Ζωντανός νεκρός

Ήταν μια μέρα κρύσταλλο, κύλαγε η ματιά σου ανεμπόδιστη να εξερευνήσει κάθε πτυχή, κάθε κορυφή, κάθε αγρό, κάθε σπιτάκι και παλιοκάλυβο στον τόπο εκείνο τον ζωσμένο με βουνά. Έρεε η λιακάδα μες στη γλύκα, σέρνοντας το στραφταλιστό φόρεμά της πάνω στην ψυχραμένη γη και ‘κείνη λουλούδιαζε στο χάδι της και γλυκοβουούσε, σε καλούσε λες να χορέψεις παρέα με τις Ναϊάδες μέσα στις χαράδρες που φώλιαζαν οι πηγές και τα ρυάκια τα φουσκωμένα από το παγωμένο νερό του λιωμένου χιονιού. Μα ‘κείνος δεν ένιωθε τίποτα από όλα αυτά, αργοσερνόταν σκυφτός, στηριζόμενος σε ένα δεκανίκι κι ένα χοντρό κλαδί, προσέχοντας ποια κροκάλα και ποια νερολακούβα ν’ αποφύγει και πού να βρει στεγνό χώμα να μη γλιστρήσει, με μόνη του επιθυμία να φθάσει, να φθάσει επιτέλους, να φθάσει, να πέσει μέσα στον κόρφο της μάνα του και να λουφάξει εκεί, να μπορέσει επιτέλους να κοιμηθεί, εκείνον τον βαρύ, αναζωογονητικό, δίχως έγνοιες ύπνο που ‘κανε σαν παιδί.

Βουίζαν τα ζουζούνια, τιτίβιζαν ανέμελα τα πουλιά, θρόιζαν τα φύλλα στο ελαφρύ αεράκι, μα εκείνος δεν παρασυρόταν από τη γλυκολαλιά τους. Το μόνο τραγούδι που ήθελε ν’ακούσει, ήταν εκείνο το νανούρισμα που τραγούδαε σαν ήταν μικρός η μάνα του, εκείνο το αργόσυρτο που τον μέρευε τις νύχτες που η γη αντιβοούσε από τα στοιχειά της φύσης, τα αστραπόβροντα και τον αγέρα. Που να ‘ξερε τότε ότι υπήρχαν τρομακτικότερα ανθρωπογέννητα βροντοκοπήματα…

Ανέβαινε, κατέβαινε, ανέβαινε… Άλλοτε ολομόναχος, άλλοτε με παρέα… Πόσες μέρες τώρα; Δεν ξέρει, δεν τον ένοιαζε. Μόνο να φθάσει. Ήταν κοντά πια. Από τα χθες έβλεπε το δάσος με τις καστανιές και τις κορυφογραμμές που αγκάλιαζαν το χωριό του μια να φαίνονται μια να χάνονται στα διπλώματα της γης. Πέρασε και το χάνι του Γιαννού, μα δεν κατάφερε να βρει ούτε ένα ζώο, τα μουλάρια, τα άλογα, τα γαϊδούρια, τα είχαν πάρει όλα με την επίταξη, όχι, ότι θα ‘χε να το πληρώσει… Με την ελεημοσύνη των χωρικών κατάφερε να επιβιώσει από τότε που έφυγε από τα Γιάννενα σα βομβάρδισαν οι Γερμανοί το νοσοκομείο. Το στρατιωτικό νοσοκομείο όπου νοσηλευόταν τους τελευταίους μήνες, στεγαζόταν στο ίδιο κτίριο με την Παιδαγωγική Ακαδημία. Τόσο καιρό στο κρεβάτι να κοιτά το ταβάνι ή να κρυφοκλαίει κάτω από την κουβέρτα, ούτε που ‘χε καταλάβει πού βρισκόταν. Το κατάλαβε μια μέρα που έκανε καλό καιρό και τον κατέβασαν με το ζόρι ως τον μεγάλο κήπο να λιαστεί και να κάνει κάνα τσιγάρο. Πόσο ειρωνικό του ‘χε φανεί! Πριν λίγο καιρό μέσα σ’ αυτό το ίδιο κτίριο, τα νιάτα πλημμύριζαν τους διαδρόμους με τις χαρούμενες φωνές τους, τα γέλια και τα τραγούδια. Το αίμα τους φουρφούριζε όμοιο μπρούσκο κρασί κι ας ήταν αναγκασμένοι να το νερώνουν λόγω της πολιτικής κατάστασης. Τώρα το μόνο που ακουγόταν ήταν βογγητά και ουρλιαχτά πόνου…

Μια πέτρα δεν την υπολόγισε καλά και το μοναδικό πληγιασμένο πόδι του με την ξεχαρβαλωμένη αρβύλα έγειρε στο πλάι, λυγίζοντας στον λιανό αστράγαλο. Στηρίχθηκε με όλο του το βάρος στο δεκανίκι βογκώντας από τον πόνο και έπειτα γονάτισε, κύλησε στο πλάι, κωλοκάθισε κι απέμεινε εκεί ξέπνοος να κοιτά χωρίς να βλέπει. Κι όμως ήταν τόσο όμορφα τα μεγάλα πλατάνια που έβγαζαν καινούργια λαμπερά ανοιχτοπράσινα φύλλα και μικρές σγουρές μπαλίτσες… Κουνούσαν τα χοντρουλά κλαδιά τους στον χλιό αέρα, ξεπίτηδες λες, προσπαθώντας να τραβήξουν την προσοχή του και τον καλούσαν να σκαρφαλώσει ως πάνω, όπως όταν ήταν παιδί. Κι αν πάλι δεν ήθελε, μπορούσε να ξαπλώσει τ’ ανάσκελα πάνω στους στρωμένους με μαλακό μπουκλωτό πράσινο χαλί των βράχων και να ακούσει το τραγουδάκι της βρυσούλας του χωριού του, που έστελνε το παγωμένο νερό της στις βάθρες που σχηματίζονταν για να λούσουν οι νεράιδες τα αραχνομαλλιά τους.

Όμως όσο και να τέντωσαν τα κλαδιά τους τα πλατάνια, γυρεύοντάς του να τα δει και να τα θαυμάσει, όσο και να μοσχομύρισαν τα αγριολούλουδα, όσο και γλυκοτραγουδούσε η βρυσούλα, του Χρίστου οι αισθήσεις ήταν κοιμισμένες βαθιά μέσα στο φέρετρο της ψυχής του. Μαύρο σκοτάδι τον τύλιγε και μια έγνοια, να φθάσει. Τον κοιτούσαν οι ξωθιές και ρίχναν στενάχωρες ματιές συναμεταξύ τους. Τον κοιτούσαν και οι χωρικοί εκείνο το όρθιο σακατεμένο λείψανο και σύντομα ο οίκτος τους μετατρέπονταν σε θαυμασμό. Πού την έβρισκε τέτοια ψυχική δύναμη, να συνεχίζει, να προσπαθεί, να μην τα παρατά;

Δεν μπορούσε, δεν έπρεπε να τις ξυπνήσει ακόμη από τον ύπνο τους τις αίσθητες o Χρίστος. Αν το ‘κανε, μπορεί να τον λύγιζε ο πόνος, η κακοπάθεια, τα χαμένα όνειρα… Εκείνη τη μέρα που τον βγάλανε να λιαστεί στο προαύλιο της Ζωσιμαίας Ακαδημίας και που το μοιραζόταν πια με το στρατιωτικό νοσοκομείο, θυμήθηκε τον λόγο που τους έβγαλαν στην ορκωμοσία τους για το λαμπρό μέλλον που τους περίμενε. Είχαν τα νιάτα τους, όλη τη ζωή μπροστά τους, μπορούσαν να πάρουν την πέτρα και να τη στύψουν. Και ‘κείνος ένιωθε δικαιωμένος, έπειτα από σκληρή δουλειά, πολλά χρήματα που έδωσαν οι δικοί του και τόσες πολιτικές κωλοτούμπες που έπρεπε να κάνουν συγκρατώντας τα πιστεύω τους, τα κατάφερε και θα έκανε το όνειρό του πραγματικότητα. Θα γινόταν ο καλύτερος δάσκαλος, όχι σαν τον Καμπουρίτσο, τον δάσκαλο του στο χωριό του, που τους βίτσιαζε ασταμάτητα. Εκείνος θα ήταν γλυκομίλητος και καλός και πάντα δίκαιος, θα φρόντιζε ώστε όλα τα παιδιά να μάθουν, παρά το θέλημα του Δικτάτορα Μεταξά που είχε σα μόνη έγνοια του να έχει στρατιώτες- δασκάλους που θα τηρούσαν πιστά το πρόγραμμα που τους επέβαλε και που ήθελε με πολλές εξετάσεις, την ίδρυση της ΕΟΝ και την ίδρυση των ιδιωτικών φροντιστηρίων, να εμποδίσει τα φτωχά παιδιά και τα κορίτσια να μορφωθούν. Τους πρόφτασε όμως ο πόλεμος κι αντί για τις σχολικές αίθουσες βρέθηκε στα βουνά της Πίνδου. Δεν πρόλαβε ούτε καν να πάει να δει τους δικούς του στο χωριό και να τους αποχαιρετήσει…

Όσο και να τον παρακαλούσαν οι νοσοκόμοι να τον ξαναπάνε στο προαύλιο, εκείνος αρνιόταν. Κι όταν άρχισαν να στέλνουν ασθενείς στα νοσοκομεία της Άρτας και του Μεσολογγίου, γιατί φοβόντουσαν που πλησίαζαν οι Γερμανοί και την επίθεσή τους, εκείνος έδινε με χαρά τη θέση του σ’ άλλους. Ας έρχονταν, ας έριχναν βόμβα, ας τον αποτέλειωναν. Έτσι κι αλλιώς η ζωή του είχε τελειώσει. Ο Χρίστος ήταν ήδη νεκρός, ένας σακάτης που τον πονούσε απίστευτα το πληγωμένο του κορμί κι ένα πόδι φάντασμα. Δεν ήθελε να ζει έτσι…

Και οι Γερμανοί ήρθαν. Ήρθαν τη μόνη μέρα που δεν τους περίμεναν, ανήμερα Κυριακή του Πάσχα, ούτε τη μεγάλη για τους Έλληνες γιορτή δε σεβάστηκαν. Κι έριξαν τη βόμβα τους στοχεύοντας τον κόκκινο σταυρό, σκοτώνοντας τόσες ψυχές. Εκείνη τη μέρα ψάχνοντας ανάμεσα στα χαλάσματα να βρει καρδιές να ηχούν, ανακάλυψε ότι η δική του καρδιά βροντούσε εκκωφαντικά ουρλιάζοντας ότι ήθελε να ζήσει, έστω και έτσι, χωλός, σακάτης…

“Μάνα” θέλησε να πει, μα η λέξη σκάλωσε στον λαιμό του, τόσες μέρες είχε ξεχάσει και να μιλά. Τον κοίταξε η μάνα του από πάνω ως κάτω στην αρχή έντρομη, τι είναι τούτο το στοιχειό, αναρωτήθηκε κι έφερε το χέρι στο στόμα να μην ξεφωνίσει. Σα να ξύπνησαν οι νεκροί και ξεχώθηκαν από τη γη, ένα λιανό καταβρώμικο κουρελιασμένο κουφάρι την κοιτούσε, έβγαζε ήχους σα να προσπαθούσε να μιλήσει και δάκρυα αυλάκωναν τα μαλλιαρά ρουφηγμένα μάγουλα. Κι είχε κάτι μάτια… Αυτά τα μάτια… Αυτά τα μάτια, τα θολά από τα δάκρυα και τα μουτζουρωμένα από τη ζωή, τα γνώριζε!
«Παιδί μου!» είπε ξέπνοα η κυρά Θοδώρα και παρά τα αρθριτικά της όρμησε κατά τον Χρίστο, τον αγκάλιασε με τόση φόρα που κόντεψε να τον γκρεμίσει κάτω από τη σκάλα, έπειτα τον έσουρε σχεδόν μέχρι μέσα χωρίς να μπορεί να αρθρώσει λέξη. Μόνο έκλαιε και μιλούσε ακατάληπτα και τον χάιδευε, στις πλάτες, στα χέρια, στο κεφάλι… Ώσπου δεν άντεξε τη συγκίνηση και έπεσε λιπόθυμη. Προσπάθησε να τη στηρίξει ο Χρίστος… Τι να στηρίξει; Σωριάστηκε κι αυτός δίπλα της και έγειρε από πάνω της ταρακουνώντας την και μην μπορώντας να βγάλει άχνα.

«Τι κάνεις εκεί;» ακούστηκε μια άγρια φωνή από πάνω του. Μια νεαρή κοπέλα τον κάρφωνε από την πόρτα με βλέμμα σκληρό. Μία ακόμη εμφανίστηκε πίσω της, τον κοίταξε έντρομη κι έμοιαζε να μαρμάρωσε αφήνοντας τις στάμνες που κρατούσε να πέσουν. Οι στάμνες έσπασαν κάνοντας τρομακτικό θόρυβο και νερά πλημμύρισαν τον τόπο. Εκείνος μην μπορώντας να μιλήσει, πνιγμένος από έναν κόμπο που δεν έλεγε να λυθεί, προσπάθησε με χειρονομίες να τους εξηγήσει. Μα η πρώτη κοπέλα άφησε καταγής τις στάμνες που κουβαλούσε κι όρμησε κατά το τζάκι όπου οι γονείς του φύλαγαν το τουφέκι, το άρπαξε και τον σημάδευσε.
«Φύγε από πάνω της, τώρα!» σκλήρισε κι έπειτα πρόσταξε την άλλη να φέρει βοήθεια. Το μικρό κορίτσι σα να ξύπνησε ξαφνικά, κοίταξε μια την κοπέλα που της μιλούσε και μια τη σκηνή στο πάτωμα, έπειτα άρχισε να ουρλιάζει και απομακρύνθηκε τρέχοντας. Η μάνα του βόγγηξε κι ο Χριστός έγειρε ξανά πάνω της ανήσυχος. Η κοπέλα που τον αναμετρούσε του έκανε νόημα με το όπλο να απομακρυνθεί από την ξαπλωμένη γυναίκα.
«Μην κάνεις κάνα αστείο, ξέρω να το χρησιμοποιώ…» τον προειδοποίησε με σιγουριά και πλησίασε για να εξετάσει την κυρά Θοδώρα. Ο Χρίστος σούρθηκε πίσω και το χωλό πόδι του που τόση ώρα κρυβόταν από κάτω του εμφανίστηκε. Η κοπέλα το πρόσεξε, αλλά δεν έμοιασε να ξαφνιάζεται, μόνο τον ρώτησε μαλακά στηρίζοντας το τουφέκι στον ώμο, ενώ με το άλλο της χέρι έβαλε λίγη ρίγανη κάτω από τη μύτη της ηλικιωμένης.
«Ποιος είσαι;»
«Ο Χρίστος…» κατάφερε να ψελλίσει εκείνος κοιτώντας μια αυτή και μια τη μητέρα του έμοιαζε να συνέρχεται.
«Ποιος Χρίστος;» έκανε για να κερδίσει λες χρόνο. Η κυρά Θοδώρα άνοιξε τα μάτια της.
«Χρίστο μου;» ψέλλισε ζαλισμένη.

Άνθρωποι όρμησαν μέσα στο σπίτι, χέρια απλώθηκαν, σήκωσαν την κυρά Θοδώρα και τον Χρίστο, γλώσσες πάλλονταν ακατάπαυστα, σύντομα αγκαλιές άνοιξαν και χερούκλες προσγειώθηκαν στην πληγιασμένη πλάτη του χτυπώντας τον φιλικά… Ο Χρίστος ένιωθε σα να είναι μέσα σ’ ένα όνειρο, τα μάτια του πετούσαν εδώ κι εκεί σα να φοβόταν ότι κάτι επρόκειτο να συμβεί και θα ξυπνήσει. Μόνο σαν το βλέμμα του έπεφτε στα μάτια της μάνας του και ‘κείνης της κοπέλας με τα μεγάλα κανελιά μάτια που τον κοιτούσε με μια στωική αταραξία ένιωθε να ‘μερεύει. Εκείνο το βράδυ ο Χρίστος πλάγιασε σε καθαρά κεντημένα σεντόνια και αποκοιμήθηκε βαθιά υπό τους ήχους του νανουρίσματος της μάνας του.

*****

Ανασηκώθηκε όσο πιο αθόρυβα μπορούσε, ρίχνοντας πλάγιες απολογητικές και συνάμα γεμάτες έγνοια ματιές στη νεαρή γυναίκα που κοιμόταν δίπλα του. Το πρόσωπό της έμοιαζε ταλαιπωρημένο και σφιγμένο, πράγμα που θα του φαινόταν περίεργο αν δεν υπήρχε αυτό το υπέροχο φούσκωμα στην περιοχή της κοιλιάς της και που ήταν η αιτία του κακού της ύπνου τον τελευταίο καιρό. Ταλαιπωρήθηκε και σήμερα, σκέφτηκε θλιμμένος κι έβγαλε το πόδι του έξω από τα βαριά σκεπάσματα και ψαχούλεψε για την παντούφλα του. Όλη τη νύχτα στριφογυρνούσε προσπαθώντας να βολευτεί κι όταν επιτέλους κατάφερνε να την πάρει για λίγο ο ύπνος, ένιωθε το κορμί της να σπαρταρά και να τινάζεται, ενώ σηκώθηκε κάμποσες φορές να πάει ως το καθικάκι. Σήκωσε το ξύλινο “πόδι” του και το έδεσε όσο πιο αθόρυβα μπορούσε στο πονεμένο του ποδάρι. Έσουρε απαλά τα δεκανίκια του και στηρίχθηκε πάνω τους για να σηκωθεί. Μόλις τα κατάφερε, κοίταξε πάλι κατά τη νεαρή γυναίκα, τα χείλη της είχαν μισανοίξει και λίγο σαλάκι έστεκε στη γωνιά τους αναποφάσιστο. Έπειτα κοίταξε κατά τα πόδια του, για την ακρίβεια, το πόδι του με τη δερμάτινη παντούφλα, το ξύλο που είχε πάρει τη θέση του κανονικού ποδιού από το γόνατο και κάτω και τα δεκανίκια που τον πλαισίωναν και αναστέναξε όπως κάθε πρωί. Αυτή η ώρα ήταν πάντα δύσκολη κι ειδικά σήμερα, που ήθελε να κάνει όσο το δυνατό λιγότερο θόρυβο, ώστε να αφήσει τη Λυδία να κοιμηθεί λίγο ακόμη. Από μέρα σε μέρα μπορεί να γεννούσε και χρειαζόταν όλες της τις δυνάμεις. Βγήκε από το δωμάτιο προσπαθώντας να αποφεύγει τις σανίδες που τρίζανε. Η Βγενιώ, η μικρή αδερφή της Λυδίας που έμενε σπίτι τους τους τελευταίους μήνες για να τη βοηθά, κοιμόταν στο παραγώνι, μα στο τζάκι τα κάρβουνα ξεψυχούσαν και η μικρή είχε τυλιχτεί ως πάνω με την κόκκινη βελέντζα για να μην κρυώνει.

Ο Χρίστος φόρεσε τη χοντρή κάπα από προβιά που είχε και αμφιταλαντεύτηκε επικίνδυνα εξαιτίας του ξύλινου ποδιού του, έπειτα άνοιξε την πόρτα και αψηφώντας το χιονόνερο κατέβηκε σκαλί σκαλί ώσπου έφτασε ως το ετοιμόρροπο αποθηκάκι όπου φύλαγαν τα ξύλα, πήρε μερικά στην αγκαλιά του και κίνησε για το σπίτι. Έπρεπε να ανάψει μια ωραία μεγάλη φωτιά να μπορέσει να ζεσταθεί η Λυδία του. Ένας δρόλαπας κόντεψε να τον ρίξει κάτω. Τυλίχτηκε πιο σφιχτά στην κάπα του και κοίταξε πέρα μακριά προσπαθώντας να διαπεράσει τη ρευστή κουρτίνα του χιονόνερου. Μια τέτοια μέρα πριν έξι χρόνια ξυλιασμένος από το κρύο και τον τρόμο βρισκόταν ξαπλωμένος ανάσκελα στην πηχτή παγωμένη λάσπη που ποτιζόταν από το χλιό αίμα του, καθώς μικρές ανάερες χιονονιφάδες χόρευαν έναν τρελό χορό προτού προσγειωθούν πάνω του εντείνοντας το μαρτύριο του. Πέθαινε, ήταν σίγουρος ότι πέθαινε…

Η Βγενιώ πετάχτηκε από την πόρτα, κόβοντας τις μαύρες σκέψεις του, χωρίς να του μιλήσει κατέβηκε τρέχοντας τα σκαλιά άνοιξε την καγκελόπορτα και ξεχύθηκε πιλαλώντας στον λασπωμένο δρόμο. Ο Χρίστος απέμεινε να την κοιτά για λίγο ξαφνιασμένος κι έπειτα τινάχτηκε και ανέβηκε αλαφιασμένος τα σκαλοπάτια, άνοιξε την πόρτα απότομα και αντίκρισε τη Λυδία να βάζει λάδι στο καντήλι μπροστά στα εικονίσματα όπως κάθε πρωί. Κοντοστάθηκε για λίγο ξαφνιασμένος παρατηρώντας την. Το όμορφο πρόσωπό της φαινόταν ήρεμο και τα ζουμερά χείλη της κινούνταν άηχα καθώς έλεγε την προσευχή της. Θεέ μου, είναι τόσο όμορφη! σκέφτηκε. Ακόμη δεν μπορούσε να το πιστέψει ότι αυτή η κοπέλα που έμοιαζε λες και ζωντάνεψε κάποιο αρχαιοελληνικό άγαλμα νύμφης και που κάποτε τον απειλούσε μ’ ένα όπλο, ήταν πια σύζυγος του. Απέθεσε μαλακά τα ξύλα στο τζάκι και καταπιάστηκε ν’ ανάψει τη φωτιά προσπαθώντας να κάνει όσο το δυνατόν λιγότερο θόρυβο, ώστε να μην την ενοχλεί που προσευχόταν. Η Λυδία άλλαξε το φιτιλάκι στην καντηλήθρα και το απέθεσε με μεγάλη προσοχή μέσα στο λάδι, μα φαινόταν ότι σήμερα ακόμη και το άναμμα του καντηλιού την ταλαιπωρούσε. Ο Χρίστος πήρε ένα μικρό κεράκι, το άναψε και της το πήγε με προσοχή για να ανάψει το καντήλι. Εκείνη το πήρε χωρίς να τον κοιτάξει, για πρώτη φορά από τότε που παντρεύτηκαν. Ο Χρίστος ταράχτηκε και παρατήρησε πιο προσεκτικά το πρόσωπό της. Τα μάτια της κινούνταν ανήσυχα από εικόνα σε εικόνα, στο καντηλάκι, στο σπίτι… Όσο και να προσπαθούσε να διατηρήσει τη μάσκα της ηρεμίας, εκείνα τη ράγιζαν, όπως και τα χέρια της, τα οποία έτρεμαν και δεν μπορούσε ν’ ανάψει το καντήλι. Άπλωσε το χέρι του και έπιασε το δικό της κρατώντας το σταθερό, ώσπου η φλογίτσα μεταλαμπαδεύτηκε στο φιτίλι και πριν προλάβει να τη ρωτήσει, ένιωσε το κορμί της να κυρτώνει και να σπαράζει. Ο Χρίστος έγειρε μαζί της κοιτώντας τη έντρομος. Η Λυδία πήρε να συνέρχεται, μα ο Χρίστος ακόμη δεν μπορούσε. Εκείνη του χαμογέλασε καθησυχαστικά και του ψιθύρισε χαμογελώντας ψεύτικα «Όλα θα πάνε καλά…».

Η ώρα περνούσε και όσο περνούσε εκείνος ένιωθε όλο και πιο ανήσυχος, όλο και πιο άχρηστος. Κοιτούσε μια το κουλό του πόδι του και μια τη Λυδία που είχε ξαπλώσει και σφάδαζε πού και πού και τον έπιανε απελπισία. Πού είναι η Βγενιώ; Γιατί αργεί; Πού είναι η μαμή; Όλοι οι φυσιολογικοί μέλλοντες πατεράδες θα έτρεχαν οι ίδιοι να φέρουν τη μαμή έστω και σηκωτή, εκείνος όμως με αυτό το παλιόποδο, δεν μπορεί να κάνει τίποτα. Αν γινόταν οτιδήποτε, πώς θα μπορούσε να προστατέψει αυτός την οικογένειά του; Η εικόνα της Λυδίας να κρατά το τουφέκι από πάνω του τον έκανε να χαμογελάσει πικρά. Το ήξερε καλά πώς η Λυδία δεν είχε ανάγκη από προστασία και όταν χρειάστηκε το απέδειξε ως μέλος της Αντίστασης. Για άλλη μια φορά δαγκώθηκε ασυναίσθητα. Η Λυδία ήταν στα βουνά και πολεμούσε και ‘κείνος καρφωμένος στο χωριό σερνόταν σα γυμνοσάλιαγκας, μετέφερε κάνα μήνυμα και έκρυβε αντάρτες.

«Τι σκέφτεσαι πάλι;» έκοψε τις σκέψεις του η Λυδία και τον κοίταξε εξεταστικά
«Τι να σκέφτομαι…» μουρμούρισε προσπαθώντας να κρύψει τον θυμό του και την απογοήτευσή του κοιτώντας τα πόδια του. «Σαν πολύ δεν αργούν;» πρόσθεσε.

Η Λυδία που είχε καταλάβει, του είπε ήπια «Ούτε πέντε λεπτά δεν έχει που έφυγε η Βγενιώ».
«Τι πέντε λεπτά, θα ‘χει περάσει μισή ώρα ίσαμε τώρα!» φρίμαξε εκείνος.
«Έλα…» του είπε μαλακά και άνοιξε την αγκαλιά της, εκείνος χώθηκε μέσα και την έσφιξε πάνω του.
«Αντί να σε καθησυχάζω εγώ, με καθησυχάζεις εσύ…» μουρμούρισε ο Χρίστος.
«Όταν ανησυχούμε και φοβόμαστε, μας κατακλύζουν ξανά οι κακές σκέψεις που από καιρό είχαμε υποτάξει. Όμως όλα θα πάνε καλά, θα δεις, θα αποκτήσουμε μια όμορφη οικογένεια, μια ευτυχισμένη οικογένεια!».
«Μια ευτυχισμένη… οικογένεια…» επανέλαβε αργά ο Χρίστος γλείφοντας τις λέξεις σα να ‘ταν ζαχαρωτό. Μέχρι πριν λίγο καιρό ούτε που μπορούσε να φανταστεί ότι θα έχει μια οικογένεια, μια σύζυγο, μια πανέμορφη σύζυγο που θα την αγαπά και το βασικότερο, θα τον αγαπά. Τη μέρα που έφθανε στο χωριό δεν ήλπιζε σε τίποτα, παρά μόνο στο να ζήσει. Θεωρούσε ότι η ζωή του είχε καταστραφεί, δε θα μπορούσε ποτέ να κάνει ό,τι οι αρτιμελείς φυσιολογικοί άνθρωποι, να διδάξει, να παντρευτεί, να κάνει οικογένεια… Για να καταφέρει να φθάσει ως εκεί, μέσα από τόσες δυσκολίες και πόνο και να μη χάσει το μυαλό του, είχε κλείσει την ψυχή του ερμητικά μέσα σ’ ένα φέρετρο και την είχε θάψει μαζί με όλα του τα όνειρα. Ούτε καν μπορούσε να θυμηθεί τη διαδρομή, τους ανθρώπους, που κοιμήθηκε, τι έτρωε, αν έτρωγε, όλες αυτές τις μέρες. Μα μόλις έπεσε στην αγκαλιά της μάνα του, το φέρετρο ράγισε και στο πρώτο χαμόγελο της Λυδίας θρυμματίστηκε. Όλα τα όνειρα αναστήθηκαν, έσπασαν τα κανωπικά τους αγγεία και όρμησαν να ζεστάνουν την καρδιά του. Κι η καρδιά, όχι απλά ζεστάθηκε, φωτιά πήρε και κάηκε. Να βλέπει τη Λυδία όλα αυτά τα χρόνια και να μην μπορεί να αρθρώσει λέξη. Τι να της πει; Τι μπορούσε να της προσφέρει, αυτός ένας χωλός; Τίποτα, άχρηστος, ένα σπασμένο κέλυφος… Πάλι καλά που διορίστηκε δάσκαλος στο σχολείο τους και ένιωσε μια παρηγοριά. Μα κάθε φορά που άκουγε τα προξενιά να φθάνουν για τη Λυδία, ένα ακόμη καρφί μπηγόταν στην καρδιά του. Προσπαθούσε να προετοιμαστεί για το αναπόφευκτο, η Λυδία κάποια στιγμή θα δεχόταν να γίνει γυναίκα κάποιου άλλου και θα χανόταν και η τελευταία αχτίδα από τη μίζερη ζωή του και θα απέμενε ένα αδειανό άψυχο κουφάρι.

Θα μπορούσε να είναι μία μέρα σαν όλες τις άλλες… Είχε πάει όπως κάθε εργάσιμη μέρα στο σχολείο. Το προηγούμενο βράδυ είχε μάθει ότι η κυρά Θοδώρα είχε φέρει κι άλλο προξενιό για τη Λυδία από έναν συμπολεμιστή της στην αντίσταση, που προερχόταν από πλούσια οικογένεια και καμία όρεξη δεν είχε να κάνει μάθημα. Είχε αφήσει τα παιδιά στην αυλή να κάνουν διάλειμμα πάνω από μισή ώρα τώρα και ‘κείνος είχε καθίσει σκυθρωπός στην έδρα, με το κεφάλι χωμένο ανάμεσα στις παλάμες του, προσπαθώντας να μη σκέφτεται. Πού και πού έτριβε το πονεμένο του πόδι στο σημείο που είχε κοπεί, καθώς είχε ξεδέσει το πρόσθετο. Τα παιδιά, που τον λάτρευαν, ήξεραν ότι έπρεπε να περιμένουν να τα φωνάξει και πως δεν επιτρέπονταν να μπουν. Ξάφνου η πόρτα άνοιξε απότομα.
«Παιδιά, σας έχω πει ότι δεν επιτρέπεται να μπαίνετε μέσα αν δε σας φωνάξω» είπε κουρασμένα χωρίς γυρίσει το κεφάλι του.

Μια φιγούρα ήρθε και στάθηκε μπροστά του, έβαλε τα χέρια της πάνω στην έδρα και έσκυψε από πάνω του, ο Χρίστος ανασήκωσε το βλέμμα και ταράχτηκε μόλις συνειδητοποίησε ότι ήταν η Λυδία. Προσπάθησε κάτι να πει, μα δε βρήκε τι. Η Λυδία τον κοιτούσε με αυστηρό ύφος, φαινόταν φουρκισμένη και σα να προσπαθούσε να ζυγιάσει τα λόγια της.
«Θέλω να σε ρωτήσω κάτι» είπε με μια πρωτόγνωρη σκληράδα στη φωνή και τραβήχτηκε πίσω και ορθώθηκε. Εκείνος της έγνεψε ερωτηματικά.
«Πότε σκοπεύεις να στείλεις την κυρά Θοδώρα;» τον κατακεραύνωσε και σταύρωσε τα χέρια της στο στήθος. Ο Χρίστος την κοίταζε αποσβολωμένος. Η ερώτησή της ήρθε σαν σαρωτικός βοριάς και σκόρπισε κάθε ψήγμα λογικής. Προσπάθησε να επεξεργαστεί την ερώτησή της, μα του ήταν αδύνατον, σα να είχε σκαλώσει ένα σκουπιδάκι στα γρανάζια του μυαλού και δεν του επέτρεπε να σκεφτεί.
«Τι εννοείτε;» τη ρώτησε προσπαθώντας να κερδίσει χρόνο. Η Λυδία φρίμαξε συγχυσμένη, ξεσταύρωσε τα χέρια και έγειρε πάλι από πάνω του στηριζόμενη στην έδρα.
«Ως πότε νομίζεις ότι μπορώ να βρίσκω δικαιολογίες και να διώχνω όλα τα προξενιά που μου έρχονται; Δεν καταλαβαίνεις ότι με πιέζουν; Ο χρόνος με πιέζει! Τι έχεις σκοπό να κάνεις;» τον ρώτησε ήπια με ένα τόνο μαλώματος στη φωνή.

Ο Χρίστος ανοιγόκλεισε τα μάτια του ξαφνιασμένος, τι τον ρωτά; Τι εννοεί; Δάγκωσε τα χείλη του να μην του ξεφύγει καμιά ανοησία. Δεν μπορεί να του λέει αυτό που νομίζει! Αποκλείεται! Κάτι άλλο τον ρωτά και ‘κείνος δεν έχει τα δεδομένα όλα και θα ρεζιλευτεί, ενώ το μόνο που θέλει είναι να της πει πως την αγαπά…

Η Λυδία προσπέρασε την έδρα και ήρθε και στάθηκε από πάνω του. «Λοιπόν;» τον ρώτησε ανυπόμονα.
«Εεε… τι λοιπόν; Για τι πράγμα μιλάς;» τραύλισε ο Χρίστος.
«Για τι πράγμα μιλώ!» αναφώνησε η Λυδία εκνευρισμένη και ξανασταύρωσε τα χέρια της στο στήθος. Σαστισμένος έψαξε με τα ακροδάχτυλά του το πρόσθετο πόδι του κάτω από την έδρα, το οποίο έπεσε με έναν υπόκωφο θόρυβο και κύλησε πέρα. Τα χλωμά μάγουλα του πλημμύρισαν ζεστό αίμα και κοίταξε ταραγμένος τη Λυδία, η οποία δε φάνηκε να εκπλήσσεται, ούτε είχε αλλάξει έκφραση. Οι περισσότεροι άνθρωποι αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, είτε θα τον κοίταζαν με οίκτο, είτε με σιχασιά, είτε με αμηχανία και θα μουρμούριζαν ανόητες απολογίες, πράγμα που θα τον εκνεύριζε και θα τον έκανε να αισθάνεται χειρότερα. Η Λυδία ποτέ μα ποτέ δεν τον είχε κοιτάξει έτσι. Πήρε τα δεκανίκια του και ανασηκώθηκε τραμπαλιζόμενος και όλη εκείνη την ώρα εκείνη στεκόταν υπομονετικά χωρίς να αλλάζει την αυστηρή έκφρασή της και τον περίμενε, ώσπου στάθηκε απέναντί της και βύθισε το υγρό βλέμμα του στα μάτια της. Η ματιά της άλλαξε, γλύκανε και ξάφνου τον ρώτησε
«Μ΄αγαπάς;»
«Πολύ!» του ξέφυγε προτού προλάβει να το σκεφτεί.
«Γιατί;»
«Τι γιατί;» τη ρώτησε ξαφνιασμένος.
«Γιατί μ’ αγαπάς;»
«Γιατί είσαι εσύ… Γιατί είσαι εύστροφη, αυθόρμητη και γενναία, γεμάτη θέληση για ζωή. Γιατί το χαμόγελό σου σκορπίζει τα σκοτάδια μου και το γέλιο σου κάνει τη ζωή να…»
«Τότε, γιατί;» τον έκοψε ανυπόμονη. «Τι περιμένεις; Αν μου έμαθε κάτι αυτός ο πόλεμος, είναι ότι δεν έχουμε την πολυτέλεια να περιμένουμε, πρέπει να ζήσουμε, όσο ζούμε!»

Εκείνος χαμήλωσε το βλέμμα του και κοίταξε τα δεκανίκια του και το λειψό του πόδι.
«Δεν μπορώ… Δεν το καταλαβαίνεις; Πώς θα δεχτούν οι γονείς σου; Πώς να πιστέψω ότι θα είχα έστω μια πιθανότητα να δεχτείς; Που ακόμη και αν το έκανες… Πώς να δεχτώ να σε εγκλωβίσω σ’ ένα γάμο μ’ ένα σακάτη;»
«Δεν είσαι σακάτης! Είσαι ένας ήρωας! Και δεν το λέω γιατί πολέμησες για την ελευθερία της πατρίδας μας στα βουνά της Πίνδου, ούτε στα χρόνια της Κατοχής αυτά τα σκυλιά! Το λέω γιατί πολέμησες να μη χάσεις την ψυχή σου. Δεν έγινες ένας πικρόχολος κακιωμένος άνθρωπος. Κράτησες την ανθρωπιά σου, την ευγένειά σου, την αξιοπρέπειά σου. Δεν το έβαλες κάτω, ακόμη και αν υπήρξαν στιγμές που σαν όλους τους ανθρώπους ο πόνος σε γονάτισε, εσύ ξαναβρήκες τη δύναμη να σηκωθείς, να προσπαθήσεις και δεν τα παρατάς, παρόλο που μερικές μέρες χάνεσαι στο σκοτάδι…» του είπε η Λυδία αναζητώντας τα μάτια του. Κάτι έκανε να πει, μα το στόμα του έφραξε εγκλωβίζοντας τις λέξεις τις ανάκατες με το λυγμό του. Τι να της έλεγε, ότι αυτός αισθανόταν σαν ένας ζωντανός νεκρός; Η Λυδία αναστέναξε σα να ‘χε μπροστά της έναν ανόητο μαθητή.

«Σήμερα θα στείλεις την κυρά Θοδώρα και το Σάββατο θα γίνουν οι αρραβώνες» του είπε έπειτα από λίγο με προστακτικό τόνο που δε δεχόταν αντιρρήσεις. Την κοίταξε ξαφνιασμένος. Αποκλείεται να του είπε κάτι τέτοιο! Θα παράκουσε… Τον κορόιδευε ή μάλλον και πιο πιθανόν, ονειρεύεται. Πώς θα μπορούσε να πιστέψει ότι τον αγαπούσε; Ότι τον αγαπούσε γι’ αυτό που είναι, παρά το γεγονός ότι ήταν λειψός; Η Λυδία του χαμογέλασε γλυκά κι έγειρε το κεφάλι της στο πλάι σα να τον μαλώνει.
«Πρέπει να σταματήσεις να προκαλείς πόνο στον εαυτό σου με ανόητες σκέψεις!» του είπε μαλακά σα να διάβαζε τη σκέψη του. «Και αν το ότι έριξα τον εγωισμό μου και ήρθα ως εδώ να σου ζητήσω να με παντρευτείς δεν είναι αρκετό για να πειστείς ότι κι εγώ σε αγαπώ πολύ, πραγματικά δεν ξέρω τι μπορεί να σε πείσει!» πρόσθεσε πιο σκληρά κοιτώντας τον στα μάτια. Ο Χρίστος είχε μείνει άναυδος και ανοιγόκλεινε το στόμα του προσπαθώντας κάτι να πει, αλλά μη βρίσκοντας λόγια. Ξάφνου τα μάτια της φωτίστηκαν με πονηριά. «Ίσως αυτό μπορεί να σε πείσει…» του ψιθύρισε πλησιάζοντας το πρόσωπό του και τον φίλησε απαλά. Μα ο Χρίστος δεν την άφησε να φύγει, την τράβηξε πάνω του και τη φίλησε σαν από αυτό να εξαρτιόταν η ζωή του. Κι αυτό το φιλί έσπασε και τα τελευταία δεσμά και ελευθερώθηκε. Όμοιος Φοίνιξ αναγεννήθηκε από τις στάχτες του, ανακτώντας όλες του τις αισθήσεις. Ξάφνου μπορούσε ν’ ακούσει το γέλιο των ηλιαχτίδων που κυνηγιούνται στο καστανοδάσος που αγκαλιάζει το χωριό του, μπορούσε να μυρίσει τα αρώματα της ξαναμμένης από το παιχνίδι γης, μπορούσε να δει τις νεράιδες να ζωγραφίζουν ουράνια τόξα στους καταρράκτες, μπορούσε να γευτεί τα χείλη της Λυδίας, να νιώσει τη ζεστασιά του κορμιού της…
«Θα κάνουμε μια όμορφη, ευτυχισμένη οικογένεια!» του υποσχέθηκε η αναψοκοκκινισμένη Λυδία προτού φύγει, αφήνοντάς τον πιο ζωντανό από ποτέ. Κι αυτή της την υπόσχεση την τήρησε, φωτίζοντας τα σκοτάδια του με πολλά μικρά αστέρια…

Αναστασία Χ.

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading