Το μαχαίρι

Η σιωπή νικούσε την οργή για καιρό και η ανοχή έπαιρνε τη θέση της αντίδρασης. Ώσπου, οι θέσεις γέμισαν… Δεν έμενε άλλος χώρος, να εισβάλλουν λαθραία. Κι έτσι, εξερράγησαν…

Έπαψα να ανέχομαι καταστάσεις δυσοίωνες, έπαψα να χαμογελάω τη στιγμή που ήθελα να διεκδικήσω, να αρνηθώ, να φωνάξω. Σταμάτησα να κρύβω τα συναισθήματά μου. Ξέρεις, κάποτε το κρυφτό και το κυνηγητό υπήρξαν τα αγαπημένα μου παιχνίδια. Στο κυνηγητό πάντοτε νικούσα, αφού κατόρθωνα να ξεφεύγω από τον αληθινό μου εαυτό που πάσχιζε να με αρπάξει, να μου ξεκολλήσει τη μάσκα, ώστε να με γνωρίσω σε βάθος, να διερευνήσω τις πληγές μου και τις ανάγκες μου. Αυτή τη φορά όμως τα κατάφερε και με έπιασε, δίχως να με αφήνει για ώρες, καθώς μου ξεκολλούσε τις γάζες με τις οποίες κάλυπτα τις πληγές μου. Γάζες στο χρώμα του δέρματος που φορούσα καιρό, ώστε να αγνοώ τα σημάδια. Να ξεγελιέμαι, πως το «είναι» μου είναι ανόθευτο.

Στη συνέχεια, βγάλαμε τα μαχαίρια που είχαν καρφώσει στην πλάτη μου. Είχε περάσει καιρός που βρισκόταν εκεί, έτσι είχα συνηθίσει την αίσθηση. Η αποδέσμευσή τους πόνεσε πολύ περισσότερο. Τα πιο πολλά προέρχονταν από εσένα, κάποια ήταν μικρά και κάποια μεγάλα, άλλα περισσότερο αιχμηρά, άλλα λιγότερο. Τα αποδεσμεύσαμε όλα, έκτος από ένα, το πιο βαρύ. Γι’ αυτό θα σου μιλήσω, για τούτο το μαχαίρι που ακόμη κοσμεί την πλάτη μου:

«Άφησα ένα από τα μαχαίρια που μου έριξες στην πλάτη καρφωμένο, μη θέλοντας να παραδεχθώ πόσο υπήρξε η σάρκα μου τρωτή, μα και το πόσο καλά ήξερες σημάδι. Δεν ήθελα να φανερωθεί ποτέ η έκταση, μήτε το βάθος της πληγής μου. Μα η λαβή του μαχαιριού προεξείχε κι έτσι εμπόδιζε όποιον προσπαθούσε να έρθει κοντά μου και ενίοτε προκαλούσε τραυματισμούς σε όποιον με πλησίαζε απότομα και βεβιασμένα. Φυσικά κανένας δεν γνώριζε για την ύπαρξη τούτης της λαβής… Κανείς δεν υποψιαζόταν πως υπήρχε τούτο το μαχαίρι, ακόμα και τη στιγμή που λεκιαζόταν από το αίμα που έτρεχε ακόμα. Αυτό το αίμα που πολλές φορές γινόταν ανεξίτηλο μελάνι στα μελαγχολικά μου γραπτά..
Μελάνι που σχημάτιζε στιχάκια, ποιήματα, διηγήματα και μελαγχολικές ωδές… Ωδές αφιερωμένες σε όλα εκείνα που με πλήγωσαν. Όχι σένα… θα σε υπερεκτιμούσα αν ισχυριζόμουν κάτι τέτοιο… Θα σε καθιστούσα πολύτιμο, αφήνοντας σημάδια σου, αναλλοίωτα στο χρόνο… Θα υμνούσα τον δυνάστη μου… Με τι μάτια θα αντίκριζα τον είδωλό μου στον καθρέφτη μετά; Κάπως έτσι αναζήτησα εξιλαστήρια θύματα, που κατηγόρησα πολλές φορές, παράδοξα για τις πληγές μου. Θύματα με μάτια που ομοίαζαν στα δικά σου, είχαν το ίδιο κενό στο βλέμμα και κοινή καταχνιά. Θύματα στα οποία επέτρεψα να ψηλαφίσουν τις πληγές μου κι ας ήξερα πως αυτό θα το εκμεταλλευτούν στο μέλλον, ανοίγοντάς τες. Δε με ένοιαζε. Μου αρκούσε να αποπροσανατολίζομαι από εκείνο το μαχαίρι, να αποπροσανατολίζομαι και να πείθω τον εαυτό μου πως δεν γράφω για εσένα κι ας ήσουν η μόνη αληθινή πηγή της έμπνευσής μου…».

Ιωάννα Χαντζαρά

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading