμηθείτε για να σας μεταφέρουμε, στη Heidi για παράδειγμα» είπε κάνοντας έναν μορφασμό δυσανασχέτησης. «Η κάψουλα είναι ηλεκτροκίνητη. Όταν συνέλθετε, μπορείτε να περιηγηθείτε στον χώρο και μόλις νιώσετε έτοιμος, πατάτε το κόκκινο κουμπί μπροστά σας και το πρόγραμμα Παύση τίθεται αμέσως σε λειτουργία».
Βήματα ακούστηκαν να πλησιάζουν. Στράφηκε προς τα πίσω και είδε έναν ιδιαίτερα χαρωπό γέρο να προχωρά στηριζόμενος σε ένα μπαστούνι συνοδευόμενος από έναν νοσηλευτή.
«Τον Vlad» τον άκουσε να λέει «Αυτόν!»
Γύρισε ξανά προς την κοπέλα.
«Υπάρχει δυνατότητα ακύρωσης;»
«Ας μην επαναλαμβανόμαστε» φάνηκε να δυσανασχετεί. «Από τη στιγμή που θα πιέσετε το κουμπί, η διαδικασία δεν αντιστρέφεται».
«Έχει…» ξεροκατάπιε «έχει τύχει να μην το πατήσει κάποιος;»
Η κοπέλα χάιδεψε τη μία πλεξούδα.
«Ποτέ».
«Κι αν αλλάξω γνώμη;»
Τον κοίταξε αυστηρά.
«Μόνο κάτω από ακραίες περιπτώσεις μπορεί να γίνει δεκτή η άρνησή σας. Κάποια άλλη απορία;»
Ο Spike ένευσε αρνητικά.
«Στα πλαίσια βελτίωσης των διαδικασιών της εταιρείας μας, θα σας παρακαλούσαμε, πριν προβείτε σε οποιαδήποτε ενέργεια, να απαντήσετε στις παρακάτω ερωτήσεις» συνέχισε η υπάλληλος.
Σώπασε περιμένοντας τη συγκατάβασή του.
«Εντάξει» συμφώνησε.
«Γιατί αποφασίσατε να θέσετε τέλος στη ζωή σας;»
«Είπατε πως δεν έχει σημασία».
«Παρακαλώ, πρέπει να απαντήσετε. Λοιπόν;».
«Κουράστηκα» αναστέναξε.
Εκείνη τον κοίταξε δηκτικά.
«Παρακαλώ, απαντήστε ειλικρινά».
Ο Spike ξεφύσησε.
«Έχασα ό,τι πολυτιμότερο είχα».
Η φράση ξέφυγε σαν ψίθυρος από τα χείλη του.
«Είστε διατεθειμένος να κάνετε κάτι γι’ αυτό;»
«Εγώ…» κόμπιασε
«Ναι;» έκανε ανυπόμονα.
«Ο,τιδήποτε, αρκεί να μου δινόταν η ευκαιρία».
«Πολύ ωραία!» σημείωσε στο tablet της. «Ακολουθήστε με για να ολοκληρώσουμε τη διαδικασία».
Λίγη ώρα αργότερα βρισκόταν σε μια άδεια κλειδωμένη αίθουσα. Απέναντί του καθόταν ένας ευτραφής άντρας που τον κοιτούσε επίμονα. Ανάμεσά τους υπήρχε μια κάψουλα σε σχήμα φέρετρου.
«Ξέρεις» τον ρώτησε ο ευτραφής στρέφοντας απότομα το βλέμμα στην κάψουλα «αν θα είναι έτσι και οι δικές μας;»
Ο Spike ανασήκωσε τους ώμους.
«Λίγο με ενδιαφέρει».
Ο ευτραφής πλησίασε στην κάψουλα.
Το καπάκι της άνοιξε απότομα. Εκείνος πισωπάτησε και σωριάστηκε σε μια καρέκλα. Ο χαρωπός γέρος που συνάντησε νωρίτερα ο Spike, ανασηκώθηκε αργά. Βγήκε με κόπο και στάθηκε όρθιος.
«Ταιριάζει μια χαρά!» αναφώνησε.
Κάθισε δίπλα στον ευτραφή. Εκείνος σύρθηκε μερικά καθίσματα μακριά του.
Ο γέρος ρουθούνισε.
«David» γρύλλισε και χτύπησε το στέρνο με την παλάμη.
«Spike».
Ο γέρος στράφηκε προς τον ευτραφή. Εκείνος ξερόβηξε. Ο David ανασήκωσε το φρύδι.
«Paul» απάντησε τελικά.
Η ώρα περνούσε, μα δεν εμφανιζόταν κανείς.
«Δεν είναι δυνατόν» έκανε ο ευτραφής και σηκώθηκε. Έστρωσε βιαστικά το πουκάμισο στο παντελόνι του. «Γιατί αργούν;»
Ο γέρος τον κοίταξε ειρωνικά.
«Βιάζεσαι;»
«Εσύ, όχι;»
Ο David έφερε το χέρι στο στόμα κι άρχισε να καθαρίζει τα δόντια με τα νύχια.
«Δεν ήταν αυτή η συμφωνία» μουρμούρισε ο Paul.
«Και ποια ήταν, νεαρέ;» του επιτέθηκε ο γέρος.
Ο ευτραφής τον κοίταξε με βλέμμα απλανές, σαν να μη γνώριζε τι έπρεπε να απαντήσει.
«Δεν είμαι νεαρός» κατάφερε να ψελλίσει.
«Χα!» κάγχασε ο David και πλησίασε κουτσαίνοντας. Κόλλησε το πρόσωπό του στο δικό του. Ο Paul ξεροκατάπιε. «Ξέρεις πόσο χρονών είμαι;»
«Έι!» φώναξε ο Spike μπαίνοντας ανάμεσά τους και τους χώρισε ακουμπώντας τους απαλά στο στήθος.
Ο γέρος άφησε ένα γρύλλισμα κι επέστρεψε στην καρέκλα του χωρίς αντίσταση.
«Εκατόν τέσσερα» απάντησε κουνώντας τη γροθιά. «Στα μάτια μου είσαι νεαρός. Κι εσύ κι αυτός! Μου υποσχέθηκαν ότι θα τελειώσει γρήγορα» γκρίνιαξε. «Ήθελα ο θάνατός μου να είναι θρυλικός, σε ένα φέρετρο, στο κάστρο του Κόμη Vlad! Αντ’ αυτού» τους κοίταξε υποτιμητικά «βρίσκομαι σε μια αίθουσα αναμονής με…»
Δεν πρόλαβε να αποσώσει τη φράση του. Έφερε το χέρι στο στήθος, έβγαλε έναν λαρυγγισμό και το κεφάλι του έγειρε απότομα.
Ο Paul γούρλωσε τα μάτια.
Ο Spike πλησίασε.
«Πήρε αυτό που ήθελε» αναστέναξε.
«Πέθανε;» τσίριξε ο ευτραφής πιέζοντας τα μάγουλα με τις παλάμες του.
«Βοήθα με να τον μεταφέρουμε» είπε ο Spike κι έπιασε το ένα του χέρι.
«Πού;»
«Στην τελευταία του επιθυμία, στο φέρετρο».
Ο Paul οπισθοχώρησε τρομοκρατημένος.
«Όχι, όχι, όχι».
«Μην είσαι δειλός» νευρίασε ο Spike. «Κουνήσου».
Κατάφεραν να τον σύρουν με κόπο στο φέρετρο.
Η φωνή της κοπέλας αντήχησε στην αίθουσα.
«Ζητάμε συγγνώμη για την καθυστέρηση. Το πρόγραμμα Παύση θα ξεκινήσει μόλις επιβιβαστείτε».
Δυο κάψουλες πλησίασαν αθόρυβα και στάθμευσαν δίπλα τους.
Ο Spike μπήκε αμήχανα σε αυτή που βρισκόταν πιο κοντά του.
Ο Paul έμεινε ακίνητος μετατοπίζοντας το βάρος του από το ένα πόδι στο άλλο, ενώ ο ιδρώτας έτρεχε ποτάμι στο μέτωπό του.
«Πώς ξέρουμε ποια είναι η σωστή;» ρώτησε ανήσυχος.
«Paul Butterstock» αντήχησε η φωνή της κοπέλας «μπες στην άδεια κάψουλα».
Ο άντρας ξεροκατάπιε. Υπάκουσε, ενώ η καρδιά του βροντοχτυπούσε σαν ταμπούρλο σε πολεμική επίθεση.
Σύντομα οι δυο κάψουλες αναχώρησαν ακολουθώντας διαφορετική διαδρομή. Ο Spike ένιωσε μια ευχάριστη ζαλάδα. Τα βλέφαρά του βάρυναν και το κορμί του, αδύναμο να αντισταθεί, έγειρε στην πλάτη του καθίσματός του. Όταν συνήλθε, βρισκόταν στη μέση ενός απέραντου καταπράσινου λιβαδιού. Περιηγήθηκε με την κάψουλα, στάθμευσε δίπλα στο ποτάμι και παρακολούθησε ένα πρόβατο να βόσκει στο χορτάρι. Κοίταξε τον πίνακα ελέγχου μπροστά του.
“Πιέστε εδώ για εξωτερικά ερεθίσματα” έγραφε η οθόνη σε ένα σημείο.
Πλησίασε το δάχτυλό του. Πριν καλά – καλά το αγγίξει, οι ευωδιές της άνοιξης πλημμύρισαν τα ρουθούνια του. Αναστέναξε ευχαριστημένος.
Κάρφωσε το βλέμμα στο μεγάλο κόκκινο κουμπί με τη λέξη Παύση.
“Μόλις το πιέσετε” θυμήθηκε τα λόγια της κοπέλας “θα ξεκινήσει η διαδικασία γεμίσματος του εσωτερικού της κάψουλας με άζωτο μειώνοντας το επίπεδο οξυγόνου από εικοσιένα τοις εκατό σε ένα τοις εκατό. Στη συνέχεια, θα ακολουθήσει το αίσθημα του αποπροσανατολισμού ή της ευφορίας. Όλη η διαδικασία διαρκεί περίπου τριάντα δευτερόλεπτα. Το νεκρό πλέον σώμα σας θα υποβληθεί στη διαδικασία της καύσης και οι στάχτες σας θα σκορπιστούν στο μέρος που μας υποδείξατε”.
Ετοιμάστηκε να το πατήσει.
***
Η κάψουλα του Paul, ήταν σταθμευμένη σε έναν από τους πολλούς αμμουδερούς λοφίσκους της αίθουσας Sahara. Χαμογέλασε αμυδρά. Σε λίγο τελείωναν όλα. Σε λίγο… Αν οι σκέψεις του ήταν κορδέλα, θα έβλεπε ένα ψαλίδι να τις κόβει απότομα· ένα ψαλίδι με τη μορφή δυνατού ανεμοστρόβιλου που κατευθυνόταν προς το μέρος του, ενώ δίπλα του στεκόταν ο David. Θα ορκιζόταν μάλιστα πως χαμογελούσε και μια ολόχρυση οδοντοστοιχία έλαμπε από άκρη σε άκρη στο στόμα του. Προσπάθησε να κινήσει την κάψουλα για να απομακρυνθεί, χωρίς αποτέλεσμα.
Μια κραυγή ξέφυγε από τα χείλη του.
«Βοήθεια!»
***
Λίγο πριν ο Spike πατήσει το κουμπί στη δική του κάψουλα, ακούστηκε η επαναλαμβανόμενη επιτακτική φωνή ενός bot.
“Πιέστε το κόκκινο πλήκτρο. Πιέστε το κόκκινο πλήκτρο”.
Το κουμπί άρχισε να αναβοσβήνει. Το κοίταξε με βλέμμα ανεξιχνίαστο.
***
Όταν συνήλθε ο Paul, βρισκόταν μισοθαμμένος στην άμμο. Τα συντρίμμια της κάψουλας ήταν σκόρπια γύρω του. Το κόκκινο κουμπί αναβόσβηνε νωχελικά. Ανασηκώθηκε με κόπο.
«Πού είστε;» φώναξε και σκαρφάλωσε με κόπο στην κορυφή του λοφίσκου. «Πρέπει…»
Σώπασε απότομα. Αρκετά μέτρα μακριά, υψωνόταν ένα μεγάλο τετράγωνο μεταλλικό κτίριο. Είχε ακούσει για οάσεις στην έρημο. Αυτή όμως δεν ήταν αληθινή, άρα το κτίριο ήταν πραγματικό. Πλησίασε.
***
Ο Spike ξύπνησε και αμέσως κατάλαβε πως ήταν ακινητοποιημένος σε ένα κρεβάτι. Λευκό σεντόνι κάλυπτε το πρόσωπο και το σώμα του. Λίγο πριν αγγίξει το κουμπί, τα πάντα σκοτείνιασαν. Δε θυμόταν τίποτε. Και τώρα τι; Άνοιξε τα χείλη για να φωνάξει, μα οι κραυγές του ήταν βουβές.
***
Ο Paul έκλεισε τη μεγάλη συρόμενη πόρτα και κοίταξε γύρω του. Βρισκόταν σε έναν στενό διάδρομο, που του φαινόταν αλλόκοτα γνωστός. Έμοιαζε με… Ξεροκατάπιε. Πισωπάτησε. Η πλάτη του ακούμπησε σε κάτι σκληρό. Γύρισε απότομα. Αντί για πόρτα, αντίκρισε τοίχο. Έκανε μεταβολή και ήρθε πρόσωπο με πρόσωπο με τον γέρο.
Χαμογέλασε και η ολόχρυση οδοντοστοιχία του έλαμψε αλλόκοτα.
«Είσαι νεκρός!» του πέταξε ο ευτραφής άντρας.
Ο David κάγχασε.
«Εγώ ζω και βασιλεύω. Εσύ έπρεπε να είσαι νεκρός».
«Όχι» αντέδρασε. «Έκανα μια συμφωνία».
«Δεν είσαι ο μοναδικός» αποκρίθηκε ο γέρος κι έτεινε το γαμψό νύχι προς το μέρος του. «Κι εγώ έκανα μια συμφωνία, γι’ αυτό βρισκόμαστε όλοι εδώ».
Πριν προλάβει ο Paul να αντιδράσει, ένιωσε ένα απότομο τράβηγμα σαν να πρωταγωνιστούσε σε ταινία τρόμου και την επόμενη στιγμή το σκηνικό άλλαξε. Βρέθηκε σωριασμένος στο πάτωμα, λες και κάποιος τον έσπρωξε με δύναμη. Ανασηκώθηκε και περιεργάστηκε τον χώρο. Βρισκόταν στο δωμάτιο ενός νοσοκομείου. Ο θάλαμος είχε δυο κρεβάτια. Στο ένα, ήταν ξαπλωμένη η κοπέλα με τις λευκές πλεξούδες. Στο άλλο, που καλυπτόταν με παραβάν, αδυνατούσε να δει αν υπήρχε ασθενής. Ο David στεκόταν δίπλα στην πόρτα.
«Τι συμβαίνει;» τραύλισε.
«Γεια σου, Paul».
Ένας χλωμός άντρας με λευκά μαλλιά, καταγάλανα μάτια, ντυμένος στα μαύρα, μπήκε και στάθηκε δίπλα στον γέρο.
«Ποιος είσαι;»
«Αυτός που προσκάλεσες».
«Εγώ…»
«Damon HellWay».
Ο Paul ξεροκατάπιε.
«Είσαι…»
«Είμαι αυτός που εννοεί το όνομά μου. Συνάπτω συμφωνίες με όσους το επιθυμούν, με αντάλλαγμα την ψυχή τους· μια ψυχή που μου έχεις πουλήσει προ πολλού. Αναγνωρίζεις τη γυναίκα σε εκείνο το κρεβάτι;»
«Είναι η…» σώπασε απότομα μόλις διαπίστωσε πως δεν ήταν ξαπλωμένη η κοπέλα με τις λευκές πλεξούδες, αλλά μια γυναίκα με μαύρα, σγουρά μαλλιά.
«Ναι;» τον παρότρυνε ο Damon.
«Είναι η…» ξεροκατάπιε «Lydia Spiegel».
***
Ο Spike, που άκουγε εδώ και ώρα τη συζήτησή τους, λες και βρισκόταν κάπου δίπλα τους, γούρλωσε τα μάτια. Αντί να προσπαθήσει πάλι να φωνάξει, κράτησε την αναπνοή του.
***
«Τι συνέβη στη Lydia, Paul;»
Εκείνος κοίταξε αμίλητος τη γυναίκα που κειτόταν αναίσθητη.
Ο Damon στράφηκε προς τον γέρο.
«David, μπορείς να απαντήσεις εσύ;»
***
Ο Spike ένιωσε τα χέρια του να ελευθερώνονται. Έσφιξε τις γροθιές του.
***
Ο γέρος χαμογέλασε.
«Δε με θυμάσαι, γιατί το κεφάλι μου ήταν καλυμμένο με γάζες».
Ο Paul μισόκλεισε τα μάτια για να εστιάσει καλύτερα στο πρόσωπο του David.
«Νοσηλευόμουν στο νοσοκομείο. Μπήκες στο δωμάτιό μου νομίζοντας ότι ήμουν ναρκωμένος και δε σε άκουγα. Μιλούσες στο τηλέφωνο. Έλεγες σε κάποιον ότι του βρήκες ένα μωρό και τον ρωτούσες αν ήταν πρόθυμος να πληρώσει αδρά. Θα αντικαθιστούσες το νεκρό βρέφος της γυναίκας του με το ζωντανό. Το ίδιο βράδυ ξέσπασε πυρκαγιά. Θύματα ήταν η Lydia με το μωρό της. Μόνο που εκείνο δεν πέθανε στα αλήθεια… Το πούλησες, έτσι δεν είναι; Μίλησα στην αστυνομία, μα δε με πίστεψαν. Βλέπεις, αυτό το κακό έχουμε οι γέροι. Θεωρούν πως τα έχουμε χαμένα και δε μας παίρνουν στα σοβαρά».
«Νομίζεις ότι έλαβες τυχαία την πρόσκληση για το πρόγραμμα Παύση;» πήρε τον λόγο ο Damon. «Γνωρίζαμε πως θα δωροδοκούσες την εταιρεία για να σκηνοθετήσετε τον θάνατό σου. Θα πέθαινες δήθεν στην αίθουσα Sahara, ενώ στην πραγματικότητα θα δραπέτευες στο εξωτερικό με άλλο όνομα. Έτσι, θα υπήρχαν ατράνταχτες αποδείξεις πως ήσουν νεκρός».
Το διπλανό παραβάν άνοιξε απότομα. Ο Spike όρμησε πάνω του. Οι δυο άντρες κυλίστηκαν στο πάτωμα. Ο Spike έσφιξε τον λαιμό του Paul.
«Δε θα κάνεις κάτι;» ρώτησε ο γέρος τον Damon.
«Ελεύθερη βούληση. Δεν μπορώ να επέμβω. Εσύ όμως…» τον κοίταξε λοξά.
«Δεν αξίζει, αγόρι μου» μπήκε αμέσως στο νόημα ο David. «Αυτός πρέπει να καταλήξει στη φυλακή, όχι εσύ».
Δε φάνηκε να του δίνει σημασία.
«Σου δόθηκε μια ευκαιρία. Έχεις ένα παιδί» επέμεινε και ξεστόμισε μια βόμβα. «Περιμένει να το βρεις».
Τα θραύσματα τον σταμάτησαν απότομα. Ανασηκώθηκε λαχανιασμένος. Ο Paul σύρθηκε προς τα πίσω τρίβοντας τον λαιμό του.
«Πώς μπόρεσες;» τον ρώτησε ο Spike γεμάτος οργή.
Εκείνος ξεροκατάπιε.
«Η γυναίκα σου ήταν ετοιμοθάνατη, το γνώριζες!»
«Πώς το ξέρεις;» απόρησε με μάτια διάπλατα ανοιχτά.
«Δούλευα στην κλινική που νοσηλευόταν. Σε αναγνώρισα μόλις σε είδα» του εξήγησε με ένοχο τόνο. «Σε έβλεπα που έφερνες το μωρό σας κάθε μέρα. Ήσουν θολωμένος και δεν πρόσεχες τίποτε και κανέναν γύρω σου. Ούτε φυσικά εμένα».
Ο Spike τον πλησίασε απειλητικά. Εκείνος κόλλησε την πλάτη στον τοίχο.
«Εκείνη τη λύτρωσα… κι εσύ… μετά τον θάνατό της δε θα μπορούσες… Σκέψου το! Του έδωσα μια καλύτερη ζωή».
Ο Spike έκανε να του επιτεθεί ξανά, μα η λαβή του γέρου στον ώμο του, έσβησε την πύρινη λαίλαπα του θυμού του. Στράφηκε βουρκωμένος προς τους άλλους δυο. Το κρεβάτι που πριν λίγο κειτόταν η Lydia, ήταν κενό.
«Πώς θα βρω τον γιο μου;»
«Ο David» άρχισε ο Damon «έκανε μαζί μου μια συμφωνία».
«Η ζωή μου μόνο τίμια δεν ήταν» ανασήκωσε τους ώμους ο γέρος. «Με τις πράξεις μου, η ψυχή μου ήταν καταδικασμένη να πάει στην Κόλαση» λοξοκοίταξε τον Damon. «Πριν πεθάνω λοιπόν, αποφάσισα να την πουλήσω στον αφέντη της. Για τον σωστό λόγο».
«Επιστρέφοντας σπίτι σου θα λάβεις πληροφορίες για το πώς θα τον βρεις» διευκρίνισε ο Damon. «Και αυτός» έδειξε τον Paul που ζάρωσε στη γωνιά του «θα σαπίσει στη φυλακή. Τι λες; Δεν είναι σημαντικός λόγος για να ζήσεις;»
Ο Spike ένευσε.
***
Ο David και ο Damon βρίσκονταν στο υπόγειο ενός γοτθικού κάστρου. Ο γέρος έριξε μια ματιά στα κεριά που αιωρούνταν κι ετοιμάστηκε να μπει στην κάψουλα – φέρετρο.
«Έχω μια πρόταση» είπε ο χλωμός άντρας.
Ο γέρος ανασήκωσε το φρύδι.
«Χρειάζομαι έναν βοηθό. Είσαι ο καταλληλότερος».
Εκείνος σκέφτηκε για λίγο.
«Μπορώ να κρατήσω αυτά;» έδειξε τη χρυσή οδοντοστοιχία του.
Ο Damon ένευσε. Ο David χαμογέλασε.
«Πότε ξεκινάμε;»
Ο χλωμός άντρας του έδειξε την κάψουλα. Ο γέρος ξάπλωσε.
«Ξέρεις τη διαδικασία» του είπε ήρεμα. Το κουμπί Παύση άρχισε να αναβοσβήνει. Ο David το πίεσε απαλά.
Τη στιγμή που ο γέρος έκλεισε τα μάτια, ένας νέος μελαχρινός άντρας εμφανίστηκε δίπλα στον Damon. Φορούσε μπορντό γιλέκο, μαύρο παπιγιόν και παντελόνι και λευκό πουκάμισο.
«Γιατί δεν τον άφησες να πεθάνει; Εκεί δεν ισχύει ο κανόνας της ελεύθερης βούλησης;» ρώτησε ο νέος πλέον David.
«Σε όλους τους κανόνες υπάρχουν εξαιρέσεις. Ο Spike δε γνώριζε όλα τα δεδομένα, οπότε δεν μπορούσε να αποφασίσει σωστά. Όμως» έσμιξε τα φρύδια «κάτι πρέπει να κάνουμε με το όνομά σου» συνέχισε. «Το David είναι εντάξει. Το Buster…» κούνησε το κεφάλι αρνητικά.
«Γιατί έχω την εντύπωση ότι έχεις ήδη αποφασίσει;» ανασήκωσε το φρύδι ο David.
Ο Damon άφησε να φανεί ένα ελαφρύ μειδίαμα.
«Πλέον θα είσαι ο David DarkLead».
Ο νέος πλέον άντρας χαμογέλασε. Μια ολόχρυση οδοντοστοιχία έλαμψε από άκρη σε άκρη μέσα στο στόμα του.
Ερωδίτη Παπαποστόλου
