Το γελαστό παιδί

Έτος 2150. Νέα Πολιτεία της Αθήνας, Νέες Ενωμένες Πολιτείες της Ευρώπης

Η μέρα φαινόταν ότι θα κυλούσε ως συνήθως: γκρίζος ουρανός, παγωνιά και καθόλου ήλιος. Αυτή την εποχή, το χειμώνα, όπως είχε μείνει γνωστή από τα Αρχαιολογικά Χρόνια, τα εναέρια οχήματα που έμοιαζαν με τα απαγορευμένα πετούμενα ζώα, άφηναν στο διάβα τους πολύ περισσότερες ποσότητες άχρωμων υγρών, τα οποία αυτά υγρά κάλυπταν όλο το γαλάζιο φάσμα πάνω από τα κεφάλια των ανθρώπων και των κλώνων τους. Η έλλειψη αυτή του μεγαλύτερου ουράνιου σώματος του γαλαξία, δεν επέτρεπε να θερμανθεί ο πλανήτης επαρκώς, με αποτέλεσμα να κάνει φοβερό κρύο και οι άνθρωποι να αναγκάζονται να καταφεύγουν σε ζεστά καταλύματα και να φοράνε τα θερμικά ρούχα τους, τα οποία, αν και πολύχρωμα, δεν ενθουσίαζαν πολύ τους ανθρώπους -οι κλώνοι αποδέχονταν ό,τι τους επέβαλλαν οι αφέντες τους.

Στον Κλειστό Τόπο της Περισυλλογής στον Βύρωνα, διάφοροι άνθρωποι και κλώνοι είχαν μαζευτεί και συζητούσαν. Έλεγαν τις απόψεις τους για το Καθεστώς του Μεγάλου Σοβαρού Αφέντη. Δεν τον ήξερε ουδείς, κανείς δεν τον είχε δει ποτέ ούτε είχε ακούσει κάτι περισσότερο από φήμες γι’ αυτόν. Κάποιοι έλεγαν πως δεν ήταν άνθρωπος ή κλώνος, αλλά ένα ρομπότ. Άλλοι, ότι ήταν μια ιδέα, την οποία όλοι ορθώς είχαν αποδεχτεί να κυβερνήσει τις εκάστοτε νέες ενωμένες πολιτείες (Ευρώπης, Αμερικής, Ασίας και Αφρικής -η Ωκεανίδα είχε εξαφανιστεί κατά την Τετραετή Επανάσταση του Μεγάλου Σοβαρού Αφέντη, γύρω στα 2067). Στην ουσία, όμως, κανένας δεν μπορούσε να πει με βεβαιότητα τι σόι πλάσμα ή πράγμα ή οτιδήποτε ήταν.

Σ’ αυτά που όλοι συμφωνούσαν, ήταν όσα ουσιαστικά ανέφερε και το Εγχειρίδιο των Παρόντων Νέων Χρόνων: πως ο Μεγάλος Σοβαρός Αφέντης είχε σε όλα δίκιο, όλοι έπρεπε να υπακούνε στις εντολές του, να καταγγέλλουν όσους παράκουαν σε κάποια, να καίνε οτιδήποτε παραπέμπει στα Αρχαιολογικά Χρόνια (1 μ.Χ.-2070 μ.Χ.), ή ακόμα πιο παλιά, τα Πανάρχαια Χρόνια (1 π.Χ. και πίσω) και πολλά άλλα. Το βασικότερο, όμως, ήταν να είναι όλοι σοβαροί!

Και ήταν όλοι στην τεράστια αίθουσα σοβαροί, πίνοντας καφεμόνι και κάλκοολ (αλκοολούχο ρόφημα). Φρύδια σμιγμένα, στόματα που ανοιγοκλείνουν τυπικά και χωρίς οι άκρες να τραβιούνται, βλέμμα στον συνομιλητή, πόδια σταυρωμένα, δάχτυλα δεμένα και στάση ορθή. Αυτά τα χαρακτηριστικά επιτρέπονταν στους ανθρώπους. Οι κλώνοι ήταν όρθιοι δίπλα από τον κάθε άνθρωπο-αφέντη τους, με τα χέρια πίσω από τη πλάτη, πόδια σε διάσταση και βλέμμα καρφωμένο στο κενό. Δεν μιλούσαν παρά μόνο αν τους δινόταν η άδεια. Μόνη τους υποχρέωση ήταν να προστατεύουν πάση θυσία τους αφέντες τους. Αλλιώς ο άνθρωπος στον οποίο έμοιαζε ο εκάστοτε κλώνος είχε δικαίωμα να τον εκτελέσει. Ή συλλαμβάνονταν από την Ασφάλεια των Ανθρώπων και διαλύονταν.

Τα παιδιά βρίσκονταν σε άλλο σημείο της αίθουσας. Ήταν όλα μαζεμένα και συνομιλούσαν μεταξύ τους για τα επιτραπέζια ηλεκτρονικά παιχνίδια: το The Big Serious Master vs Bad Boys, το The Security of People vs Dragon-Clone κ.ά. Κι αυτά ήταν σοβαρά, δίχως ίχνος χαμόγελου. Περιέγραφαν τις σκηνές δράσης, με τα όπλα και τις μάχες σώμα με σώμα, κάνοντας ελάχιστες κινήσεις και χωρίς αστεία ή ειρωνείες. Και τα υπόλοιπα της παρέας ήταν υποχρεωμένα από το Εγχειρίδιο να μην διακόπτουν ούτε να σχολιάζουν αρνητικά. Οι κλώνοι-παιδιά, όπως και οι ενήλικοι, παρέμεναν απαθείς δίπλα στο κάθε παιδί.

Ζώα δεν υπήρχαν. Σύμφωνα με το Εγχειρίδιο, «απαγορεύεται να υπάρχει σε κάποια από τις νέες πολιτείες στις τέσσερις νέες γνωστές ηπείρους του νέου πλανήτη μας οποιοδήποτε άλλο έμβιο ον, πέραν των Εξεχόντων Σοβαρών Ανθρώπων και των πιστών τους “αντιγράφων” (κλώνων). Τα πλάσματα αυτά είναι επικίνδυνα για την σοβαρότητα, τη σωματική και ψυχική ασφάλεια των Εξεχόντων Σοβαρών Ανθρώπων και δεν έχουν καμία θέση στον τόπο μας. Αν κάποιος/α παρατηρήσει ύποπτη μορφή ζωής, πρέπει αμέσως να ειδοποιήσει την αρμόδια Αρχή, την Ασφάλεια των Ανθρώπων, να της δώσει περιγραφή και τοποθεσία θέασης και να απομακρυνθεί τάχιστα. Οι παραβάτες τιμωρούνται με εξορία σε ορθά κατεστραμμένη και βρόμικη περιοχή που θα επιλέξει ο δικαστής». Και, σαν όλα τα άρθρα του συγκεκριμένου βιβλίου, τελειώνει με τις εξής φράσεις: «Να θυμάστε πως Ο Μεγάλος Σοβαρός Αφέντης έχει πάντα δίκιο και θέλει το καλό σας. Υπακούετε στις διαταγές του και ζήστε ειρηνικά!».

Στους τοίχους του Κλειστού Τόπου, όπως και σε όλους τους Τόπους των νέων πολιτειών, υπήρχαν διάφορες τηλεοπτικές οθόνες, των τριών μεγεθών που είχαν φτιαχτεί. Οι μεγάλες πρόβαλλαν «σοβαρές ειδήσεις» από όλο το γνωστό κόσμο. Δηλαδή, πολιτικές ομιλίες και οικονομικά νέα. Στις μεσαίες ο κόσμος μπορούσε να δει ντοκιμαντέρ για την Νέα (ό,τι συνέβαινε στο παρόν) και Παλιά-Αναθεωρημένη (ό,τι συνέβη στο παρελθόν, επεξεργασμένο και λογοκριμένο) Ιστορία, ενώ στις μικρές, που προορίζονταν για τα μικρά παιδιά, υπήρχαν ενσωματωμένα χειριστήρια παιχνιδιών και συνδεδεμένες κονσόλες με εγκατεστημένα videogames. Κοινό στοιχείο και στις τρεις κατηγορίες ήταν οι διαφημίσεις προϊόντων. Και, φυσικά, οι εγκατεστημένες κάμερες.

Κάποια στιγμή, η πόρτα της εισόδου άνοιξε. Όλοι μέσα στην αίθουσα, αφού πήραν το μήνυμα στα ενσωματωμένα στα αυτιά ακουστικά τους, γύρισαν προς τα ‘κει για να δουν ποιος ή ποια ήρθε.
Ήταν ένα αγοράκι, όχι πάνω από εφτά ετών. Μελαχρινό, με καφετιά μάτια… Μια στιγμή, κάτι δεν πήγαινε καλά μ’ αυτό. Πρώτα απ’ όλα, τα χειλάκια του ήταν σκασμένα, ξεφλουδισμένα και έσταζαν λίγο αίμα. Έπειτα, τα ρούχα του ήταν ξεφτισμένα, κουρελιασμένα και βρόμικα, το ίδιο και τα παπούτσια του. Τα μαγουλάκια του, χλωμά…
«Σοφέ μου Μεγάλε Σοβαρέ Αφέντη», αναφώνησε ένας ηλικιωμένος πενηνταπεντάρης. «Είναι… είναι από εκείνους!». Αμέσως και άλλοι άρχιζαν να φωνάζουν τρομαγμένοι.
«Ένας Ιός!» ούρλιαξε ένας κοστουμάτος τριαντάρης
«Ιούς» αποκαλούσε το Εγχειρίδιο τους ανθρώπους που «προέρχονταν από τις σοφά κατεστραμμένες και βρόμικες περιοχές του πλανήτη», οι οποίες ήταν ουσιαστικά όλες οι άλλες εκτός από τις πρωτεύουσες (οι οποίες ήταν οι «νέες πολιτείες» των εκάστοτε ενωμένων πολιτειών των Παρόντων Νέων Χρόνων) των «πρώην χωρών, των Αρχαιολογικών Χρόνων». Οι άνθρωποι αυτοί, που δεν ήταν χαρτογραφημένοι και μαστίζονταν από αρρώστιες που είχαν εξαλειφθεί (γρίπη, ωτίτιδα, καρκίνος, AIDS κ.ά.) θεωρούνταν επικίνδυνοι για τη δημόσια σοβαρότητα, τη σωματική και ψυχική υγεία και έπρεπε να καταγγέλλονται και να εξοντώνονται από την Ασφάλεια των Ανθρώπων.

Το αγοράκι, χωρίς να έχει καταλάβει τίποτα και νομίζοντας πως αυτά που εξελίσσονται εκεί μέσα είναι κάποιο παιχνίδι, έτρεξε προς το μέρος των ανθρώπων. Αυτό ήταν το ένα του λάθος. Το άλλο ήταν πως γελούσε! Έβγαζε χαρωπούς ήχους από το στόμα του και κουνούσε τα γαντοφορεμένα χέρια του πάνω-κάτω.

Πανδαιμόνιο επικράτησε! Οι άνθρωποι αναποδογύρισαν τα τραπέζια και σπρώχνοντας ο ένας τον άλλο, προσπαθούσαν να φτάσουν στην έξοδο. Να απομακρυνθούν από τον Ιό, να βγουν από το χώρο πριν μολυνθούν, να σωθούν.

Οι κλώνοι μπήκαν αμέσως σε λειτουργία: στοιχήθηκαν σε δυο γραμμές και σχημάτισαν ένα τοίχος προστασίας για τους αφέντες τους, εμποδίζοντας το νεοφερμένο αγοράκι να τους πλησιάσει. Παράλληλα, οι κάμερες παρακολούθησης (που υπήρχαν παντού στις πολιτείες) του Τόπου Περισυλλογής, μαζί και όλοι οι άνθρωποι μέσω των ακουστικών τους, έστειλαν σήμα στην Ασφάλεια των Ανθρώπων.

Το αγοράκι, στο μεταξύ, συνέχιζε να τρέχει. Ύστερα από τόσο καιρό, στη διάρκεια του οποίου ζούσε σε ένα κρύο χαμόσπιτο μαζί με την μητέρα του (που είχε πεθάνει πριν μέρες), και αργότερα που γυροβόλαγε μοναχό του κλαίγοντας, βρισκόταν με ανθρώπους και ήθελε να παίξει. Ένιωθε ανακουφισμένο και χαρούμενο.

Θεωρώντας πως και οι κλώνοι που είχε απέναντί του ήθελαν να παίξουν, έπεσε πάνω σε έναν. Εκείνος έμεινε απαθής, με τα κρυστάλλινα μάτια του καρφωμένα στον μικρό Ιό που απειλούσε τον αφέντη του.

Το αγοράκι είπε, «Να παίξουμε, να παίξουμε!». Χτύπησε παλαμάκια και γέλασε πιο πολύ. Και χοροπήδαγε. «Έλα, έλα, να παίξουμε, να παίξουμε!». Οι κλώνοι δεν έκαναν τίποτα.
Δευτερόλεπτα αργότερα, από την είσοδο όρμησαν τέσσερις μαυροντυμένοι, δυο άντρες και δυο γυναίκες. Ήταν ενδεδυμένοι με την κλασική στολή της Ασφάλειας των Ανθρώπων: μπότες, φόρμες, μπλούζα, παλτό, αντιασφυξιογόνο μάσκα και πηλίκιο -όλα μαύρα. Στη ζώνη τους υπήρχαν το ηλεκτροφόρο κλομπ, οι αλυσίδες και τα πιστόλια παράλυσης. Στο παλτό τους, στο ύψος του αριστερού στήθους και στα δυο μπράτσα δέσποζε το σύμβολο της υπηρεσίας τους: δυο άνθρωποι, ένας μεγάλος ντυμένος με τη στολή, που προστάτευε τον άλλο, ένα μικρόσωμο. Στο καπέλο τους, υπήρχε το σύμβολο των Νέων Ενωμένων Πολιτειών της Ευρώπης: σε μαύρο φόντο, δυο λευκά χέρια σε χειραψία, με τις λέξεις New United States of Europe να τα πλαισιώνουν.

Οι δύο άντρες, που συμπτωματικά ήταν οι κατώτεροι ιεραρχικά από τους τέσσερις, έπιασαν το αγοράκι από τα μπράτσα και το έριξαν στο δάπεδο. Πλάκωσαν με τα πόδια τους ο καθένας από το ένα του πόδι και το κράτησαν ακίνητο. Εκείνο, θεωρώντας ακόμα πως συμμετείχε σε κάποιο παιχνίδι, συνέχισε να γελά και να μιλάει χαρωπά στους γύρω του.
Η μία από τις δύο γυναίκες της Ασφάλειας είπε: «Δεν ξέρω πώς πέρασε τα σύνορα, αλλά προτείνω να μην τον εξοντώσουμε τούτο τον μικρό Ιό. Μπορεί να αλλάξει».
Η άλλη συμφώνησε: «Οκέι, συν-ασφαλίτισσα». Έδωσε τη διαταγή στους δυο άντρες: «Χτυπήστε το με ηλεκτρισμό!»
«Μάλιστα, κυρία», απάντησαν μαζί οι δυο ασφαλίτες. Έβγαλαν από τη ζώνη τους τα κλομπ τους και άγγιξαν με τις άκρες το κεφαλάκι του αγοριού… και τα ενεργοποίησαν. Το κορμάκι του παιδιού άρχισε να συσπάται έντονα από το ηλεκτροσόκ. Έβαλε τα κλάματα, πόναγε και προσπαθούσε να ξεφύγει, να απελευθερωθεί από τους δεσμοφύλακές του. Αλλά ήταν πολύ αδύναμο. Δεν μπορούσε να κάνει τίποτα, πέραν από το να υποφέρει και να υποστεί το φριχτό βασανιστήριο.

Οι κλώνοι και οι ασφαλίτισσες παρακολουθούσαν απαθείς, σοβαροί. Πάντα σοβαροί.

Το μαρτύριο τέλειωσε και οι δυο άντρες σηκώθηκαν πάνω από το αγοράκι, που παρέμενε ακίνητο. Αλλά οι υπάλληλοι της Ασφάλειας δεν απομακρύνθηκαν. Περίμεναν να δουν το αποτέλεσμα. Να σιγουρευτούν.

Κι όντως, μερικά λεπτά αργότερα, το αγοράκι σηκώθηκε αργά-αργά. Δεν έτρεμε άλλο, οι σπασμοί είχαν περάσει. Έδειχνε εντάξει, δεν πόναγε, δεν ένιωθε άσχημα, δεν βασανιζόταν.

Ωστόσο, κάτι είχε αλλάξει πάνω του: δεν χαμογελούσε πια. Ήταν απόλυτα σοβαρό. Ικανοποιημένοι οι ασφαλίτες είπαν στους κλώνους πως η απειλή είχε περάσει και οι αφέντες τους μπορούσαν να επιστρέψουν στην αίθουσα. Ύστερα, έφυγαν όπως ήρθαν, στέλνοντας ταυτόχρονα σήμα μέσω των ακουστικών-κινητών τους πως μια απειλή εξοντώθηκε, αλλά μπορεί να υπήρχε κι άλλη: οι γονείς του μικρού Ιού.

Οι κλώνοι ειδοποίησαν τους άλλους ανθρώπους και η αίθουσα ξαναγέμισε. Όλοι πήραν πάλι τις θέσεις τους και ξανάρχισαν να συζητάνε. Ενήλικοι με ενήλικες και παιδιά με παιδιά, πάντα με τους πιστούς τους φύλακες δίπλα τους.

Το πρώην αγοράκι-Ιός είχε πάρει κι αυτό μια καρέκλα και καθόταν δίπλα στα άλλα. Αν και δεν ήξερε τι έλεγαν, ούτε καταλάβαινε, πού και πού έλεγε τη γνώμη του και τα άλλα παιδιά το άκουγαν με προσοχή. Δεν είχε βέβαια ακόμα δικό του κλώνο, αλλά σύντομα θα αποκτούσε. Είχε γίνει ένα από αυτά. Ένας Εξέχοντας Σοβαρός. Έχασε για πάντα την αληθινή του φύση κι έγινε ένα ον που θύμιζε περισσότερο ρομπότ παρά άνθρωπο.

Τελικά, η μέρα όντως κύλησε όπως αναμενόταν. Ο ουρανός παρέμεινε χλωμός, το κρύο τσουχτερό και ο ήλιος άφαντος. Το συμβάν ξεχάστηκε γρήγορα και όλοι ήταν ευτυχισμένοι. Οι κάτοικοι της Νέας Πολιτείας της Αθήνας, των Νέων Ενωμένων Πολιτειών της Ευρώπης, όπως όλοι οι κάτοικοι του Νέου Ηνωμένου Πλανήτη, έζησαν καλά και ειρηνικά, όπως επιβαλλόταν και έπρεπε. Και, φυσικά, πάντα υπό το άγρυπνο βλέμμα των καμερών του Μεγάλου Σοβαρού Αφέντη.

Τάκης Κομνηνός

——————————————————————————————————
Σημειώσεις:
Το κείμενο αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα.
Θα ήθελα την άποψή σας είτε εδώ, είτε (και) στην σελίδα του TheBluez.gr στο Facebook: https://www.facebook.com/TheBluez.gr.
Βρείτε όλα τα κείμενά μου εδώ: https://thebluez.gr/category/anastkom/.
Και στον ακόλουθο συνδέσμου όλα τα κεφάλαια της «Εντολής της Κόμισσας», που δημοσιεύονται σε συνέχειες: https://thebluez.gr/category/serials/.

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading