Έριχνε αυτό το διαβολεμένο εκνευριστικό ψιλόβροχο, παρέα με αέρα και κρύο. Σε αυτή την χώρα συνεχώς βρέχει, έχει να δει ήλιο από τον Αύγουστο που εγκαταστάθηκε στη εστία. Βιάζεται να φτάσει γρήγορα στο φοιτητικό δωματιάκι, αποφάσισε να μην πάει τις διακοπές των Χριστουγέννων στους δικούς της, τους είπε πως έχει εργασίες να παραδώσει, μα η αλήθεια είναι πως δεν έχει χρήματα για τα εισιτήρια και δεν θέλει να τους επιβαρύνει με επιπλέον έξοδα. Επιστρέφει από την θεία της, ξαδέλφη του πατέρα της, να είναι καλά η γυναίκα μαγείρεψε για μισό λόχο να την καλοδεχτεί και της έδωσε γεμάτα τάπερ για τις επόμενες ημέρες. Να πάει και τα Χριστούγεννα, μην περάσει μόνη τις γιορτές της είπε, και το ένιωθε πραγματικά, δεν το είπε τυπικά απλά για να το πει. Δεν νιώθει πολύ καλά, κάπως αδύναμη, ένας ελαφρύς πονόλαιμος την ενοχλεί. Ανοίγει το βήμα της, έχει κόσμο στους δρόμους, στέκεται για δυο λεπτά να πάρει ανάσα.
Έχει δυο χρόνια στην Αγγλία και ακόμα δεν μπορεί να συνηθίσει το κλίμα και το χιούμορ αυτής της χώρας, αν και κάποιες φορές ιδιαίτερα έξυπνο, ομολογεί. Μπαίνει στην εστία γρήγορα και ανεβαίνει από τα σκαλιά στον τρίτο, ο ανελκυστήρας πάλι είναι εκτός λειτουργίας. Η σκάλα ζέχνει από λογής ουσίες, ανεβαίνοντας αντικρίζει την Ινδή συμφοιτήτριά της, Φατίμα, έχει ανοίξει το παράθυρο στον διάδρομο και ψήνει πίτες με μπαχάρια, της σπάνε την μύτη και την ανακατεύουν ταυτόχρονα. Δεν έχει κόσμο, οι περισσότεροι θα επιστρέψουν μετά τις γιορτές. Της κάνει νόημα να πλησιάσει μα εκείνη την χαιρετά, σπρώχνοντας με το σώμα της την πολυκαιρισμένη πόρτα του δωματίου να ανοίξει. Κάτω από το παράθυρο το μικρό γραφειάκι την περιμένει στωικά, ακριβώς δίπλα, χωρίς καθόλου ενδιάμεσο χώρο, το κρεβάτι και απέναντι δεύτερο κρεβάτι και γραφείο,της Πόλυ, της συγκάτοικου της. Στην μέση μια μικρή ντουλάπα και ένα φορητό ψυγειάκι. Το ανοίγει και βάζει τα τάπερ, θα πρέπει να κάνει οικονομία να τις φτάσουν τις γιορτές μέχρι να της στείλουν χρήματα οι γονείς, τέλος του μήνα. Η Πόλυ, πήγε στην Σκωτία για τις γιορτές, με τον φίλο της, είναι λίγο διαφορετικές οι οικογενειακές σχέσεις σε αυτούς τους λαούς. Της λείπουν οι γονείς της, της λείπουν όλα. Μα αυτή την φορά θα τα καταφέρει, θα το πάρει το πτυχίο με κάθε τρόπο. Ακόμα και αν πεθάνει από την πείνα. Βγάζει γρήγορα το παλτό και ανοίγει το laptop πάνω στο γραφείο να συνεχίσει την εργασία. Έχει να γράψει άλλες τρεις, θα πληρωθεί γι’ αυτό, της Πόλυ, του φίλου της, και της Φατιμά. Κοιτά έξω από το παράθυρο και η καρδιά της γεμίζει θλίψη. Ακόμα βρέχει. Βρέχει δέκα ημέρες, μελαγχολεί, πιάνει το κούτελο της, δεν νιώθει πολύ καλά. Νιώθει βαριά τα μάτια της. Ίσως έχει πυρετό, να ξαπλώσει λίγο, δεν γίνεται, δεν θα προλάβει να παραδώσει, οι εργασίες… δεν θα έχει χρήματα… Πέφτει στο κρεβάτι, κλείνει τα μάτια, σβήνει. Ονειρεύεται το πατρικό της σπίτι, είναι μικρή, πέφτει στο ζεστό παιδικό κρεβάτι, η μητέρα την σκεπάζει με το πάπλωμα και την φιλά στο μέτωπο. Χαμογελά. Είναι ασφαλής και την αγαπούν, αποκοιμιέται με αγάπη στην καρδιά.
«Εσύ ψήνεσαι στον πυρετό» είναι η Φατιμά. Της δίνει αντιπυρετικό, της βάζει κομπρέσες, να πιει και λίγο νερό, όχι δεν μπορεί, πονάει ο λαιμός της. «Σε λίγο» της απαντά στα ελληνικά, ξαναπέφτει, δεν ξέρει τι ώρα είναι, τι ημέρα, απλά βυθίζεται στον λήθαργο του πυρετού.
Και ονειρεύεται ξανά. Δεν έχει ζεστό κρεβάτι. «Να την χτυπάτε αν δεν παίρνει τα γράμματα», ακούει την μάνα της να λέει στον δάσκαλο του χωριού. Τελειώνει το σχολείο, δεν δίνει εξετάσεις, «έχουμε δουλειές και κτήματα, εδώ θα μείνεις να δουλεύεις κοντά μας» ακούει τον πατέρα της. Μα δεν θέλει, νιώθει πως μπορεί καλύτερα. Ζητάει χρήματα, θέλει να σπουδάσει. Γελάνε οι δικοί της, μα εκείνη δεν το βάζει κάτω, διαβάζει παίρνει υποτροφία, ετοιμάζεται να φύγει.
«Χρειάζομαι χρήματα» λέει δειλά στους γονείς της.
«Τα μοναδικά χρήματα που έχεις, είναι το κτήμα, η προίκα σου. Μα αν το πουλήσεις δεν έχεις άλλα από εμάς να παίρνεις, και μην ζητήσεις άλλη προίκα» της αποκρίνεται ο πατέρας.
Το πούλησε, πήρε τα χρήματα και έφυγε για την Αγγλία. Δεν περίμενε να πιστέψει κανείς σε εκείνη, ποτέ άλλωστε δεν το είχαν κάνει. Πολεμά με νύχια και με δόντια να τα καταφέρει, μαζί της και άλλοι φοιτητές, στην ίδια μοίρα με εκείνη, παλεύουν ενάντια στην φτώχεια και τα λιγοστά χρήματα, σε εστίες που βρομοκοπούν και σε συνθήκες δύσκολες. Υποκρίνεται πως οι γονείς της ενδιαφέρονται, πως στέλνουν χρήματα, μα εκείνη είναι που τέλος του μήνα, παίρνει και από λίγα χρήματα από τον λογαριασμό της, και πλέον είναι λιγοστά, δεν ξέρει αν θα βγάλει την νέα χρονιά. Τίποτα άλλο δεν έλαβε από τους γονείς της, αραιά και πού, ένα τυπικό τηλεφώνημα. Έχουν τους γιους τους να φροντίζουν την περιουσία και τα κτήματά τους, δεν τους νοιάζει η «σπουδαγμένη» που δεν έπαιρνε τα γράμματα και από γινάτι, πήγε να σπουδάσει αντί να παντρευτεί. Πόσο θα ήθελε να την αγαπούσαν, να την δέχονταν να την στήριζαν…
Τώρα οικογένειά της είναι η Πόλυ και ο Τζέισον, η Φατιμά, τα παιδιά από την εστία. Φροντίζουν ο ένας τον άλλο, νοιάζονται, μοιράζονται τις ίδιες αγωνίες. Θρησκεία τους η πολυκουλτούρα, γεύονται γεύσεις από παντού, μια πίτα ινδική, μια σπανακόπιτα από την θεία, ένα καλό σκωτζέζικο ουίσκι από τον Τζέισον και πουτίγκα αγγλική από την Πόλυ. Ένα τραπέζι στρώνεται φτωχό στον διάδρομο της εστίας, με λίγες λιχουδιές και πολλά όνειρα, όνειρα για έναν καλύτερο κόσμο, που ξεπροβάλει μέσα από βρώμικες εστίες και τα φοιτητικά όνειρα. Η Πόλυ την αγκαλιάζει, είναι τυλιγμένη με την μάλλινη κουβέρτα, ακόμα δεν είναι πολύ καλά, καθισμένη σε ένα αυτοσχέδιο κασόνι. Μπροστά της μια πόρτα που εκτελεί καθήκοντα τραπεζιού, θαρρεί είναι η δική της πόρτα και τριγύρω όλοι οι φίλοι της, γελούν, πίνουν και τρώνε.
«Μα ήταν δυνατό βρε χαζό να σε αφήσουμε μόνη;». Η οικογένεια που επέλεξε είναι στο πλάι της, η οικογένεια που γεννήθηκε όχι. Χαμογελά και σφίγγει την κουβέρτα πάνω της. Κλείνει τα ματιά και νιώθει το ζεστό παιδικό κρεβάτι, αυτή την φορά, πιο ζεστό από ποτέ. Το σκωτζέζικο ουίσκι μάλλον θα φταίει, ίσως και λίγο το ινδικό, μπορεί και η πουτίγκα…μα κυρίως αυτό που την ζεσταίνει είναι οι καρδιές των φίλων της.
Ελένη Ρέγγα

2 responses to “Το ζεστό παιδικό μου κρεβάτι”
Ωχ επαθα πλάκα….σαν να έβλεπα την δικη μου ιστορια. Μονο που εγω ημουν σε άλλη χώρα. Και τα καταφερα και προοδευσα και πηρα πτυχιο και καλοπαντρευτηκα. Και δυστυχως παντα θα με πληγωνει η κακια, η αδιαφορία των ανθρωπων που με φερανε στην ζωη. Οι φιλαργυροι που δεν ξοδεψανε φραγκο για φροντιστηρια και ειχανε την απαιτηση να περασω κιολας! Οι ελεεινοί που κρατησανε την προικα μου και την εκμεταλευοντουσαν για να βγαλουνε χρημα. Οι γυφτοι που δωσανε ελαχιστα χρηματα και κρατανε και τις αποδειξεις για οσα δωσανε. Νιωθω μονο οργη και πονο για αυτους. Ο θεος με προστατεψε και με βοηθησε και προοδευσα ενω αυτοι βουλιαξανε περισσοτερο στην μιζέρια τους.
Κοριτσάκι μου γλυκό και καλοψυχο είχα κ έχω μια κόρη που δεν της καίγεται καρφί για μένα, αν δεν της τηλεφωνήσω δεν την νοιάζει, δεκάρα δεν δίνει για μένα που ήμουν μάνα κ πατέρας όταν μας εγκατέλειψε ο πατέρας της, ήταν τότε 12 ετών, νάσαι πάντα ευτυχισμένη και να περνάς καλά, εγώ ήμουν μόνη κ θα μαι ολομόναχη παρέα με τον Χριστό κ τους Άγιους, νάσαι ευλογημένη κόρη μου