Ένοχα μυστικά

Η Νατάσα έστρωσε το στρογγυλό τραπέζι με ένα λευκό τραπεζομάντηλο, τοποθέτησε την λευκή πιατέλα με την κις λορέν στο κέντρο του, ενώ στην άκρη έβαλε 5 πιάτα με τις κόκκινες χαρτοπετσέτες στο πλάι τους. Δεξιά και αριστερά έβαλε δύο ασημένια κηροπήγια με κόκκινα κεριά, τα άναψε και μετά στάθηκε απέναντι από το τζάκι να κοιτάει την φωτιά. Έριξε ένα ξύλο, ανακάτεψε τις πορφυρές φλόγες, χαμήλωσε τα φώτα, τράβηξε τις κουρτίνες με τις χρυσαφί λεπτομέρειες στην άκρη για να χαζεύει τις λεμονιές της, που ήταν φορτωμένες με τα κίτρινα, μυρωδάτα στολίδια τους. Στα πόδια της είχε κουρνιάσει ένα τρίχρονο σκυλί στα καφετιά χρώματα, μετρίου μεγέθους, που το είχε βρει εγκαταλελειμμένο στα σκουπίδια πριν δύο χρόνια. Του όνομά του Κανέλος, για να ταιριάζει με τα χρώματά του και πραγματικά του πήγαινε γάντι, γιατί και το τρίχωμά του και τα μάτια του είχαν αυτό το βαθύ, γλυκό χρώμα της κανέλας. Από την ημέρα που το έφερε στο σπίτι, άλλαξε η ζωή και των δύο και πολλές φορές αναρωτιόταν πώς θα ήταν η δική της αν δεν είχε αυτό το αθώο τετράποδο να της ανταποδίδει την αγάπη του και την ευγνωμοσύνη του με τα χάδια του και τα φιλιά του.

Το σπίτι της, 40 τετραγωνικά όλο κι όλο, μικρό, πέτρινο, με κεραμίδια και αυλή με κήπο, με πέτρινα σκαλάκια, στα βόρια προάστια, έμοιαζε παραμυθένιο και βρισκόταν σε μία έκταση που απείχε μόλις ένα εικοσάλεπτο από τον ηλεκτρικό σταθμό του Αμαρουσίου. Στην περιοχή είχαν διασωθεί μετά βίας άλλα 4 σπίτια σαν το δικό της, ευτυχώς όμως ήταν μαζεμένα σε ένα οικοδομικό τετράγωνο μέσα στα πεύκα και έτσι μπόρεσαν οι 5 γυναίκες που κατοικούσαν σε αυτά, να τα διατηρήσουν και να βρουν το καταφύγιό τους, μετατρέποντάς τα σε μόνιμες κατοικίες μακριά από την βοή του κέντρου και την φασαρία. Το σαλόνι της, μαζί με την κρεβατοκάμαρά της, ήταν τα αγαπημένα της δωμάτια, τα οποία φρόντιζε να έχουν το αποτύπωμα της ζεστής καρδιάς της, με τα ριχτάρια στον καναπέ, τις μαξιλάρες στο πάτωμα, τα φωτάκια, τα κεριά που το χρώμα τους και το άρωμά τους συμβάδιζαν με την εποχή.

Η Νατάσα, συνταξιούχος δασκάλα, λίγο μετά τα εξήντα, μετρίου ύψους, αδύνατη, με κοντά μαλλιά που τα είχε αφήσει στο φυσικό γκριζόμαυρο χρώμα, με ένα πρόσωπο στρογγυλό, χωρίς ρυτίδες ευτυχώς, ανύπαντρη, είχε κληρονομήσει το σπίτι από τους γονείς της και τους ευγνωμονούσε για αυτό, γιατί διανύοντας την δύση της ζωής της, είχε την δυνατότητα να ζει ελεύθερη όπως ονειρευόταν από τα νιάτα της, μέσα στην φύση που τόσο αγαπούσε και να κάνει τόσα πράγματα που την ευχαριστούσαν από παλιά, όπως η κηπουρική και η ζωγραφική. Ειδικά η ενασχόλησή της με τον κήπο, ήταν το φάρμακό της ενάντια στην κατάθλιψη με την οποία πάλευε από τα νιάτα της. Ήταν περήφανη για τα δέντρα της, που τα έβλεπε σαν συνέχεια των παιδιών της από το σχολείο, να τα κλαδεύει όταν έπρεπε, να τα ποτίζει, να αφαιρεί τα ξερά φύλλα…

Η Νατάσα δεν παντρεύτηκε ποτέ, όχι γιατί δεν το επιθυμούσε, ούτε γιατί δεν σκίρτησε η καρδιά της, το αντίθετο, αγάπησε βαθιά στα νεανικά, τρυφερά της χρόνια και πόνεσε μέχρι το κόκκαλο έναν άντρα που σφράγισε την ζωή της μέχρι σήμερα, έναν άντρα στον οποίο δεν τόλμησε ποτέ να του εκμυστηρευτεί τον έρωτά της, ένας κρυφός καημός που είχε γίνει ένα με τις τύψεις της, καίγοντας τα σωθικά της για πολλά χρόνια, χωρίς να αποκαλύψει σε κανέναν το όνομά του. Ο πόνος κορυφώθηκε όταν συνέβη εκείνο το μοιραίο τροχαίο που του στέρησε την ζωή και σε μία νύχτα άλλαξαν όλα. Έτσι αφοσιώθηκε στους μαθητές της που τους έβλεπε με στοργή σαν να ήταν παιδιά της.

Σάββατο απόγευμα, λίγο μετά τις 6, το κρύο και η υγρασία πιρούνιαζαν αρκετά. Σε λίγο χτύπησε το κουδούνι και μπήκαν 4 γυναίκες φουριόζες, κάνοντας την παρουσία τους αισθητή με την είσοδό τους. Πρώτα μπήκε η Δέσποινα, μετά η Αγγελική, έπειτα η Νίκη και τέλος η Βασιλική. Όλες γειτόνισσες, φίλες από τα μικρά τους, όταν ακολουθούσαν τους δικούς τους στις καλοκαιρινές διακοπές στα εξοχικά τους. Δεν έμεναν στο ίδιο σπίτι από τα νιάτα τους, με διαφορά ηλικίας από την Δέσποινα, που ήταν και η μικρότερη, είκοσι χρόνια, η ζωή όμως είχε τις εκπλήξεις της και να τώρα που ξαναβρέθηκαν, χαράζοντας μία κοινή πορεία για το μέλλον να τις βρίσκει ακόμη ευάλωτες, αλλά συγχρόνως ενωμένες και αγαπημένες.

-Καλώς τα κορίτσια μου, σας περίμενα πώς και πώς, είπε η Νατάσα με ένα τεράστιο χαμόγελο. Χθες ξεστόλισα και το σπίτι μου φαίνεται άδειο. Ευτυχώς, άφησα μερικά φωτάκια να μου φτιάχνουν το κέφι.
-Μιλάς εσύ, που έχεις το πιο κουκλίστικο σπίτι από όλες μας; Αφού καμιά φορά νομίζω ότι θα βγει καμία νεράιδα από το δωμάτιό σου, είπε η Δέσποινα .
-Ουφ, φτάνουν αυτά, όλα ωραία είναι. Είμαι πτώμα, ακόμη δεν άρχισε η νέα χρονιά και νομίζω ότι έχω αρχίσει να καταρρέω, συμπλήρωσε η Νίκη. Θα έχουμε πολλούς τουρίστες φέτος, τουλάχιστον 15% περισσότερους από πέρσι.
-Εγώ θέλω να πιώ κάτι, δεν ξέρω… ένα κρασί, μία μπύρα; Είχαμε δουλειά στο μαγαζί σήμερα, ήθελα να ξέρω πού το βάζει τόσο φαγητό ο κόσμος και αγοράζει τόσα φαγώσιμα, είπε με αγανάκτηση η Αγγελική
-Εγώ πάλι είμαι τυχερή, η πολύ δουλειά θα ξεκινήσει κατά τον Μάρτιο με τις φορολογικές δηλώσεις, έχω λίγο καιρό στην διάθεσή μου για χαλάρωση, είπε η Βασιλική.
-Καλά, καλά βρε κορίτσια, μία μία. Καθίστε και πάρτε μία ανάσα, έχουμε τόσα να πούμε για την εβδομάδα που πέρασε… Η αλήθεια είναι ότι είμαστε στα μέσα του Γενάρη και ο απόηχος των γιορτών ακόμη δεν έχει εκλείψει και αν θέλουμε να βγάλουμε την χρονιά άνετα, πρέπει να οργανωθούμε. Καταρχήν, τι θα πιείτε; Έχω κόκκινο κρασί και Moscato d’Astι και τοποθέτησε τα δύο μπουκάλια στο τραπέζι για να ευχαριστήσει όλα τα γούστα. Τα κορίτσια γέμισαν τα ποτήρια τους και τα πιάτα τους και αφού κάθισαν στον τετραθέσιο καναπέ με την οικοδέσποινα απέναντί τους, σαν να ήταν στο σχολείο βλέποντας την δασκάλα, σήκωσαν τα γεμάτα ποτήρια τους και έκαναν την πρόποση με την χαρά να φαίνεται στα πρόσωπά τους.
-Καλή μας χρονιά και πάλι, με υγεία και αισιοδοξία, είπε η Νατάσα σαν μεγαλύτερη. Είναι η πρώτη μας εβδομαδιαία συνάντηση, ας πιούμε λοιπόν για αυτά τα ωραία που θα έρθουν!

Οι πέντε γυναίκες με χαμόγελο σήκωσαν τα ποτήρια, κοιτάχτηκαν στα μάτια με τρυφερότητα και σε λίγο ακούστηκε ο ήχος των ποτηριών που κάνουν όταν ενώνονται. Γέμισαν τα πιάτα τους και ξεκίνησε η συζήτηση γύρω από τη εβδομάδα που πέρασε. Ο ερχομός της νέας χρονιάς ήταν πρόσφατος, η χαλαρή και χαρούμενη διάθεση των διακοπών δεν είχε φύγει ακόμη. Η Νατάσα έβαλε ένα cd με παλιά γαλλικά τραγούδια, που ήξερε ότι άρεσαν σε όλες και άνοιξε πρώτη την συζήτηση.
-Λοιπόν αγάπες μου, πώς πέρασαν οι μέρες σας; Εγώ ακόμη να συνηθίσω στις καθημερινές μου δραστηριότητες και η χαλάρωση πάει σύννεφο. Αν δεν είχα τον Κανέλο να τον πηγαίνω στην πρωινή του βόλτα, θα καθόμουν στο κρεβάτι μέχρι το μεσημέρι.
-Αυτό είναι ανησυχητικό, πρόσθεσε η Δέσποινα. Εσύ που είσαι στο πόδι από τις 6 πώς και έτσι; Εγώ χαλαρώνω, επιτέλους, ύστερα από το τρέξιμο των γιορτών. Έχουμε λίγες μέρες παύση στις πρόβες μας, μιας και οι παραστάσεις ξεκινούν πάλι μετά τις 20 Γενάρη. Τι καλά! Απορώ πώς μας αφήνουν την ημέρα των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς ελεύθερες. Ξέρω τι θα μου πείτε… ο κόσμος θέλει να διασκεδάσει στις γιορτές, να απολαύσει καλή μουσική! Κι εμείς είμαστε εδώ να τους κάνουμε χαρούμενους.
-Α, τι ωραία! Θα σε χαρούμε και εμείς λίγο παραπάνω, συμπλήρωσε η Νίκη, πενηντάρα πια, που το μόνο που ονειρευόταν ήταν πότε θα έφτανε στην ηλικία για να πάρει και αυτή την σύνταξή της και ένα γελάκι έσκασε στα χείλια της. Εμείς πάλι έχουμε αρκετή δουλειά, οι επαφές μου με τους πράκτορες του εξωτερικού τους τελευταίους δύο μήνες έχουν αρχίσει να αποδίδουν καρπούς, οι κρατήσεις μας θα ανέβουν στα σίγουρα. Αυτό σημαίνει ότι μετά το Πάσχα θα κάνετε τάμα στην Παναγία για να με βλέπετε. Αλλά δεν πειράζει, δεν μπορεί να τα έχει κανείς όλα.
-Εγώ πάλι δεν καταλαβαίνω τι τον έχει πιάσει τον κόσμο να ξοδεύει τόσα για φαγητό. Θα έλεγε κανείς ότι έχουμε πόλεμο και υπάρχει μία μανία υπερκατανάλωσης, είπε η Αγγελική, που είχε ένα μαγαζάκι με εκλεπτυσμένα προϊόντα από όλη την Ελλάδα που δεν τα βρίσκεις στα σούπερ μάρκετ. Το δούλευε καλά το μαγαζί της, γιατί εκτός από την ποιότητα που κυνηγούσε, η Αγγελική ήταν πολύ αγαπητή σε όλους και ο κόσμος την αγαπούσε και την υποστήριζε.
– Ωραία, όσο περισσότερη δουλειά θα έχεις, τόσο πιο ωραία πράγματα θα μας φέρνεις, γιατί όλες από σένα ψωνίζουμε, είπε στο τέλος η Βασιλική, λογίστρια στο επάγγελμα, με δικό της λογιστικό γραφείο στο κέντρο της Αθήνας. Ευτυχώς που μένουμε εδώ, γιατί όσο μεγαλώνουμε, τόσο περισσότερη ανάγκη έχουμε την απομόνωση και την ησυχία.
– Ας ελπίσουμε ότι φέτος θα λυθούν κάποια από τα προβλήματά μας, πρέπει από τώρα να προνοήσουμε για την πυρασφάλεια των οικοπέδων μας, κάθε καλοκαίρι δεν χαιρόμαστε τις διακοπές μας, γιατί ο κίνδυνος να χάσουμε τα σπίτια μας παραμονεύει και δεν έχω καμία όρεξη να βρεθούμε στον δρόμο επειδή κάποιοι επιτήδειοι έχουν βάλει στο μάτι τις περιουσίες μας, που με τόσο κόπο καταφέρνουμε να διατηρήσουμε στις δύσκολες εποχές που διανύουμε, είπε η Νίκη με φωνή βροντερή.
– Όλα θα γίνουν στην ώρα τους, εξάλλου ο Θεός δεν μας έχει αφήσει, απάντησε η Νατάσα. Ας αφήσουμε λίγο τις έννοιες, σας έχω μία έκπληξη. Σήμερα που έβαζα τα χριστουγεννιάτικα στην αποθηκούλα μου, βρήκα ένα κουτί με διάφορα βιβλία από την εποχή της μάνας μου. Ξέρετε πόσο διάβαζε και πόσο ψαχνόταν για τα μεταφυσικά, για πράγματα που στους περισσότερους φάνταζαν περίεργα και εξωγήινα!

Πραγματικά η Λένα, η μητέρα της, ήταν ένας ευαίσθητος άνθρωπος, κάθε απόγευμα σταματούσε τις όποιες δουλειές του σπιτιού και καθόταν είτε δίπλα στο τζάκι τον χειμώνα είτε στην βεράντα το καλοκαίρι, με το βλέμμα τις περισσότερες φορές καρφωμένο στο απέναντι σπίτι της μικρής Βασιλικής και όταν έβλεπε τον πατέρα της, τον Αντρέα, σηκωνόταν στις μύτες των ποδιών της και αθόρυβα παρακολουθούσε τις κινήσεις του. Τις περισσότερες φορές διάβαζε χωρίς σταματημό μέχρι να πέσει η νύχτα και ό,τι της έκανε εντύπωση το σημείωνε σε ένα τετράδιο, έτσι με τον καιρό είχε δημιουργήσει ένα ημερολόγιο γεμάτο με μικρά διαμαντάκια. Ζούσε εγκλωβισμένη σε έναν γάμο που δεν της πήγαινε καθόλου, ο άντρα της ταγμένος στο μικρό εργοστάσιο που έφτιαχνε έπιπλα, την άφηνε πολλές ώρες μόνη. Δεν ήταν ότι δεν την αγαπούσε, αντιθέτως, όμως το μόνο που είχε μάθει από μικρός ήταν η δουλειά. Οι άνθρωποι δεν αλλάζουν, της έλεγε συχνά για να το καταλάβει και να πάψει να παραπονιέται. Εξάλλου για ποιόν δούλευε τόσο; Για να έχει εκείνη και η κόρη του, όχι μόνο τα απαραίτητα, αλλά πολλά περισσότερα. Αυτό το ημερολόγιο βρήκε η Νατάσα κι όταν άρχισε να το ξεφυλλίζει, τα καλλιγραφικά γράμματα της μητέρας έμοιαζαν σαν να χορεύουν πάνω από το παλιοκαιρισμένο χαρτί και την μετέφεραν στο παρελθόν.
-Θα σας διαβάσω μερικά και θα ήθελα να τα συζητήσουμε μαζί μετά.

Τα κορίτσια την κοίταζαν με περιέργεια, αλλά ήταν σίγουρες ότι η μητέρα της θα είχε αποτυπώσει τέλεια τις σκέψεις της στο χαρτί.
Η Νατάσα ξεκίνησε την αφήγηση με την ζεστή φωνή της

-Όλα τα δεινά είναι αποτέλεσμα αγνοίας και περιορισμών της διάνοιας που ταύτισε την ύπαρξή μας με το φυσικό σώμα και τις ανάγκες του. Αυτό που πρέπει να κάνεις, είναι να προσπαθήσεις σε μια πιο ευρύτερη και ευέλικτη διάνοια, μία διάνοια με περισσότερο φως! Και πάω παρακάτω… υπάρχουν άπειρες διαβαθμίσεις και άπειροι δρόμοι για πνευματική εξέλιξη. Ο καθένας βρίσκει τον δρόμο που του ταιριάζει και που μπορεί να είναι ακατάλληλος για έναν άλλο.

Πραγματικά η Λένα ήταν μια γυναίκα που εμβάθυνε μέχρι το μεδούλι, είχε τις ανησυχίες της για την ίδια της την ύπαρξη και όλοι όσοι την γνώριζαν, είχαν αποδώσει την μελαγχολία της στις εσωτερικές της αναζητήσεις, ότι αναζητούσε το άπιαστο, το απροσδιόριστο, το μεταφυσικό.
-Τι λέτε για όλα αυτά; ρώτησε η Νατάσα, πώς σαν φαίνονται οι σκέψεις της μητέρας μου;

Καμιά δεν έκανε την αρχή, όλες κοιτάχτηκαν στα μάτια με απορία.
-Νομίζω ότι ήθελε να δραπετεύσει από τα βάσανά της, τελικά είπε η Νατάσα για να διαλύσει την αμηχανία των κοριτσιών.

Συμφώνησαν και οι άλλες και στο τέλος η Αγγελική σήκωσε το ποτήρι της λέγοντας:
-Ας πιούμε στις ψυχές των αγαπημένων μας που μας βλέπουν από εκεί ψηλά, ίσως να είναι εκείνα τα αστέρια που τα βλέπουμε πιο καθαρά τις νύχτες που δεν φυσάει πάνω από τα σπίτια μας και μας στέλνουνε την αγάπη τους.
-Στα αστέρια λοιπόν! είπαν όλες με μία φωνή

Το επόμενο πρωινό η Νατάσα ξύπνησε νωρίς, άνοιξε την πόρτα για να βγει ο σκύλος στον κήπο, έφτιαξε τον καφέ της, πήρε το καφετί κουτί που είχε βρει στην αποθήκη με το ημερολόγιο της μητέρας της, έφτιαξε τα μαξιλάρια του καναπέ και κάθισε αναπαυτικά κοιτώντας το επίμονα. Είχε και άλλα πράγματα μέσα και προχθές που το άνοιξε για πρώτη φορά δεν τα έψαξε όλα, σήμερα όμως θα έκανε τις εξερευνήσεις με την ησυχία της.

Πρώτα βρήκε μια φωτογραφία με τους γείτονες, τους γονείς της Βασιλικής. Οι δικοί της, η μητέρα της δίπλα στον Αντρέα και εκείνη στην άκρη δίπλα στην φίλη της. Την θυμήθηκε αυτή την μέρα, ήταν Δεκαπενταύγουστος του 1982, το τελευταίο ξένοιαστο καλοκαίρι, το πιο χαρούμενο της ζωής της, γιατί εκείνος περνούσε ατελείωτες ώρες μαζί της στην βεράντα του σπιτιού της συζητώντας για τις σπουδές της και τα ενδιαφέροντά της. Ναι, ο πατέρας της φίλης της ήταν ο έρωτάς της, ένας πλατωνικός έρωτας γεμάτος αθώα αλλά ειλικρινή συναισθήματα που ανάβλυζαν από την ρομαντική ψυχή της και προσπαθούσε με μεγάλο κόπο να κρύψει και που δεν τα εξομολογήθηκε σε κανέναν ποτέ! Μετά από έναν χρόνο έφυγε και η μητέρα της από την ζωή, η κατάθλιψη με την οποία πάλευε τόσα χρόνια, της είχε δημιουργήσει ένα σωρό φοβίες, αρνιόταν την οποιαδήποτε βοήθεια και έφυγε χωρίς να υπάρχει κάποιο παθολογικό αίτιο, αθόρυβα ένα βράδυ του Δεκέμβρη, τότε που αρχίζουν τα πρώτα κρύα.

Και οι δύο θάνατοι στιγμάτισαν την Νατάσα, που δεν αποδέχτηκε εύκολα την ορφάνια και φυσικά τον άδικο χαμό του Αντρέα. Ίσως για αυτό να μην παντρεύτηκε ποτέ, αλλά αφιέρωσε την ζωή της στα παιδιά που δίδασκε τόσα χρόνια με αγάπη. Έπειτα πήρε στα χέρια της μερικούς κιτρινισμένους φακέλους από τον καιρό και την υγρασία, άνοιξε τον πρώτο και ξεκίνησε το διάβασμα.

“Αγαπημένη μου, φως μου, λατρεία μου, σε είδα σήμερα καθισμένη στην βεράντα να διαβάζεις πάλι, τα μικροσκοπικά σου χέρια κράταγαν το βιβλίο και πόσο θα ήθελα να ήμουν εγώ στην θέση του, να με κρατάς αγκαλιά και να μου χαϊδεύεις τα μαλλιά. Κι εγώ να σε κοιτάω στα μάτια και να θέλω να σου κάνω έρωτα την ίδια στιγμή! Λένα μου, μονάκριβή μου, θησαυρέ μου, θα έρθει η ώρα που θα είμαστε για πάντα μαζί. Κάνε λίγο υπομονή ακόμη, σε παρακαλώ. Προς το παρόν σε αφήνω και σου στέλνω τα φιλιά μου και την αγάπη μου.
Δικός σου,
Αντρέας”

Κεραυνός την είχε χτυπήσει εκείνη την στιγμή! Ο άντρας που είχε αγαπήσει με όλο της το είναι, ήταν ο εραστής της μητέρας της! Και οι δυο τους αγαπούσαν το ίδιο πρόσωπο!
Πώς να το σηκώσει η ψυχή της αυτό; Ύστερα από τόσα χρόνια, να κλάψει για ποιον; Για την αδικοχαμένη μητέρα της, τον Αντρέα, τον πατέρα της ή για εκείνη που έμεινε μόνη γιατί είχε ερωτευτεί έναν άντρα που δεν θα γινόταν ποτέ δικός της;

Σηκώθηκε από το κρεβάτι με τα μάτια κόκκινα από το κλάμα, τράβηξε τις κουρτίνες και κοίταξε το απέναντι σπίτι της φίλης της επίμονα, σαν να περίμενε να την χαιρετήσει εκείνος. Ήταν η τελευταία φορά που είχε την επιθυμία να τον δει να κάθεται στην βεράντα και να τον κοιτάει ώρες ατελείωτες. Έκλεισε τα μάτια της επίμονα και όταν τα άνοιξε είχαν φύγει οι σκιές, σαν να διαλύθηκαν με έναν μαγικό τρόπο. Είχε πάρει την απόφασή της, να κρύψει το κουτί με το περιεχόμενό του στην αποθήκη, εκεί στα σκοτεινά, πίσω από τις κούτες με τα χριστουγεννιάτικα, μέσα στα σκοτάδια για πάντα. Ένοχα μυστικά ΤΕΛΟΣ!

Δήμητρα Καμπόλη

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading