Το αγόρι στεκόταν απέναντί μου. Ένα σορτσάκι φορούσε, μόνο.
«Πολλή ζέστη για τέλη Αυγούστου», σκέφτηκα «Βράδιασε και δεν λέει να δροσίσει»….
Η κάψα της ψησταριάς τα έκανε χειρότερα. Προσηλώθηκα λιγωμένη στα ρυάκια ιδρώτα που κυλούσαν απ’ το μέτωπο στο δασύτριχο στέρνο του αγοριού.
Στο τραπέζι, κάτω από την πέργκολα, οι Γάλλοι κουβέντιαζαν αμέριμνοι, τσιμπώντας τα ορεκτικά και σιγόπιναν το κρασί τους, περιμένοντας τα ψητά.
Τα μάτια του αγοριού ήταν ερεθισμένα από τον καπνό. Λίγη στάχτη είχε σταθεί πάνω στα βαριά του ματόκλαδα.
Παρόλο τον καύσωνα, ένα ρίγος προσμονής με διαπέρασε. Πεινούσα πολύ κι εγώ.
Το αγόρι αποτράβηξε το βλέμμα του από το δικό μου και στράφηκε ευσυνείδητα στην ψησταριά. Τα βαριά του τα χέρια άρχισαν να γυρίζουν επιδέξια τα παϊδάκια πάνω από τα κάρβουνα.
Χάζεψα, αποθαυμάζοντας το αγόρι. Ξέχασα ακόμα και την τεράστια γαβάθα με τις τηγανητές πατάτες, που έσφιγγα με πάθος στην αγκαλιά μου.
Ε, ναι ! Το μυαλό μου ήταν κουρκούτι. Ήμουν θεονήστικη. Ένεκα η προετοιμασία του αποψινού δείπνου. Άυπνη. – αχ, το αγόρι ροχάλιζε πολύ χθες. Και ψόφια απ’ την κούραση, μετά από οκτώ ώρες στη δουλειά. Κι αυτά τα πόδια μου μέσα στα ψηλοτάκουνα, κομψά πέδιλα, με πέθαιναν στον πόνο.
Γύρισε, μου χαμογέλασε και μου ‘κλεισε ενθαρρυντικά το μάτι. Τα κάρβουνα τσιτσίριξαν όταν έσταξε λίπος πάνω τους. Η μυρωδιά ήταν γαργαλιστική. Άρχισαν να τρέχουν τα σάλια μου.
Συνήλθα με μεγάλη προσπάθεια, ακούμπησα τις πατάτες στο τραπέζι και ξαναμπήκα ορμητικά στο σπίτι. Επρεπε να φέρω τη σαλάτα.
Στο επόμενο δρομολόγιο, διαπίστωσα, με ανησυχία, ότι η παρέα στο τραπέζι είχε αυξηθεί.
«Τι στο καλό;» σκέφτηκα αναστατωμένη «Αυτά δεν είχαν πει ότι θα φάνε έξω απόψε;»
Δεν είχα άλλη επιλογή. Ο κύβος είχε ριφθεί. Οι κόρες και οι γαμπροί είχαν στρωθεί κανονικότατα στο τραπέζι και καλαμπούριζαν με τους Γάλλους. Αντε, να βάλω άλλα τέσσερα σερβίτσια!
Το αγόρι, με μοιρολατρικό, θλιμμένο ύφος, μου πάσαρε την πιατέλα με τα ψημένα παϊδάκια, για να σερβίρω…..
Του ‘δωσα γι’ αντάλλαγμα έξι χοιρινές για ψήσιμο και καμιά δεκαριά πίτες. Απελπισμένη, βρήκα την ευκαιρία να σωριαστώ για λίγο σε μια καρέκλα…
Από εκεί, βάλθηκα να εκτοξεύω φλογερά βλέμματα προς το αγόρι, πεταρίζοντας τις βλεφαρίδες μου. Λογικό, αφού με δυσκολία κρατούσα τα μάτια μου ανοιχτά.
«Μαμά, τι έχεις;» ακούστηκε ξαφνικά η φωνή της μεγάλης, «μοιάζεις σαν να θέλεις να κάνεις εμετό».
«Μα ναι, δεν φαίνεστε καλά, σαν να αλληθωρίζετε» κακάρισε αντιπαθητικά η φωνή του άντρα της. Ήταν, βλέπεις, σε καλύτερη θέση. Ανφάς. Επιτέλους είχε δεήσει να πάρει τον κώλο του και να βοηθήσει τον πεθερό του στο ψήσιμο…
Δόξασα τον ύψιστο που οι Γάλλοι δεν καταλάβαιναν τόσο βαριά ελληνικά και απαξίωσα να απαντήσω.
Κεραυνοβόλησα το ζεύγος με φονικό βλέμμα, ίσιωσα με αξιοπρέπεια το μαύρο μου φουστάνι με τη σέξι μαχαιριά στο κορσάζ και μπήκα στο σπίτι, αποφασισμένη. Είχα ξεχάσει το τζατζίκι.
Το αγόρι είχε ψήσει τέλεια τα πάντα όταν γύρισα. Η ομήγυρη στο τραπέζι, είχε ριχτεί με μανία στο φαγοπότι.
Το πλησίασα κλεφτά και του ψιθύρισα λάγνα στ’ αυτί «Φαίδωνα, σκούρα τα βλέπω τα πράγματα απόψε. Να μου ‘ρθεις τα μεσάνυχτα και δίπλα μου να πέσεις! Θα βρούμε μαζί τη λύση!»
Με τράβηξε πάνω στο καυτό, καπνισμένο κορμί του, μουρμουρίζοντας «Θα κάνω ό,τι μπορώ Μαίρη, αγάπη μου… Ψησταριά και καύσωνας μαζί, μη σου λάχει!» . Είχε πιάσει το νόημα, όμως.
………………………………………………………………………………
Περασμένα μεσάνυχτα πια. Οι αλλοδαποί, μας είχαν αποχαιρετήσει νυσταγμένοι, κατευχαριστημένοι και σκασμένοι απ’ το φαΐ. Το τραπέζι είχε μαζευτεί. Τα κωλόπαιδά μου, τα αγαπημένα, είχαν φύγει, χορτασμένα, να συνεχίσουν τη βραδιά τους στα μπαράκια.
Τέζα στον καναπέ, απαλλαγμένη επιτέλους από τα πέδιλα του μαρτυρίου, περίμενα ανυπόμονα το αγόρι μου. Μετά από μια σύντομη στάση στο μπάνιο, να το, σωριάστηκε δίπλα μου !
«Ένα παϊδάκι μόνο πρόλαβα να φάω…» γουργούρισα παραπονιάρικα.
«Εγώ, κανένα!» μου απάντησε μελαγχολικά. «Ούτε μπριζόλα. Μέχρι να τακτοποιήσω την ψησταριά, τα είχαν καθαρίσει όλα! Λίγη σαλάτα είχε μείνει μόνο και κάτι λίγες πατάτες».
«Τι λες;» του έκλεισα με τσαχπινιά το μάτι.
Μου χαμογέλασε συνωμοτικά….
«Ούτως ή άλλως θα χρειαστώ κι άλλο μπάνιο, δεν φεύγει εύκολα τόση τσίκνα» σχολίασε φλεγματικά, μυρίζοντας τη μασχάλη του.
Αυτό ήταν! Ορμήσαμε πιασμένοι χέρι – χέρι στην κουζίνα. Ευτυχώς, οι μοσχαρίσιες που είχα βάλει εσπευσμένα στο νερό, είχαν σχεδόν ξεπαγώσει…
………………………………………………………………………………
Στην κοντινή, ολότελα δικιά μας τέτοια ώρα, ακροθαλασσιά, ανάψαμε μια φωτιά στην άμμο. Οι πατάτες στη χόβολη και οι μπριζόλες ψήθηκαν γρήγορα και το ίδιο γοργά καταβροχθίστηκαν.
Τα βλέμματά μας είχαν κλειδώσει, όσο μασουλούσαμε με ευδαιμονία. Η νύχτα γέμισε μουγκρητά απόλαυσης.
Αμέσως μετά, νυχτερινό μπανάκι. Ευλογημένο, έδιωξε από πάνω μας και την τσίκνα και την κούραση.
Επιτέλους, σωριαστήκαμε δίπλα – δίπλα, κάτω από τ’ αστέρια. Αναστέναξα. Πλήρης. Με γεμάτο στομάχι. Δροσερή. Χαλαρωμένη. Κοίταξα με στοργή το αγόρι. Μου αντιγύρισε ένα γλαρωμένο βλέμμα: είχε φουσκώσει σαν πύθωνας από το φαΐ.
Τι τα θες, τι τα γυρεύεις… Αυτό το αγόρι πάντα με καταλάβαινε απόλυτα. Χάδια κι αηδίες, καυτά πατώματα και κολοκύθια με τη ρίγανη! Ποτέ δεν χρειάστηκαν πολλά λόγια, για να συνεννοηθούμε, εμείς οι δυο.
«Ναι…» σκέφτηκα με ικανοποίηση, «πραγματικά επέλεξα το σωστό αγόρι πριν από τριάντα και κάτι χρόνια!»
Ελένη Ασμάνη
