Το σουξέ

“Καλώς την! Άργησες! Γιατί;”. Δεν απάντησε αμέσως… Ούτε καν τον κοίταξε έτσι όπως ήταν φορτωμένη με τις σακούλες. Έβγαλε τα παπούτσια της και ενώ προσπαθούσε να ξετυλίξει, φορτωμένη ακόμα, το κασκόλ της, άρχισε να μιλάει γενικά και αόριστα…

“Τι να κάνω; Άργησε το delivery, έκανα μια ώρα να βρω να παρκάρω στα κ@λοστενά και σαν να μην έφτανε αυτό, έπρεπε πριν βγω από το αμάξι να ντυθώ σαν κρεμ… Α! Γεια σας!”. Κοκάλωσε!

Δέκα ζευγάρια μάτια την κοιτούσαν έκπληκτα… “Γεια σου, Νάντια!”. Με ένα στόμα, μια φωνή όλοι. Η Νάντια χαμογέλασε και σκάναρε μια γρήγορη τον χώρο. Χαμογελούσε σε όλους μα όταν τα μάτια της τον βρήκαν, λόκαραν εκεί.

Ξετύλιξε το κασκόλ, έβγαλε σκούφο και μπουφάν, αγκάλιασε τον αδερφό της, που την περίμενε στην πόρτα, μια στα γρήγορα και πήγε στην κρεβατοκάμαρα. Πήρε δύο βαθιές ανάσες, ίσιωσε ρούχα και μαλλιά και βγήκε στο σαλόνι. Δόξα τω Θεώ, είχε γεμίσει πάλι με φωνές!

“Νάντια! Έλα αγάπη εδώ να μας πεις τι κάνεις!”
“Γεια σας, γεια σας! Δεν χαιρετάω κανέναν, μην το πάρετε προσωπικά, αλλά είστε πολλοί!”.

Έκατσε στην άκρη του καναπέ. Μακριά του, Παναγία μου! Δεν τον κοίταξε δευτερόλεπτο. Πίστευε ότι αν οι ματιές τους διασταυρώνονταν, εκείνη θα γινόταν σαν παντζάρι.

Μιλούσε με όλους. Τα τυπικά εννοείται. Προσπαθούσε να είναι φυσική και χαλαρή, μα… ωπ, να ένας κόμπος το στομάχι!

“Ο ανηψιός μου, που είναι;”, κατάφερε να ρωτήσει ώστε να τους αποφύγει όλους.

“Εγώ τον έχω!”. Δεν χρειάστηκε πολλά για να καταλάβει ποιος μιλούσε. Στέγνωσε το στόμα της. Άσπρισε. Η καρδιά της χτυπούσε σαν τρελή. Έκανε να σηκώσει το κεφάλι μα συνέχισε εκείνος…

“Έλα να στον δώσω!”.

(Μια κουβέντα είναι, χριστιανέ μου! Μια κουβέντα! Πού πας, μαρή Νάντια, ξυπόλητη στα αγκάθια;)

Κι όμως σηκώθηκε! Πήγε με σταθερά βήματα προς το μέρος του. Εκείνος χαμογελαστός, -Παναγία μου-, της έδωσε τον μικρό στην αγκαλιά και έσκυψε να τη φιλήσει… (Μη σου πέσει το παιδί, Νάντια! Μη σου πέσει το παιδί, Νάντια!)

“Μα δεν με χαιρετάς; Έχω τόσο καιρό να σε δω!”
“Ε, ναι, αλήθεια είναι! Έχει περάσει πολύς καιρός!” (Κούνα ήρεμα το παιδί, Νάντια και χαμογέλα! Όχι σαν την κούκλα του Τσάκι… Πιο φυσικά! Πιο φυσικά!)

Και την αγκάλιασε! Την τράβηξε και την έκλεισε μες στα δυο του χέρια! Και εκείνη και τον μικρό! Την έσφιξε λίγο παραπάνω από όσο χρειαζόταν η όλη φάση και της λύθηκαν τα πόδια! (Ευτυχώς που υπάρχει και το παιδί και δεν θα σωριαστώ εδώ, καταμεσής του σαλονιού. Μπροστά του και μπροστά σε όλους! Κούνα το παιδί γιατί θα μας πάρει και θα μας σηκώσει όλους!)

“Πάω λίγο μέσα με τον μικρό και θα σε δω μετά!”, είπε και εξαφανίστηκε από το σαλόνι.

Κλειδώθηκε στο παιδικό δωμάτιο. Μπροστά στον καθρέφτη, μαζί με το μωρό, άρχισε να τραγουδάει και να χορεύει με το νέο χιπ… “Κοίτα πόσο κότα θεία έχεις!”. Μεγάλο σουξέ…

Οι στίχοι πήγαιναν κάπως έτσι…

“Συναντήθηκαν τυχαία στην ταράτσα του Ανδρέα λογικά έναν χρόνο πριν…

Ο μπαμπάς και η μαμά σου, δεν υπήρχες εσύ στάσου, το είχαν δει ότι θα συμβεί…

Στην μικρή αυτή ταράτσα ήταν λες κι είχε μπουνάτσα που τους έφερνε όλο πιο κοντά…

Τι γελάκια, τι ναζάκια, τι τυχαία αγγιγματάκια… πω πω, ήταν όλα τόσο απλά…

Έλιωναν σαν τα κεράκια, αυτά τα δύο τα παιδάκια ‘κείνου του Οκτώβρη τη βραδιά…

Μα η θεία σου ήταν κότα και όταν βρέθηκαν στην πόρτα, δεν κουνήθηκε ούτε μια σταλιά…

“Πόσο χάρηκα!”, του είπε, μια αγκαλιά τον πήρε και εξαφανίστηκε στην ξαστεριά…

Ήρθαν τα μηνυματάκια και μαζί τους και νεάκια φοβερά και τρομερά…

Η αγκαλιά του είχε γεμίσει και ο γάμος δεν θα αργήσει, έλεγαν όλα τα παιδιά…

Και όταν το έμαθε η θεία έγινε πυρ και μανία που τον έχασε εκείνη τη νυχτιά…

Δεν του είπε όσα νιώθει… Δεν ήθελε να εκδηλωθεί πρώτη και να τώρα που καρδιοχτυπά…

Μα η καρδιά του είναι γεμάτη και η αγκαλιά του είναι χορτάτη και εκείνη δεν χωρά πουθενά…

Έπρεπε να είχε μιλήσει ή μάλλον να τον είχε φιλήσει εκείνη την οκτωβριανή νυχτιά…

Έχασε την ευκαιρία για μια ωραία ιστορία με τον άνθρωπο που λαχταρά…

Είναι κοτούλα σου λέω η θειούλα σου οεο…””

Μια φούρλα ακόμα και σταμάτησαν ξανά μπροστά στον καθρέφτη. Ο μικρούλης χαχάνιζε στην αγκαλιά της. Όσο άκουγε το γέλιο του, τόσο πιο πολύ γέμιζε η καρδιά της. Γελούσε και εκείνη μαζί του…

“Νομίζω πως το φινάλε σου, θέλει λίγη δουλειά!”

(Τι σκατά! Πώς δεν τον είχε πάρει είδηση; Πόση ώρα ήταν μέσα στο δωμάτιο; Είχε ακούσει όλο το σουξεδάκι; Χριστέ μου, τι ντροπή!)

Γύρισε τρεμάμενη προς το μέρος του. Ευτυχώς που κρατούσε ακόμα το παιδί στην αγκαλιά της. Τριάντα χρόνων μουλάρα και έχανε τον μπούσουλα δίπλα του ακόμα. Έναν χρόνο μετά…

“Ε, ναι! Κοίτα… Είναι σε πρώιμο στάδιο ακόμα… Η μουσική θέλει δουλειά, οι στίχοι το ίδιο… Η χορογραφία επίσης…”.

Την πλησίασε απότομα. Σε απόσταση αναπνοής. Τους χώριζε μόνο το παιδί. Το πολύ χαρούμενο παιδί.

“Τι θα έλεγες να πίναμε μέσα στην εβδομάδα έναν καφέ μαζί; Οι δυο μας εννοώ, Νάντια… Για να συζητήσουμε αυτούς τους υπέροχους στίχους… Θα ήθελα και εγώ να κάνω κάποιες προσθήκες, αν μου επιτρέπεις…”

“Προσθήκες; Τι προσθήκες;”

“Ας πούμε πως υπάρχουν κάποια πράγματα από εκείνη την Οκτωβριανή νύχτα που πρέπει να ειπωθούν…. Και κάποια πράγματα όπως ας πούμε για αυτόν τον γάμο που ανέφερες που πρέπει να διορθωθούν…”.

“Ναι, φυσικά! Να πιούμε έναν καφέ. Οι δυο μας. Μέσα στην εβδομάδα! Μπορείς όμως να κάνεις λίγο πιο ‘κει; Δεν μπορώ να αναπνεύσω… Ε, το παιδί, εννοώ, δεν μπορεί να αναπνεύσει…”

Και αντί να κάνει ένα βήμα πίσω, πέρασε το χέρι του στην πλάτη της, την έφερε πιο κοντά του και ακούμπησε απαλά τα χείλη του στα δικά της. Ο μικρός στην αγκαλιά της χτυπούσε παλαμάκια, όπως και η καρδιά της. Όταν χωρίστηκαν, συνέχισε να την κρατάει σφιχτά….

“Χρήστο, εγώ… Δεν… Ήθελα… Είμαι κότα…”
“Πίστεψέ με, είμαι μεγαλύτερη κότα, Νάντια! Θα τα πούμε όλα στον καφέ μας… Πάμε μέσα τώρα…”

Κατερίνα Μοχράνη

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading