Είχαμε δύο ιστορίες τελείως διαφορετικές, μα μας είχαν αφήσει κοινά συναισθήματα προδοσίας και απογοήτευσης… Όπως φαίνεται είχαμε χάσει και οι δύο την εμπιστοσύνη μας στους ανθρώπους, μα παραδόξως αρχίσαμε να ανοιγόμαστε ο ένας στον άλλο και να μοιραζόμαστε κομμάτια της αλήθειας μας. Τα μάτια του εξέπεμπαν μία ζεστασιά που έφτανε μέχρι την καρδιά μου, λιώνοντας ένα κομμάτι του πάγου, που είχε τοποθετηθεί γύρω της σαν περίβλημα. Ίσως ένιωθε κι εκείνος το ίδιο και αυτή η αίσθηση του επέτρεψε να μου εκμυστηρευτεί αυτές τις λεπτομέρειες για τη ζωή του.
Μου είπε πως αυτό το μέρος δεν το γνωρίζουν πολλοί και γι’ αυτό φοβήθηκε όταν με είδε. Το είχε μάθει από τους γονείς του, που πήγαιναν εκεί όταν ήταν μικροί αυτός και ο αδερφός του για αποκέντρωση. Διανυκτέρευαν σε σκηνές αρκετά βράδια. Είναι περίεργοι, ιδιόρρυθμοι άνθρωποι, έτσι τους έκανε καλό πού και πού να απομονώνονται, κάνοντας μία αποτοξίνωση απ’ όλους και απ’ όλα. Τους είχε μοιάσει σε αυτό, όπως και στην τάση τους να εμβαθύνουν τα πράγματα. Μου είπε με παράπονο, ότι ο μικρός του αδερφός, είναι μια τελείως ρηχή προσωπικότητα, που η μόνη του απασχόληση είναι να μειώνει τους άλλους χλευάζοντας τα ψεγάδια τους, γι’ αυτό και πάντοτε ήταν ασταθής στις διαπροσωπικές του σχέσεις. Παρ’ όλα αυτά δεν ξέμενε ποτέ από παρέες, καθώς τα περισσότερα νέα παιδιά παρασύρονται από άτομα που παριστάνουν τα σπουδαία και αρέσκονται στο κουτσομπολιό. Δεν είχε καθόλου σχέση μαζί του, καθώς είναι κατά όλης αυτής της νοοτροπίας και από το λίγο που με γνώρισε, ήταν βέβαιος πως το ίδιο ίσχυε και για μένα είπε και του το επιβεβαίωσα.
Τον ρώτησα έπειτα, αν γνωρίζει άτομα που συχνάζουν στην περιοχή, από το διάστημα που μένει εδώ ή από την εποχή που ερχόταν μικρός με τους γονείς του, υποψιασμένη πως μπορεί να γνωρίζει τον θύτη μου. Μου είπε πως υπήρχαν άλλες δύο οικογένειες με παιδιά περίπου στην ηλικία του αδερφού του, οι οποίες έρχονταν με σκηνές όταν ήταν μικρός και είχαν γνωριστεί, αλλά το διάστημα της διαμονής του ήμουν το πρώτο άτομο που επισκέπτεται την περιοχή. Με ρώτησε την ηλικία μου κι όταν του αποκρίθηκα πως είμαι 18, μου είπε πως έχω την ίδια ηλικία με αυτά τα παιδιά. Σίγουρη πια, του είπα το όνομα του αγοριού που με παράτησε:
-Δεν το πιστεύω! Αυτό είναι το όνομα του αδερφού μου! Τον είχα ικανό για πολλά, αλλά όχι και για να χρησιμοποιήσει το αγαπημένο μέρος των γονιών μας για μία τέτοια αισχρή, χαιρέκακη πράξη! Το λιγότερο που μπορώ να κάνω είναι να σου ζητήσω συγγνώμη εκ μέρους του. Κάποτε, θα τον τιμωρήσει η ίδια η ζωή για τις πράξεις του.
– Δεν χρειάζεται να ζητήσεις συγγνώμη… Όπως είπες κι εσύ νωρίτερα, είστε δύο τελείως διαφορετικοί χαρακτήρες. Από το λίγο που μιλήσαμε, κατάλαβα τι άνθρωπος είσαι. Στενοχωρήθηκα πολύ βέβαια με αυτό που μου έκανε ο αδερφός σου, αλλά με το χρόνο θα το ξεπεράσω… Η συνάντηση μαζί σου με έσωσε πάντως. Φαντάσου να μη σε έβρισκα, θα περιπλανιόμουν μόνη όλη τη νύχτα στο δάσος, με κίνδυνο της ζωής μου. Επίσης… ο διάλογός μας, είναι ακριβώς αυτό που χρειάζομαι μετά από όλα αυτά… Με βοήθησες να ξεχαστώ… Αν μου έδινες κατευθείαν το τηλέφωνο κι ερχόταν οι γονείς μου, θα έπρεπε να υποστώ την ολονύκτια ανάκρισή τους, ούσα ήδη ταραγμένη από όλα αυτά. Θα έχουν αγχωθεί πολύ σίγουρα, αλλά το πρωί θα είμαι πιο ήρεμη και θα τους εξηγήσω. Δε θα τους πω την αλήθεια βέβαια, ντρέπομαι… Θα βρω κάποια δικαιολογία.
-Πες τους ότι έμεινες σε κάποια φίλη σου, αλλά λόγω κακοκαιρίας δεν είχε σήμα το κινητό να τους ειδοποιήσεις. Θα σε πάω εγώ στον κοντινότερο σταθμό λεωφορείου για το σπίτι σου, ώστε να φανεί πειστικό. Θα θυμώσουν σίγουρα που τους υπέβαλλες σε τέτοια αναστάτωση, αλλά σίγουρα είναι καλύτερα από το να μάθουν την αλήθεια και να στενοχωρηθούν για όλο αυτό που πέρασες.
– Έχεις δίκιο, αυτό θα κάνω. Σε ευχαριστώ, αλήθεια… Για όλα.
Αρχίσαμε να μιλάμε τότε για εμάς, ώστε να γνωριστούμε καλύτερα. Συζητήσαμε για τα αγαπημένα μας μέρη, τα αγαπημένα μας βιβλία, αυτά που αγαπάμε και αυτά που απεχθανόμαστε στους ανθρώπους. Μοιραστήκαμε στόχους και όνειρα, απογοητεύσεις και μικρές νίκες που βιώσαμε τα τελευταία χρόνια. Ήταν η πρώτη φορά που γνώριζα κάποιον με τον οποίο είχαμε τόσα κοινά στον τρόπο που σκεφτόμαστε. Μιλούσαμε μέχρι το πρωί και όταν ξημέρωσε με πήγε στη στάση του λεωφορείου, όπως μου υποσχέθηκε. Ανταλλάξαμε τηλέφωνο και ομόφωνα είπαμε πως θα τα ξαναπούμε. Περίμενε μαζί μου μέχρι να έρθει το λεωφορείο και φεύγοντας μου είπε πως ίσως γίνω ο λόγος, για τον οποίο θα αρχίσει να έρχεται ξανά στην πόλη. Ξεκίνησα τη διαδρομή τότε, γεμάτη ελπίδα με την εσωτερική μου φωνή, να ψιθυρίζει πως τα θαύματα έρχονται εκεί που δεν τα περιμένεις…
Συνεχίζεται…
Ιωάννα Χαντζαρά

One response to “Βρεγμένο χώμα (Μέρος 2ο)”
[…] Προηγούμενο […]