[Σημείωση: Το κείμενο αποτελεί (αλλά όχι απευθείας) συνέχεια του «Ο δαίμονας της Νίκης» (https://thebluez.gr/2021/09/
Επίσης, το κείμενο προέρχεται από ανάθεση της Κικής Γιοβανοπούλου, του τραγουδιού «Bring me to life» (https://www.youtube.com/
Ξυπνάει από τα επίμονα χτυπήματα στην πόρτα και το κουδούνι και όχι επειδή είχε ξημερώσει. Ανοίγει τα κάποτε αμυγδαλωτά του μάτια στο πάλαι ποτέ παιδικό, αλλά πλέον σχεδόν απόλυτα σκοτεινό υπνοδωμάτιο του διαμερίσματός του. Ρουθουνίζει από την ένταση που καταλαμβάνει τον εγκέφαλό του, από τον θυμό που νιώθει μες στο κρανίο του. Γιατί μαζί με το θνητό, σαραντατετράχρονο σώμα του, έχουν ξυπνήσει απότομα και Εκείνοι. Και όπως ο ίδιος, δεν είναι χαρούμενοι.
Ο Ραφαήλ ανασηκώνεται μορφάζοντας, καθώς οι πρόσφατες πληγές του τον τυραννούν, φοράει τις παντόφλες και ρίχνει πάνω του τη ρόμπα του. Ακούει, εκτός από τα χτυπήματα και τις φωνές κάποιων, ενός άντρα και μιας γυναίκας. Τον καλούν, φωνάζοντας το όνομά του.
«Κύριε Ραφαήλ!» λένε. «Σας παρακαλώ, ανοίξτε! Είναι επείγον!» Το επαναλαμβάνουν, μια ο ένας και μια η άλλη, σαν να τραγουδάνε ντουέτο το καινούριο τους single.
Εκείνοι δεν θέλουν να ανοίξει την πόρτα, αλλά να πέσει και να κοιμηθεί ξανά, γιατί το κορμί το οποίο κυριαρχούν έχει συγκεκριμένες αντοχές, που μειώνονται με την πάροδο των χρόνων. Τις προηγούμενες πέντε μέρες διέσχισε σχεδόν όλη την Ευρώπη, για υποθέσεις που ανέλαβε. Δύσκολες περιπτώσεις, επικίνδυνες, ως συνήθως. Τις έφερε εις πέρας, βέβαια, αλλά όταν επέστρεψε στην πιο γνώριμη για αυτόν γωνιά αυτού του κόσμου, στο ταπεινό διαμέρισμα Γ2 που βρίσκεται στο Χαλάνδρι, είχε πολλά τραύματα στο στήθος, στην κοιλιά, την πλάτη, αλλά και το πρόσωπο. Είχε μώλωπες σαν μουτζούρες και μια χαρακιά στο μάγουλο, ενώ είχε χάσει και ένα δόντι. Οι γιατροί (ένας παθολόγος και ο οδοντίατρός του) που τον εξέτασαν και φρόντισαν τις πληγές του, του είπαν ότι πρέπει να ξεκουραστεί. Τους το υποσχέθηκε και είχε όντως σκοπό να το πράξει -δεν έχει μπει καθόλου και στην ιστοσελίδα CSY, για να δει αν έχει ειδοποιήσεις από υποψήφιους πελάτες-, αλλά κάποιοι αποφάσισαν να χαλάσουν την ησυχία του.
«Τώρα, τώρα!» φωνάζει, ενώ παίρνει από το κομοδίνο δίπλα από το κρεβάτι του το κουτί με τα παυσίπονα και το ποτήρι με το νερό. Καθώς παίρνει τη δόση του, σκέφτεται Μάλλον, έπρεπε να κολλήσω ένα χαρτί έξω από την πόρτα, που να λέει ΕΝΟΙΚΟΣ ΜΗ ΔΙΑΘΕΣΙΜΟΣ! ΜΗΝ ΕΝΟΧΛΕΙΤΕ! ΔΙΑΤΑΓΗ ΓΙΑΤΡΩΝ! Χαμογελάει, αλλά όχι για πολύ, γιατί ένα δόντι μπορεί να λείπει, μα αφήνει πίσω του μια μικρή καταστροφή.
Κοιτάζει το ρολόι του κινητού του: τρεις τα ξημερώματα. Witching hour, σκέφτεται. Η ώρα που, βάσει δυτικής λαογραφίας, βγαίνουν τα φαντάσματα, οι μάγισσες και όλα τα άλλα «καλά πνεύματα» και είναι μάλιστα στην πιο δυνατή τους στιγμή. Στην κορύφωση της ύπαρξής τους. Τέλεια!
Καθώς προχωράει μέχρι την πόρτα του διαμερίσματος, περνάει έξω από την αποθήκη, όπου φυλάει τα καταραμένα αντικείμενα που μαζεύει από πολλές από τις περιπτώσεις που αναλαμβάνει. Αφουγκράζεται, αποξενώνοντας τους εξωτερικούς ήχους. Αγγίζει την πόρτα. Είναι ήσυχα εκεί μέσα, αλλά μόνο για κάποιο άτομο που δεν ξέρει. Πίσω από αυτή την πόρτα, κρύβεται ένας ολόκληρος αόρατος κόσμος, που έχει εισβάλλει από την Κόλαση και ο οποίος αυξάνεται συχνά πυκνά. Ευτυχώς, οι κάτοικοί του, οι προσκεκλημένοι του, είναι φυλακισμένοι, με προστατευτικά σύμβολα και βότανα να τους κρατάνε μακριά από τους ανθρώπους.
«Κύριε Ραφαήλ! Σας παρακαλώ!» ακούγονται ο άντρας και η γυναίκα.
«Ναι, ναι, τώρα, έρχομαι» τους απαντάει με αγανάκτηση.
Αφού σιγουρεύεται ότι δεν θα βγει τίποτα από την αποθήκη, συνεχίζει την πορεία του. Ανοίγει το φως του σαλονιού/κουζίνας και βγάζει από την τσέπη της ρόμπας του τα κλειδιά του. Πριν ξεκλειδώσει, μυρίζει τον αέρα του διαμερίσματος και ρίχνει μια γρήγορη ματιά στα έπιπλα. Συνειδητοποιεί τι κάνει και χαμογελάει ξανά, περισσότερο μέσα στο κεφάλι του όμως. Πάει πολύς καιρός, χρόνια ολόκληρα, που έχουν περάσει από τότε που κάποιος χτύπησε την πόρτα ή το κουδούνι του διαμερίσματός του. Έκτοτε δεν έχει ενδιαφερθεί ιδιαίτερα για την εικόνα του. Το καθαρίζει βέβαια κάθε εβδομάδα, εκτός από τις φορές που λείπει για καιρό, οπότε αναγκαστικά το αναλαμβάνει όταν επιστρέψει. Τώρα βλέπει ότι, παρά το γεγονός πως δεν είχε ασχοληθεί με την καθαριότητα για μια εβδομάδα περίπου, εκ πρώτης όψεως στο διαμέρισμα δεν υπάρχει πολλή σκόνη ή πεταμένα ρούχα ή κάτι άλλο που να προκαλέσει κακή εντύπωση…
«Κύριε!»
Ο Ραφαήλ νιώθει μια σφήνα να καρφώνεται στο μυαλό του και παραλίγο να βρίσει τον άντρα που στέκεται έξω από το σπίτι του, ούτε ένα μέτρο μακριά του. Εκείνοι προκάλεσαν αυτό τον πόνο, αντιδρώντας στο ενδεχόμενο να μπουν μέσα -πόσω μάλλον, να μείνουν κιόλας- αυτοί οι θνητοί που τους είχαν ξυπνήσει μέσα. Ουσιαστικά, λένε στον Ραφαήλ να τους διώξει.
Αυτός υπόσχεται να μην αφήσει κανέναν να μπει και ξεκλειδώνει και ανοίγει μια σπιθαμή την πόρτα.
Απ’ έξω στέκονται τέσσερις άνθρωποι και όχι δύο, όπως νόμισε αρχικά, ενώ άλλοι ένοικοι έχουν βγει και στέκονται έξω από τα διαμερίσματά τους ή περιφέρονται πιο πέρα στο διάδρομο. Αυτοί που στέκονται πιο κοντά, δύο άντρες γύρω στα πενήντα και δύο γυναίκες περίπου στην ίδια ηλικία με τους άντρες, είναι ντυμένοι με τις πιτζάμες τους και με πρόσωπα αναμαλλιασμένα, που έχουν κλάψει. Ο Ραφαήλ τους αναγνωρίζει, είναι ζευγάρια ενοίκων της πολυκατοικίας. Δεν τους ξέρει προσωπικά, απλά τους έχει δει και περιστασιακά λένε ένα γεια. Πιο πολύ έχει δει αυτούς που στέκονται σε απόσταση αναπνοής από τον ίδιο, τον γκριζομάλλη με τα γυαλιά και την γυναίκα του με τα βαμμένα ξανθά μαλλιά, ένα αρκετά ευκατάστατο ζευγάρι, και οι οποίοι προφανώς χτυπούσαν την πόρτα και το κουδούνι του και του φώναζαν. «Παρακαλώ;» τους λέει.
«Γεια σας, κύριε Ραφαήλ» λέει σε πιο ήπιο τόνο απ’ ό,τι πριν η γυναίκα που στέκεται μαζί με τον άντρα της μπροστά από το άλλο ζευγάρι. «Συγνώμη για την ενόχληση, δεν θέλαμε να σας ξυπνήσουμε τέτοια ώρα, αλλά συμβαίνει κάτι πολύ άσχημο… κάτι…» Η φωνή της γυναίκας σπάει και εκείνη καλύπτει το πρόσωπό της.
«Η κόρη μας» αναλαμβάνει να συνεχίσει ο άντρας «η Κατερίνα μας και ο γιος τους» δείχνει το ζευγάρι πίσω τους «έχουν κάποιο πρόβλημα, κύριε. Δεν ξέρουμε τι, αλλά έχει αλλάξει το σώμα τους, έχουν πάρει κιλά και πολύ ύψος, γίνονται επιθετικοί, βρίζουν, κοντεύουν να μας βγάλουν τα μάτια…». Σταματάει και αυτός, για να σκουπίσει τα δάκρυά του. «Με το ζόρι τούς κρατάμε δεμένους και φιμωμένους».
«Έχουμε και εμείς δέσει και φιμώσει τον Κώστα, τον γιο μας» πετάγεται η γυναίκα του άλλου ζευγαριού, η οποία στέκεται χάρη στην μαγκούρα της. «Στο κρεβάτι του τον έχουμε. Κάνει σαν…» Κουνάει το χέρι της άτακτα. «Σαν…». Ο άντρας της, που είναι πιο κοντός από εκείνη, τη βαστάει, με την αγωνία να κατατρέχει και το δικό του πρόσωπο, αλλά δεν μιλάει.
Δε χρειάζεται, όμως.
Ο Ραφαήλ καταλαβαίνει ότι κανένας τους δεν θέλει να ξεστομίσει τις δύο υποψήφιες λέξεις που περιγράφουν την κατάσταση των παιδιών: ψυχική πάθηση ή δαιμονισμός. Στο μυαλό των περισσοτέρων, είναι το ίδιο πράγμα, απλά από διαφορετική οπτική, όμως ο ίδιος, όντας σύμβουλος σε θέματα ψυχικής και πνευματικής υγείας, ξέρει ότι δεν ισχύει. «Έχετε καλέσει κάποιον;» ρωτάει. «Ασθενοφόρα, αστυνομία;»
«Όχι» απαντάει ο γκριζομάλλης. «Οι άλλοι ένοικοι του δεύτερου ορόφου που μένουμε εμείς και του τέταρτου ορόφου που μένουν οι άλλοι, θέλουν να πάρουμε τηλέφωνο, γιατί αναστατώθηκαν από τις φωνές. Εδώ δεν ακούγονται, δεν ακούγονταν δηλαδή, γιατί, ξέρετε, έχουμε φιμώσει την κόρη μας και εκείνοι τον γιο τους. Αλλά μας απείλησαν πως θα το κάνουν οι ίδιοι, αν δεν κάνουμε εμείς κάτι».
«Κατάλαβα».
«Σας παρακαλώ, κύριε» λέει η ξανθιά και πιάνει απαλά το χέρι του. Τον κοιτάει κατάματα, αδιαφορώντας για το πώς δείχνει.
Ο Ραφαήλ ανοίγει κι άλλο την πόρτα. «Κάντε λίγο πίσω, σας παρακαλώ» τους λέει με χαμόγελο. Ο πονοκέφαλος ήδη περιορίζεται. Εκείνοι ετοιμάζονται για τον επόμενο δαίμονα που θα συλλάβουν. Για τους επόμενους, υποθέτει ο Ραφαήλ, γιατί έχουμε δύο περιπτώσεις. Σκέφτεται ότι είναι με τις πιτζάμες και τη ρόμπα του, αλλά, κρίνοντας από το πρόσωπο του καθενός εκ των γονιών, αλλά και από την κινητικότητα (και τις απειλές) των άλλων ενοίκων, κρίνει ότι πρέπει να βιαστεί και πως μικρή σημασία έχει η εμφάνισή του.
Έτσι, κλείνει την πόρτα, αλλά δεν την κλειδώνει αμέσως. Στρέφεται προς τους άλλους. «Πριν πάμε…» κάνει να πει.
«Ναι, αλλά ελάτε πρώτα σε εμάς» πετάγεται η γυναίκα με την μαγκούρα. «Ο γιος μου είναι πολύ άσχημα και είστε πιο κοντά…»
«Όχι» λέει η άλλη μητέρα «ελάτε σε εμάς. Οι γυναίκες προηγούνται και η κόρη μου…»
«Όχι!»
«Ελάτε…»
«Κύριε!»
«Όχι, εμείς…»
«Ησυχία!» λέει ο Ραφαήλ, σηκώνοντας τα χέρια του, σαν να παραδινόταν. «Παρακαλώ, ας προσπαθήσουμε να διατηρήσουμε την ψυχραιμία μας. Για το καλό όλων, μα ιδιαίτερα των παιδιών, τι λέτε;» Χαμογελάει συγκρατημένα.
Οι άλλοι σταδιακά ηρεμούν, αλλά το ένα ζευγάρι δεν καταδέχεται να κοιτάξει το άλλο.
Τότε είναι που ο Ραφαήλ καταλαβαίνει κάτι ακόμα. Δε χρειάζεται να του το πουν η Αηζέν Μίο Ο ή ο Γκέντε ή άλλοι δαίμονες της λαγνείας και του έρωτα, καθότι τα πρόσωπα των τεσσάρων ανθρώπων απέναντί του και ο τρόπος που μιλούσαν του λένε ό,τι χρειάζεται να ξέρει. Το αγόρι και το κορίτσι που έχουν καταληφθεί από δαιμόνιο ή που έχουν αναπτύξει κάποια ψυχικής φύσεως πάθηση έχουν κάποια σχέση μεταξύ τους, έναν δεσμό, έχουν ερωτευθεί. Γεγονός που δεν εγκρίνουν οι γονείς.
«Ακούστε με» λέει «για να καταλάβω ποια από τις περιπτώσεις δύο επείγει περισσότερο, πρέπει να θυμηθείτε πότε ξεκίνησαν τα συμπτώματα. Μπορείτε να θυμηθείτε;»
Ο πατέρας του Κώστα, που δεν έχει μιλήσει ακόμα, λέει «Τι σημασία έχει; Και οι δύο χρειάζονται βοήθεια».
«Ναι, αλλά δεν μπορώ να είμαι σε δύο μέρη ταυτόχρονα» εξηγεί ο Ραφαήλ, βάζοντας όση καλή διάθεση έχει, για να μην αρχίσει να φωνάζει. «Αναγκαστικά, θα πρέπει να σπεύσω στο ένα εκ των δύο παιδιών πρώτα, σε αυτό που πιθανώς χρειάζεται πιο άμεσα βοήθεια».
Ο άλλος δεν μιλάει για λίγο.
Όταν αρχίζουν να μιλάνε οι γονείς, ακολουθεί ένα κουβάρι από υποθέσεις και ερωτήσεις, από γεγονότα και ενέργειες. Οι γονείς του λένε ό,τι ξέρουν πραγματικά και ο Ραφαήλ προσπαθεί να ξεδιαλύνει την κατάσταση. Βέβαια, έχει κατά νου ότι η ώρα περνάει και πως καθυστερούν να επέμβουν, αλλά θέλει να δώσει χρόνο και ευκαιρία σε όλους τους, για να μιλήσουν και να φύγει λίγη από την ένταση που νιώθουν –γιατί διαφορετικά, δεν θα μπορέσουν να συνεργαστούν. Ήδη τα δύο ζευγάρια έχουν μια αντιπαλότητα μεταξύ τους και αυτή πρέπει κάπως να φύγει από την μέση, έστω και προσωρινά.
Κάποια στιγμή και αφού οι δαίμονές του τον πιέζουν, ο Ραφαήλ συμπεραίνει ότι πρέπει να πάει πρώτα στην μικρή, στην Κατερίνα. Γιατί οι γονείς της μόλις έχουν πει κάτι που τον ταρακουνάει. Τα Χριστούγεννα, όπως συνήθιζαν κάθε χρόνο, είχαν πάει ταξίδι σε μια χώρα της Λατινικής Αμερικής, αυτή τη φορά στο Σουρινάμ, όπου, εκτός από την ζέστη και τα αξιοθέατα, είχαν παραβρεθεί σε μια τελετή ντόπιων χωρικών για εξαγνισμό από μια διαβολική μορφή που λέγανε ότι έχει καταλάβει έναν νεαρό. «Αζεπάν» λέει ο γκριζομάλλης πατέρας της Κατερίνας. «Κάπως έτσι το είπαν. Αζεχάν, Αζελάν… Δεν θυμάμαι ακριβώς».
«Ούτε εγώ είμαι σίγουρη» είπε η σύζυγός του. «Μόνο ότι είναι, και καλά, ένα βαμπίρ, ένας βρικόλακας».
«Αζεμάν» ψελλίζει ο Ραφαήλ, τρίβοντας την χαρακιά που είχε αποκτήσει, καθότι του προκαλεί φαγούρα. Αλήθεια; Θα αναλάβω να αντιμετωπίσω έναν βρικόλακα; Αλλά μετά σκέφτεται ότι πριν λίγα χρόνια είχε αναλάβει την υπόθεση της εγκυμονούσας Νίκης, στο Λεβίδι, όπου είχε αντιμετωπίσει δύο μυθικές οντότητες της Αρκαδίας, το Κόκκινο Παιδί και… καλικάντζαρους.
«Ναι, σωστά».
«Να σας ρωτήσω, η Κατερίνα μετράει ό,τι βρίσκει; Σκουπίδια, φαγητό ή άλλα αντικείμενα;»
«Ναι, κύριε».
«Αυτό το έκανε παλιά;»
«Όχι, κύριε, όχι. Τις τελευταίες μέρες το κάνει. Και είναι εκνευριστικό και την κρατάει μακριά από τα μαθήματά της, γιατί σταματάει ό,τι άλλο κάνει, απλά για να μετρήσει ό,τι… ό,τι της τραβήξει την προσοχή. Από φασόλια που χύθηκαν κατά λάθος μέχρι πόσες ρίγες έχει μια τίγρη που είδε στο Ίντερνετ. Και το σώμα της, μέσα σε λίγες μέρες… έχει… αλλάξει, έχει σχεδόν παραμορφωθεί… Δεν ξέρω πώς να το πω».
«Εντάξει, κατάλαβα». Ο Ραφαήλ γυρίζει και απευθύνεται στους γονείς του Κώστα: «Ακούστε με και κάντε ό,τι σας πω, όσο παράξενο ή ανόητο κι αν σας φανεί, εντάξει;»
«Γιατί, δεν θα έρθετε;» ρωτάει θιγμένη η μητέρα του αγοριού. «Έχει και ο Κώστας μου αυτή την κακιά συνήθεια, να μετράει τα πάντα. Και δεν την είχε, ποτέ πριν. Πρέπει να την κόλλησε από αυτήν».
«Θα έρθω, φυσικά και θα έρθω να δω τον Κώστα» τη διαβεβαιώνει ο Ραφαήλ, προτού εκείνη πει κάτι που θα τσαντίσει τους γονείς της κοπέλας. «Αλλά αν ισχύει αυτό που πιστεύω, τότε πρέπει να κάνουμε κάτι πρώτα για την Κατερίνα. Ο Κώστας δεν έχει… αρρωστήσει πολύ, ακόμα».
«Μα…»
«Σας παρακαλώ, έχουμε χάσει ήδη πολύ χρόνο. Πρέπει να βοηθήσουμε τα παιδιά, και τα δύο. Μπορούμε να τα βοηθήσουμε, σας διαβεβαιώνω για αυτό. Αλλά πρέπει να γίνει άμεσα. Ή μήπως προτιμάτε να τα κλείσουν σε κάνα ίδρυμα, σε κάποια ψυχιατρική πτέρυγα;». Όπως το περιμένει, η πιθανότητα να τους πάρουν τα παιδιά τους θορυβεί τα ζευγάρια, που αμέσως γίνονται πρόθυμα να κάνουν ό,τι τους πει.
Λέει στους γονείς του Κώστα τι να κάνουν και τους το επαναλαμβάνει το επόμενο δευτερόλεπτο, γιατί τον κοιτάνε με απορημένο ύφος (Είσαι σίγουρα ειδικός;). Τους διώχνει, λέγοντας και πάλι ότι θα έρθει να δει τον γιο τους, και, αφού κλειδώσει το διαμέρισμά του, μαζί με τους γονείς της Κατερίνας περνάνε από τους άλλους ενοίκους του τρίτου ορόφου, μην απαντώντας στις ερωτήσεις τους, και κατεβαίνουν στον δεύτερο, όπου ο Ραφαήλ σπεύδει να καθησυχάσει τους εκνευρισμένους ανθρώπους που περιφέρονται και που είναι έτοιμοι να καλέσουν τις Αρχές. Τον ακούνε και κάπως ηρεμούν και μπαίνουν ξανά ο καθένας στο διαμέρισμά του, γιατί σχεδόν όλοι ξέρουν ποιος είναι και γνωρίζουν (εν μέρει) τι ειδικότητα έχει –και όσοι δεν ξέρουν το μαθαίνουν τώρα από τους άλλους.
Αφού κλείσουν την πόρτα του Β4 όπου μένουν, οι γονείς της Κατερίνας οδηγούν τον Ραφαήλ στο δωμάτιο της έφηβης. Δε δίνει μεγάλη σημασία στους υπόλοιπους χώρους, στα έπιπλα ή στα άλλα αντικείμενα που προσπερνούν, όμως προσέχει ότι δεν υπάρχουν θρησκευτικά σύμβολα ή άλλα σχετικά πράγματα. Ρωτάει τους γονείς και του επιβεβαιώνουν ότι «δεν είμαστε της θρησκείας».
«Γιατί, θεωρείτε ότι πρέπει να αρχίσουμε να πιστεύουμε σε φανταστικά πράγματα;» ρωτάει σχεδόν χαμογελώντας ο πατέρας. «Τώρα, στα πίσω-πίσω, να κάνουμε στην άκρη τις πεποιθήσεις μας; Δεν ξέρω εσείς τι νομίζετε, γιατί αυτά που είπατε στους γονείς του άλλου, ήταν πολύ… περίεργα, όμως εμείς δεν αλλάζουμε γνώμη».
«Απλά, σας ρώτησα, κύριε» του λέει ο Ραφαήλ, που βλέπει ότι η μητέρα μάλλον έχει αρχίσει να αλλάζει γνώμη, αφού δεν κάνει καμιά κίνηση ούτε μιλάει, για να στηρίξει τον άντρα της. «Για παν ενδεχόμενο. Για το τυπικό της υπόθεσης».
«Καλά».
Ο Ραφαήλ ακολουθεί τους γονείς που στέκονται έξω από το δωμάτιο της Κατερίνας. Από μέσα ακούγονται μουγκρητά από φιμωμένο άνθρωπο και τρίξιμο κρεβατιού. Ο χώρος είναι ζεστός και μυρίζει κάποιο αρωματικό. Η μητέρα πάει να ανοίξει, αλλά εκείνος την σταματάει. «Όχι, εσείς θα μείνετε εδώ. Εγώ θα μπω».
«Μα…»
«Περιμένετε εδώ. Και φέρτε αλάτι».
«Τι;» λέει ο πατέρας με απόγνωση. «Πάλι τα ίδια; Ό,τι είπατε στους άλλους, εκείνες οι παλαβομάρες…»
Ο Ραφαήλ, που αισθάνεται Εκείνους να σφίγγουν τον κλοιό στο μυαλό του, γυρίζει απότομα, περνάει δίπλα από την γυναίκα, πλησιάζει τον άντρα σε απόσταση εκατοστών και τον κοιτάζει με εκνευρισμένο ύφος. «Άκουσέ με, άνθρωπε» μιλάει με φωνή μισο-δική του και μισο-δική Τους «αρκετά άκουσα. Θέλεις να βοηθήσω την κόρη σου, ναι ή όχι;»
Ο άλλος έχει τρομάξει. Κοιτάζει τον Ραφαήλ σαν πληγωμένο κουτάβι. «Εγώ… εγώ δεν…»
«Ναι ή όχι;»
Ο πατέρας δεν μιλάει.
«Ναι ή όχι;»
«Ναι, ναι. Ναι, θέλω να… να τη… β-βο… βοηθήσεις».
«Ωραία» χαμογελάει ο Ραφαήλ. «Τότε πήγαινε να φέρεις το αλάτι. Σαν καλός σύζυγος που είσαι, σίγουρα θα ξέρεις πού το έχετε».
«Ναι, ναι, ξέρω, κύριε».
«Τέλεια. Πήγαινε».
«Εμ… κύριε;»
Ο Ραφαήλ δαγκώνει το κάτω χείλος του. «Τι;»
«Ποιο αλάτι θέλετε, το ψιλό ή το χοντρό;»
«Δεν άκουσες τι είχα πει και στους γονείς του Κώστα;»
«Δεν… πρόσεξα…»
Ο Ραφαήλ πάει να σηκώσει το χέρι του για να τον καθησυχάσει, αλλά σκέφτεται πως, έτσι και αγγίξει τον άλλο, θα πέσει κάτω, οπότε δεν το κάνει. Απλώς, λέει «Όποιο βρεις πρώτο, δεν έχει σημασία».
«Μάλιστα». Ο άντρας αποχωρεί, με ριγμένους ώμους.
Ο Ραφαήλ γυρίζει πάλι προς το δωμάτιο, αγνοώντας τους άλλους χώρους γύρω του. Αναστενάζει και προχωράει και πιάνει το πόμολο της πόρτας. Δεν μπαίνει, αλλά λέει στην συγκλονισμένη μητέρα «Θα περιμένετε εδώ. Στηρίξτε τον σύζυγό σας, όπως θα κάνει και αυτός με εσάς. Μην με ενοχλήσετε, παρά μόνο αν σας το πω εγώ».
Εκείνη νεύει.
Ο άντρας της επανέρχεται, κρατώντας ένα μικρό βάζο με άσπρα σπυριά. «Ορίστε, κύριε Ραφαήλ» λέει. «Αλάτι, όπως ζητήσατε».
«Ωραία». Ο Ραφαήλ το παίρνει και το κρύβει στη δεύτερη τσέπη της ρόμπας του. «Μένετε εδώ, και οι δύο, όπως είπαμε».
Συμφωνούν μαζί του και εκείνος μπαίνει στο δωμάτιο, κλείνοντας πίσω την πόρτα.
Το δωμάτιο φωτίζεται από δύο λάμπες, μία στο ταβάνι και μία από λαμπατέρ, το οποίο έχει πεταχτεί κάτω από το τραπεζάκι δίπλα από το κρεβάτι. Εδώ μέσα θα μπορούσε να χωρέσει και ένα ακόμα κρεβάτι, σκέφτεται. Βλέπει το αναποδογυρισμένο κρεβάτι με πολύχρωμα παπλώματα, βαμμένους τοίχους με αφίσες γνωστών τραγουδιστών, ένα γραφείο με υπολογιστή και γραφική ύλη, δυο καρέκλες με ρόδες, μια δίφυλλη ντουλάπα, μια μωβ σχολική τσάντα πεταμένη στο πάτωμα, κάνα δυο σχισμένα περιοδικά και βιβλία λυκείου… και μια κοπέλα να κάθεται πάνω στα παπλώματα και να ακουμπάει με την πλάτη στο κρεβάτι. Φοράει κοντομάνικη μπλούζα και σορτς, που μετά βίας της πάνε, ενώ τα κοντά μελαχρινά μαλλιά της είναι χτενισμένα καρφάκια. Τα μπράτσα και τα πόδια της σφίγγονται καθώς προσπαθούν να απελευθερωθούν από τα δεσμά τους και το στόμα της είναι καλυμμένο με διάφανη ταινία, κάτω από την οποία διακρίνονται τα λεπτά χείλη της. Φαίνεται να έχει ύψος πάνω από ένα και ογδόντα πέντε, ενώ μπορεί να ζυγίζει ακόμα και ογδόντα κιλά. Το δέρμα της Κατερίνας είναι χλωμό, κάνοντας μεγάλη αντίθεση από τα βαμμένα μπλε νύχια των χεριών και των ποδιών της, και τα μάτια της καρφώνονται στον Ραφαήλ, σαν να τον θεωρεί υπεύθυνο για την αιχμαλωσία της.
«Γεια σου, Κατερίνα» της λέει και περπατάει με προσοχή. Μένει να σταθεί σε απόσταση αρκετή για να μην τον χτυπήσει με τα πόδια. Λυγίζει τα δικά του πόδια, μέχρι που κάθεται στο κόκκινο χαλί που καλύπτει το πάτωμα. «Με λένε Ραφαήλ. Μένω σε ένα διαμέρισμα, στον τρίτο. Είμαι σύμβουλος. Χάρηκα για τη γνωριμία».
Η κοπέλα δεν κάνει καμιά προσπάθεια να απαντήσει, παρά συνεχίζει να τον κοιτάει.
Αυτός λέει «Οι γονείς σου μου είπαν ότι αντιμετωπίζεις κάποιο πρόβλημα».
Καμιά αντίδραση.
«Επίσης, ανέφεραν ότι παρόμοιο πρόβλημα έχει και ο Κώστας, ο… φίλος σου».
Η Κατερίνα τρεμοπαίζει τα βλέφαρά της.
«Είμαι εδώ για να βοηθήσω εσένα και μετά εκείνον, ώστε να επανέλθετε στην φυσιολογική σας ζωή».
Η Κατερίνα γρυλίζει. Ο Ραφαήλ βλέπει τον λαιμό της που καταπίνει και προσπαθεί να βγάλει έναν πιο δυνατό ήχο.
Είναι η Κατερίνα, σκέφτεται. Αλλά και μια άλλη οντότητα. Μαζί. Όπως είναι αναμενόμενο για την Αζεμάν. Απ’ όσο ξέρει, αυτό το βαμπίρ είναι κάτι σαν παράσιτο, που ζει μέσα στον ξενιστή και όταν βραδιάζει βγαίνει από αυτόν. Αλλά όχι με το σώμα του ξενιστή του.
Τότε ο Ραφαήλ δίνει σημασία στον ήχο που προέρχεται από το παράθυρο, απέναντί του. Σηκώνει το βλέμμα και αντικρίζει έξω από το τζάμι ένα γκρίζο πλάσμα με φτερά. Το οποίο στριγκλίζει και τσιμπάει το παράθυρο, προσπαθώντας να το σπάσει.
Μια νυχτερίδα που έχει καταληφθεί και εκείνη από την Αζεμάν μία φορά και έκτοτε γίνεται ο δεύτερος ξενιστής του βαμπίρ. Το πνεύμα της πρέπει να βγει από το σώμα της Κατερίνας και να μπει στην νυχτερίδα, για να αναζητήσει τροφή. Αίμα. Και ίσως να μεταδώσει την αρρώστια της. Κάτι που έχει ξεκινήσει από τον ερωτικό δεσμό της κοπέλας, κρίνοντας από τα συμπτώματα του Κώστα.
Ο Ραφαήλ ανασηκώνεται και λέει στην Κατερίνα «Θα σου βγάλω το φίμωτρο. Θέλω να μιλήσουμε. Εντάξει; Κούνα το κεφάλι σου, αν κατάλαβες».
Παίρνει μια στιγμή στην κοπέλα, αλλά έπειτα νεύει και ο Ραφαήλ πλησιάζει με προσοχή και ξεκολλάει την ταινία όσο πιο απαλά μπορεί και την αφήνει παράμερα.
Η Κατερίνα ψιθυρίζει «Σας παρακαλώ, βοηθήστε μας».
Προτού της απαντήσει, τα μάτια της κλείνουν για ένα δευτερόλεπτο και όταν ανοίγουν ξανά και γυρνάνε προς τον Ραφαήλ έχουν αλλάξει. Είναι κατάμαυρα, έχουν την ίδια ψυχή που έχει και ένα υπόγειο σε ταινία τρόμου. Βγάζει ξανά ένα υπόκωφο γρύλισμα, πιο καθαρό αυτή τη φορά, δείχνοντας τα λευκά (αλλά ανθρώπινα) δόντια της στο Ραφαήλ. Την επόμενη στιγμή, χαμογελάει και λέει με λαγνεία «Άφησέ με, λύσε με και θα σου προσφέρω τέτοιες απολαύσεις, που δεν έχεις ζήσει ποτέ, παρά μόνο στα πιο απόκρυφα όνειρά σου». Η γλώσσα που χρησιμοποιεί δεν είναι τα ελληνικά, αλλά κάποια διάλεκτος που χρησιμοποιούν στο Σουρινάμ, ίσως ένας συνδυασμός ολλανδικών και κάποιας τοπικής γλώσσας.
Ναι, εσύ και οι Κοινοβίτες* λέει μέσα του ο Ραφαήλ, που μέσα στο κεφάλι του υπάρχουν και δαίμονες από την χώρες της Λατινικής Αμερικής, όπως ο Αουνγιάινα και ο Αούκι, κι έτσι καταλαβαίνει τι του λέει. «Ευχαριστώ για την προσφορά. Θα τη δεχθώ με μεγάλη μου χαρά».
«Αλήθεια; Δεν ξέρεις πόσο ευτυχισμένος πρόκειται να γίνεις».
«Όσο γίνεται και ο Κώστας; Ή αυτός θα έχει καλύτερη περιποίηση, όντας και το αμόρε της Κατερίνας;»
Το ον δεν μιλάει ακόμα, παρά ατενίζει το Ραφαήλ με ένα βλέμμα που θα μπορούσε να σαγηνεύσει οποιονδήποτε θνητό. Μέσα στις σκοτεινές σφαίρες που έχουν συννεφιάσει τα μάτια της κοπέλας, υπάρχει μια πανίσχυρη ερωτική μαγεία. Και ο ίδιος θα είχε παραδοθεί, αν δεν είχε ήδη καταληφθεί από αμέτρητους δαίμονες. «Ω, ο έρωτας που θα βιώσεις εσύ θα είναι απείρως πιο δυνατός. Και μοναδικός. Ο άλλος δεν σημαίνει τίποτα για εμένα. Εγώ εσένα έψαχνα, καλέ μου, μα δυστυχώς ξέπεσα σε εκείνον. Μα ευτυχώς, σε βρήκα, επιτέλους».
Ο Ραφαήλ κοιτάζει την κοπέλα σαν έφηβος κεραυνοβολημένος από έρωτα. «Ναι…» ψιθυρίζει και γλείφει τα χείλη του, αγνοώντας τον πόνο από το χαμένο δόντι του. «Ναι, το θέλω αυτό». Μιλάει με αυτόν τον τρόπο, γιατί ξέρει ότι πλέον δεν έχει απέναντί του την Κατερίνα, μα το βαμπίρ, την Αζεμάν.
«Θες αυτό το θηλυκό νεανικό κορμί, να το θωπεύσεις, να το κάνεις δικό σου».
«Ναι… Θέλω εσένα. Εσένα». Πιάνει με τα χέρια του τα δεσμά των ποδιών και τα λύνει. Ύστερα, λύνει το δεξί χέρι της κοπέλας.
Το ον που την έχει καταλάβει αρπάζει τον λαιμό του Ραφαήλ και φέρνει το πρόσωπό του κοντά. Γλείφει τα μάγουλά του, το μέτωπό του, την χαρακιά. «Ω, θα σε κάνω πανίσχυρο. Θα σου δώσω ζωή. Μια απέθαντη ζωή».
Το ον αφήνει το Ραφαήλ και σηκώνεται, αφού λύσει και το άλλο χέρι. Τρίβει τους καρπούς και αναστενάζει. Στρέφεται προς το παράθυρο, χαμογελώντας στην νυχτερίδα, η οποία ακόμα τσιμπάει το τζάμι. «Περίμενέ με» λέει στο Ραφαήλ, καθώς περνάει από δίπλα του, για να πάει στον δεύτερο ξενιστή. «Περίμενέ με, περίμενέ με, περίμενέ με…»
Φτάνει, χωρίς να σταματήσει να μετρήσει το παραμικρό –όπως κάποια μολύβια που είχαν πέσει εκεί κοντά. Είναι αναμενόμενο, όμως: καταληφθέντες από την Αζεμάν μετράνε ό,τι βρίσκουν όταν το βαμπίρ αναπαύεται μέσα τους, όχι ότι έχει πάρει τον έλεγχο του σώματός τους. Ανοίγει τα δύο φύλλα του τζαμιού. «Γεια σου, όμορφη» λέει και χαϊδεύει την νυχτερίδα, η οποία δεν κρώζει πια, παρά μένει με τα φτερά της απλωμένα, έτοιμη να δεχθεί την Αζεμάν.
«Κύριε» ακούγεται η φωνή της μητέρας της Κατερίνας, έξω από την πόρτα. «Κύριε, όλα καλά;»
Γαμώτο! βρίζει μέσα του ο Ραφαήλ, ο οποίος έχει πλησιάσει αθόρυβα προς το παράθυρο, κρατώντας το αλάτι. Τώρα βρήκες να μιλήσεις;
Τότε το ον τον αντιλαμβάνεται και γρυλίζει σαν λιοντάρι και τον κλοτσάει, πετυχαίνοντάς τον στην κοιλιά.
Ο Ραφαήλ οπισθοχωρεί μορφάζοντας –τον έχει πετύχει σε μια από τις πληγές του.
«Δεν θα με σταματήσεις, ανόητε θνητέ! Θα πάω στον αγαπημένο μου και θα τον κάνω κι αυτόν απέθαντο!»
Ο Ραφαήλ δεν προλαβαίνει να σπεύσει ξανά προς το ον, γιατί βλέπει την νυχτερίδα να σκληρίζει και το σώμα της Κατερίνας να μικραίνει, να γίνεται πιο λεπτό και πιο κοντό, πριν πέσει αναίσθητο στο πάτωμα.
Ω όχι…
Η νυχτερίδα φεύγει, πετώντας προς τα πάνω. Προς τον τέταρτο όροφο. Προς το διαμέρισμα του Κώστα.
Ο Ραφαήλ ρίχνει λίγο από το αλάτι στο σώμα της κοπέλας, για να μην μπορέσει να επιστρέψει σε αυτήν η Αζεμάν. Έπειτα, γυρίζει και τρέχει προς την πόρτα του δωματίου. Την ανοίγει διάπλατα. Οι γονείς της Κατερίνας βγάζουν τρομαγμένες κραυγές και κάνουν πίσω.
«Κύριε Ραφαήλ, θα μας πείτε;…»
«Όχι τώρα, βλάκα!» κρώζουν οι δαίμονες, που πλέον έχουν πάρει τον έλεγχο του σώματος του Ραφαήλ. «Πηγαίνετε να φροντίσετε την κόρη σας».
Καθώς προχωράει προς την πόρτα του διαμερίσματος, του φεύγει η μια παντόφλα και σκοντάφτει. Γρυλίζει κι αυτός, όπως η κοπέλα. Βγάζει τα άχρηστα υποδήματα και τρέχει ξυπόλητος στον κεντρικό διάδρομο του δεύτερου ορόφου, με την ρόμπα του να ανεμίζει. Ανεβαίνει τα σκαλιά ως τον τρίτο δύο-δύο, ενώ από τον τρίτο ως τον τέταρτο τα ανεβαίνει τρία-τρία.
Δε χρειάζεται να ψάξει για το σωστό διαμέρισμα, γιατί μόνο ένα έχει ανοιχτή πόρτα και καμιά δεκαριά περίεργους να στέκονται και να κοιτάνε μέσα, απ’ όπου ακούγονται έντρομες και κλαμένες φωνές.
«Κάντε στην άκρη, π’ ανάθεμά σας!» ουρλιάζουν οι δαίμονες του Ραφαήλ, ενώ σπρώχνουν τους ενοίκους, για να περάσουν.
«Ραφαήλ» λέει μια ηλικιωμένη που λέγεται Χρυσούλα και ξέρει τα πάντα για όλους τους ιδιοκτήτες των διαμερισμάτων «πώς μιλάς έτσι; Πώς μας φωνάζεις έτσι;»
Όταν, όμως, βλέπει το βλέμμα του κοντακιανού άντρα, στο οποίο καθρεπτίζονται όλες οι καταραμένες ψυχές, να την κοιτάζει, μένει με το στόμα ανοιχτό και δυσκολεύεται να ανασάνει.
«Βοηθήστε την, αναθεματισμένα πρόβατα» λένε οι δαίμονες στους ενοίκους, δείχνοντας την Χρυσούλα, η οποία έχει απομακρυνθεί από το πλήθος, κρατώντας το στήθος της.
Δεν περιμένει να ακούσει τις βρισιές τους, αλλά περνάει την πόρτα και την βροντάει, για να κλείσει. Τρέχει ως το δωμάτιο από το οποίο ακούγονται οι φωνές και τα τριξίματα επίπλων.
Εκεί βρίσκει τον πατέρα του Κώστα να περνάει δίπλα ή πάνω από διάφορα αντικείμενα (γραφείο, τσάντα, καρέκλα) και να κυνηγάει με μια σκούπα μια νυχτερίδα, την ίδια που είχε φύγει από τον δεύτερο όροφο, ενώ η μητέρα του αγοριού έχει πέσει στο πάτωμα κοντά στο κρεβάτι του γιου της. Ο οποίος γιος έχει σκίσει με κάποιον τρόπο το φίμωτρό του και φωνάζει στον πατέρα του «Άφησέ την! Την αγαπάω! Άφησέ την!», τη στιγμή που προσπαθεί να λυθεί.
«Κύριε!» αναφωνεί η μητέρα, βλέποντας τον Ραφαήλ. «Κάναμε ό,τι μας είπατε, ρίξαμε αλάτι στο παράθυρο και βάλαμε σκόρδα, αλλά αυτή η νυχτερίδα μπήκε μέσα».
«Κάντε στην άκρη!» φωνάζει ο πατέρας που τρέχει προς τον Ραφαήλ, κατεβάζοντας την σκούπα προς την νυχτερίδα.
Ο Ραφαήλ παραμερίζει και σπεύδει κοντά στον νεαρό, ο οποίος είναι πιο μακρύς από το κρεβάτι, αφού πρέπει να έχει ύψος γύρω στα δύο μέτρα και βάρος σχεδόν εκατό κιλά. «Γεια σου, είμαι ο Ραφαήλ. Μένω στον τρίτο» λένε οι δαίμονες και χύνουν λίγο από το αλάτι στον Κώστα.
«Μα τι κάνεις!» φωνάζει ο νεαρός, ενώ το κορμί του μικραίνει. «Καθάρισέ με, τώρα!»
Οι δαίμονες γελάνε και ρίχνουν ένα ελαφρύ χαστούκι στον μικρό. «Δεν κάνει αυτή για σένα, αγόρι. Είναι απλά μια αιμοβόρα νυχτερίδα. Δεν είναι αυτή το κορίτσι των ονείρων σου».
«Κύριε Ραφαήλ!»
Το σώμα του Ραφαήλ στρέφεται προς τον πατέρα του αγοριού και τον σταματάει πριν πέσει πάνω του. Τον κάνει γρήγορα στην άκρη, παίρνοντάς του το κοντάρι της σκούπας και κοιτάζοντας το ιπτάμενο ποντίκι που έρχεται προς το μέρος του, με ανοιχτό το μικρό του στόμα, για να τον τσιμπήσει.
Η μητέρα ουρλιάζει.
Τότε οι δαίμονες χτυπάνε με την σκούπα προς την νυχτερίδα, σαν να έπαιζαν μπέιζμπολ. Την πετυχαίνουν στο μικροσκοπικό της κεφάλι και τη ρίχνουν προς τον τοίχο. Εκείνη σκληρίζει από πόνο, ενώ πέφτει στο πάτωμα. Κουνάει τα φτερά της, αλλά σιγά, σχεδόν σαν να βγάζει επιθανάτιο ρόγχο.
Οι δαίμονες δεν περιμένουν να επανέλθει, αλλά πάνε και σηκώνουν την τσάντα που έχει ο Κώστας για το σχολείο, την αδειάζουν, έπειτα κλείνουν την νυχτερίδα μέσα σε αυτή.
Πριν αποχωρήσουν, εξετάζουν τα γυμνά πέλματα του αγοριού, που προεξέχουν από το πάπλωμα. Εκεί εντοπίζουν την μικρή κοκκινισμένη τρύπα, απ’ όπου του έπινε το αίμα η νυχτερίδα-Αζεμάν. Κοιτάζουν τον νεαρό που έχει ακόμα θυμό στο βλέμμα του και του λένε «Λοιπόν, τώρα ξέρεις. Πρέπει να κοιμάσαι με το σώμα σου πλήρως καλυμμένο από τα σκεπάσματα. Για να μην σε πάρει ο μπαμπούλας. Ή μια νυχτερίδα».
Ο Κώστας δεν απαντάει, αλλά πέφτει αναίσθητος.
Οι δαίμονες κλείνουν τα μάτια και ο Ραφαήλ τα ανοίγει. Νιώθει να πονάει όπου έχει πληγιαστεί, αλλά πλέον είναι και κουρασμένος από το τρέξιμο. Παρόλ’ αυτά, χαμογελάει στους γονείς του αγοριού και τους λέει «Καθαρίστε αυτή την πληγή όπως θα σας πω. Έπειτα, θα πρέπει να κάνουμε μια κουβέντα. Εγώ, εσείς και οι γονείς της Κατερίνας».
Πριν η ώρα πάει έξι το πρωί, η συμφωνία έχει κλείσει. Τα παιδιά δεν θα έχουν κανένα εμπόδιο από τους δικούς τους. Η σχέση τους θα εξελιχθεί όπως πρέπει. Όπως θέλουν τα παιδιά, όχι οι γονείς τους. «Αλλιώς» τονίζει και σηκώνει την σχολική τσάντα, η οποία τραντάζεται από τις προσπάθειες της δεμένης πλέον νυχτερίδας να βγει, «θα αμολήσω τούτο το ιπτάμενο τερατάκι και θα σας κάνει όλους νεκροζώντανους κόμητες και κόμισσες του Σουρινάμ. Τι λέτε;»
Αυτό που λένε είναι «Μάλιστα, κύριε Ραφαήλ, ό,τι πείτε».
Πριν πάει στο διαμέρισμά του, ο Ραφαήλ πηγαίνει σε αυτό της Χρυσούλας. Του ανοίγει η ίδια. Είναι ξανά μοναχή της. Τρομάζει που τον βλέπει και πάει να του κλείσει την πόρτα, αλλά αυτός της ζητάει συγνώμη. Της εξηγεί ότι ήταν αναστατωμένος γιατί έτρεχε να βοηθήσει δύο παιδιά, που ταλαιπωρούνταν…
«Από τι;» τον ρωτάει η Χρυσούλα. «Τι είχαν πάθει και έκαναν σαν δαιμονισμένα;»
Ο Ραφαήλ καθαρίζει τον λαιμό του, πνίγοντας το γέλιο του. «Νεανικοί έρωτες, κυρία Χρυσούλα. Μερικές φορές, σε τρελαίνουν. Είμαι σίγουρος ότι ξέρετε τι εννοώ, έτσι δεν είναι;»
Εκείνη χαμογελάει και τον προσκαλεί για καφέ, για να του πει την ιστορία της. Έως τις εννιά το πρωί, η ηλικιωμένη έχει ξεχάσει τις σκιές που είχε δει στα μάτια του Ραφαήλ και τον θεωρεί ξανά έναν συμπαθέστατο ένοικο.
Τις επόμενες μέρες, θα φτιάξει τις σχέσεις του και με τους άλλους ενοίκους της πολυκατοικίας. Και όχι μόνο θα τις επαναφέρει, αλλά θα τις κάνει και πιο δυνατές, αφού εκείνοι θέλουν να του μιλάνε και να βγαίνουν και γενικά να περνάνε χρόνο μαζί.
Πριν πέσει για ύπνο το μεσημέρι, αφήνει την νυχτερίδα με το νέο της κλουβί μέσα στην αποθήκη. Την παρατηρεί ανάμεσα στα τόσα καταραμένα αντικείμενα, που όλα είναι άψυχα (με εξαίρεση το ακάθαρτο πνεύμα που τα είχε καταλάβει μια φορά και έναν καιρό και που ίσως ακόμα να έχει αφήσει κατάλοιπα μέσα τους, όπως συμβαίνει περίπου και με το επίσης καταραμένο βγαλμένο δόντι του, που πονάει… διαβολεμένα). Εκείνη κρέμεται ανάποδα, με τα φτερά της μαζεμένα. Μπορεί να τον κοιτάζει, μπορεί να κοιμάται… Δεν είναι σίγουρος. Αυτό για το οποίο είναι βέβαιος, όμως, είναι για δύο πράγματα: ότι είναι με σιγουριά το μοναδικό πράγμα στην αποθήκη του που έχει ακόμα ένα δαίμονα μέσα του και πως δεν περίμενε ότι θα αποκτήσει κατοικίδιο ξανά, μετά από τόσα πολλά χρόνια. Παλιά, όντας ένα παιδί όπως όλα όσα ήξερε, είχε τον Πετράν, έναν χαδιάρη γάτο με ασπρόμαυρο τρίχωμα. Τώρα, όντας ένας ειδικός όπως κανένας άλλος απ’ όσους ξέρει, έχει μια γκρίζα νυχτερίδα, που διψάει για αίμα.
«Πώς αλλάζουν οι καιροί, ε;» αναρωτιέται. Της έχει και τροφή: ένα μικρό μπολ με αίμα. Όπως και τα υπόλοιπα αντικείμενα, δεν μπορεί να την αφήσει να πάθει το παραμικρό, για να μην απελευθερωθεί η Αζεμάν. Με την πολύ μεγάλη διαφορά ότι η νυχτερίδα δεν πρέπει να πεθάνει σωματικά. Πρέπει να την κρατήσει ζωντανή. Ακόμα και αν χρειαστεί να της δώσει από το ίδιο του το αίμα.
Δεν έχει αποφασίσει πώς θα την ονομάσει ή αν θέλει να της φερθεί σαν να είναι κατοικίδιο. Δυσκολεύεται να τη δει έτσι, παρά το γεγονός ότι το ζωντανό δε φταίει που καταλήφθηκε από το βαμπίρ. Ίσως άμα βρει τρόπο να την εξαγνίσει… Αλλά δεν το πιστεύει πραγματικά. Άλλο οι δαίμονες που αντιμετωπίζει συνήθως και άλλο ένας (πνευματικός) απόγονος του Δράκουλα.
Βγαίνει από την αποθήκη, κλειδώνοντάς την, για να πάει να ξαπλώσει.
Βγάζει τις παντόφλες του (που τις πήρε όταν μίλησε με τους γονείς των παιδιών, στον δεύτερο όροφο), ακουμπάει το κεφάλι στο μαξιλάρι και κλείνει τα μάτια του, απολαμβάνοντας την ησυχία που επικρατεί ξανά. Είναι μόνος με τους πόνους του. Ούτε δαίμονες, ούτε νυχτερίδες, ούτε έρωτες. Τουλάχιστον, για λίγες μέρες. Έχει αφήσει και μια ταμπέλα έξω από το διαμέρισμά του (ΛΕΙΠΩ ΜΕΧΡΙ ΝΕΩΤΕΡΑΣ!), έχει κλείσει και το κινητό του και έτσι μπορεί να απολαύσει τον ύπνο του.
Τάκης Κομνηνός
——————————
Σημειώσεις: *Κοινοβίτες (Cenobites) λέγονται οι δαίμονες που μας σύστησε ο Κλάιβ Μπάρκερ στην νουβέλα του «The Hellbound Heart» (1986), η οποία ένα χρόνο αργότερα μεταφέρθηκε στην μεγάλη οθόνη ως «Hellraiser» και έκτοτε έγινε ολόκληρο franchise –το 2022 βγήκε η πιο πρόσφατη ταινία.
Το κείμενο αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα.
Θα ήθελα την άποψή σας είτε εδώ, είτε (και) στην σελίδα του TheBluez.gr στο Facebook: https://www.facebook.com/
Βρείτε όλα τα κείμενά μου εδώ: https://thebluez.gr/category/
Και στον ακόλουθο σύνδεσμο όλα τα κεφάλαια της «Εντολής της Κόμισσας», που δημοσιεύονται σε συνέχειες: https://thebluez.gr/category/
