Βρεγμένο χώμα (Μέρος 1ο)

Υπήρξα ερωτευμένη με ένα αγόρι για πολύ καιρό… Ήταν ο δημοφιλής της τάξης όταν πηγαίναμε σχολείο. Ήξερα πως ποτέ δε θα έδινε σημασία σε εμένα, που περνούσα συνήθως απαρατήρητη ή γινόμουν αντικείμενο χλευασμού για τα περιττά μου κιλά και την αδεξιότητά μου. Ήταν όμορφος, έξυπνος, με ωραίο λέγειν. Σπάνια μου απηύθυνε το λόγο, μα όταν το έκανε κρεμόμουν από τα χείλη του. Είχε περάσει ένας χρόνος από την αποφοίτησή μας και δεν τον είχα ξαναδεί, μα μάθαινα γι’ αυτόν, γιατί ήταν συμφοιτητής με την καλύτερή μου φίλη…

Σπουδάζαμε σε διαφορετικές πόλεις. Στη φίλη μου δεν είχα πει ξεκάθαρα για τον έρωτά μου, μα είχε αρχίσει να το υποψιάζεται από τις πολλές ερωτήσεις που της έκανα για εκείνον. Κάποια στιγμή με ρώτησε ευθέως και της το εκμυστηρεύτηκα, βάζοντάς την να υποσχεθεί πως δε θα το έλεγε ποτέ, σε κανέναν.

Είχαν φτάσει τα Χριστούγεννα και είχαμε επιστρέψει στην πόλη μας, για διακοπές. Ώσπου συνέβη το παράδοξο, έλαβα μήνυμα από εκείνον… Μου έγραψε πως με σκέφτεται διαρκώς όλον αυτόν τον καιρό, πως είναι ερωτευμένος μαζί μου από το σχολείο και θα ήθελε να με δει. Θα περνούσε να με πάρει με το αυτοκίνητο το απόγευμα. Ένιωθα πως ζω ένα όνειρο…

Άρχισα να ψάχνω τι να φορέσω για να τον εντυπωσιάσω, ώσπου έφτασε επιτέλους το απόγευμα. Ήρθε από το σπίτι μου με το αυτοκίνητο. Καλοντυμένος και χαμογελαστός με χαιρέτησε και ξεκινήσαμε να πάμε σε κάποιο μέρος «έκπληξη» της επιλογής του. Η διαδρομή μου φαινόταν περίεργη, βγαίναμε όλο και πιο έξω από την πόλη, αλλά τον εμπιστευόμουν, πιστεύοντας πως υπάρχει κάποιο όμορφο μέρος, το οποίο δε γνωρίζω. Οδηγούσε για περίπου μισή ώρα, ώσπου σκοτείνιασε και άρχισε να βρέχει πολύ. Σταμάτησε το αυτοκίνητο σε μια ερημιά.
«Που είμαστε;» τον ρώτησα απορημένη. «Σε έφερα στην ερημιά για να σε φιλήσω, σε θέλω πολύ» μου είπε κοιτάζοντάς με στα μάτια. «Κι εγώ σε ερωτεύτηκα, από την πρώτη στιγμή που σε είδα» του απάντησα όλο χαρά. Ξαφνικά άρχισε να γελάει, λέγοντας: «Η παράσταση τελείωσε μπάζο! Πώς πίστευες ότι θα σε πρόσεχα ποτέ; Η φίλη σου μου είπε για τον έρωτά σου και κανονίσαμε αυτό το παιχνιδάκι, για να γελάσουμε λίγο. Μπορείς να κατέβεις…». Άνοιξε την πόρτα και αρπάζοντας το κινητό μου από τα χέρια μου, το πέταξε με φόρα στο έδαφος. Τα μάτια μου είχαν γεμίσει δάκρυα. Με έσπρωξε έξω από το αυτοκίνητο και καθώς έκλαιγα, άρχισε να με βγάζει φωτογραφίες γελώντας κι έπειτα… έφυγε…

Είχε νυχτώσει κι έβρεχε πολύ… Έμοιαζε σαν τα συναισθήματά μου να είχαν συγχρονιστεί με τον καιρό. Κοιτούσα πανικόβλητη τριγύρω, μα δεν υπήρχε τίποτε, μονάχα δέντρα. Την προσοχή μου τράβηξαν μερικές πατημασιές πάνω στο βρεγμένο χώμα. Ήταν η μόνη ένδειξη ζωής στην περιοχή. Μια ένδειξη ζωής που εκπροσωπούσε έναν ακόμη ενδεχόμενο κίνδυνο ή την σωτηρία μου από τους κινδύνους που ελλόχευαν στο δάσος, τη νύχτα. Ίσως να οδηγούσαν σε κάποιο απόμερο σπιτάκι μιας οικογένειας που θα μου πρόσφερε φιλοξενία για ένα βράδυ, καθώς και κάποια τηλεφωνική συσκευή για να επικοινωνήσω με τους δικούς μου. Μα, υπήρχε πιθανότητα, να είναι και κάποιος γνωστός του που μου είχε στήσει αυτή την παγίδα για να μου επιτεθεί. Το μέγεθος των βημάτων ήταν αρκετά μεγάλο, ανήκαν κατά πάσα πιθανότητα σε άντρα. Αν δεν ακολουθούσα τα ίχνη, δε μάθαινα ποτέ τίποτα παραπάνω… Πήρα έτσι αυτό το ρίσκο, μη έχοντας κάποια άλλη επιλογή. Άρχισα να διασχίζω το βρεγμένο χώμα, μέχρι που τελείωσαν οι πατημασιές. Έφτασα σε ένα μονοπάτι καλυμμένο από δέντρα, μα στο βάθος μπορούσα να δω ένα τσιμεντένιο μονοπάτι, που οδηγούσε σε ένα μικρό σπιτάκι.

Πέρασα προσεκτικά μέσα από τα δέντρα ώστε να μην χτυπήσω, έπειτα διένυσα το μονοπάτι και βρέθηκα στο κατώφλι του σπιτιού. Πριν χτυπήσω την πόρτα, το παρατήρησα προσεκτικά. Ήταν όμορφο, φτιαγμένο από πέτρα, αλλά αρκετά μικρό, για να μένει μέσα ολόκληρη οικογένεια. Πήρα το θάρρος και χτύπησα… Μου άνοιξε την πόρτα ένας νεαρός. Μου χαμογέλασε, αλλά έμοιαζε φοβισμένος:
-Τι θα ήθελες;
-Έχω χαθεί. Θα μπορούσα να κάνω ένα τηλεφώνημα να έρθει να με πάρει κάποιος δικός μου;
-Ναι, φυσικά.

Μου έδωσε έπειτα το τηλέφωνο, αλλά καθώς πληκτρολογούσα τον αριθμό, διαπίστωσα πως δεν είχε σήμα και του το είπα αγχωμένα.
-Μην φοβάσαι. Μπορείς να περάσεις μέσα, μέχρι να σταματήσει η κακοκαιρία. Είναι επικίνδυνο να περιπλανιέσαι στο δάσος μόνη σου νύχτα, ειδικά με τέτοιο καιρό. μου είπε με ύφος απόλυτο.

Τον ευχαρίστησα και πέρασα μέσα. Κάθισα στον καναπέ και μου άναψε μία σόμπα να ζεσταθώ, μιας και είχα γίνει μούσκεμα και με είχε πιάσει τρεμούλα από το κρύο. Μου έφτιαξε ένα φλυτζάνι τσάι και αφού μου το πρόσφερε, κάθισε δίπλα μου. Πέρασαν μερικά λεπτά σιωπής ώσπου μου απηύθυνε τον λόγο.
-Εάν δεν γίνομαι αδιάκριτος, θα μπορούσα να ρωτήσω τι σε φέρνει εδώ; Είναι περιοχή που δεν γνωρίζει πολύς κόσμος και δεν υπάρχουν μαγαζιά ή άλλα σπίτια κοντά.
-Με άφησε με το αυτοκίνητο, ένας γνωστός μου, γιατί τσακωθήκαμε. Ήταν στο δρόμο μας αυτό το μέρος…
Του απάντησα ντροπαλά. Φάνηκε αρκετά οργισμένος, όταν το άκουσε.
-Μα αυτό είναι απάνθρωπο! Να σε παρατήσει αβοήθητη στην ερημιά και με τόσο κρύο και κακοκαιρία. Θα μπορούσε να σου συμβεί το οτιδήποτε!
-Αυτό είναι η αλήθεια… ψέλλισα καταβάλλοντας υπερπροσπάθεια ώστε να συγκρατήσω τα δάκρυά μου.
-Εσύ μένεις μόνιμα εδώ;
-Ναι, εδώ και ένα χρόνο περίπου. Το σπίτι το έφτιαξα μόνος μου από πέτρα. Έχοντας βιώσει μία αρκετά άσχημη περίοδο, ήθελα να απομονωθώ και να δημιουργήσω ένα σπίτι μόνος μου. Η δουλειά μου, μου δίνει δυνατότητα τηλεργασίας, οπότε μπόρεσα να κάνω αυτό το εγχείρημα χωρίς δημιουργήσω κάποιο πρόβλημα, σε αυτόν τον τομέα.
-Και ζεις ολομόναχος εδώ;
-Ναι. Έχω απομονωθεί από όλους και απ’ όλα αυτό το διάστημα, το είχα ανάγκη. Είναι μοναχικά σίγουρα, αλλά καλύτερα από το να περιβάλλεσαι από σκάρτους ανθρώπους. Κάποια στιγμή σίγουρα θα γυρίσω πίσω, αλλά αυτό θα γίνει όταν νιώσω έτοιμος για μια καινούρια σελίδα στη ζωή μου. Εσένα πως είναι η ζωή σου;

Εκείνη ήταν η στιγμή που αφέθηκα και άρχισα να του διηγούμαι με ειλικρίνεια την ιστορία μου. Την ιστορία για την προδοσία από τη φίλη μου και για το αγόρι που ερωτεύτηκα και με χρησιμοποίησε για να γελάσει με την παρέα του παρατώντας με στην ερημιά, για να χλευάσουν την κατάντια μου. Για αυτόν που μου διέλυσε το κινητό πριν με παρατήσει, ώστε να είμαι ολοκληρωτικά αβοήθητη και να κινδυνεύει κυριολεκτικά η ζωή μου. Καθώς τα έλεγα όλα αυτά, άρχισαν να απελευθερώνονται ατελείωτα δάκρυα από τα μάγουλά μου, νιώθοντας παράλληλα μία λύτρωση που τα έβγαλα από μέσα μου. Με άκουγε με προσοχή. Μου είπε πως με καταλαβαίνει, μα και να μην το έλεγε, φαινόταν από το ζεστό του βλέμμα. Μου μίλησε τότε κι αυτός για την δική του ιστορία. Για την κοπέλα του, που διατηρούσε παράλληλη σχέση με τον καλύτερό του φίλο και το έμαθε από τρίτους, που τους είδαν μαζί και μάλιστα την περίοδο που ετοιμαζόταν να της κάνει πρόταση γάμου.

Συνεχίζεται…

Ιωάννα Χαντζαρά

One response to “Βρεγμένο χώμα (Μέρος 1ο)”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading