«Συγγνώμη…» είπε μια ασθμαίνουσα φωνή γεμάτη νεύρο.
Η Αθανασία κοίταξε με σκληρό βλέμμα τον νεαρό άντρα που βαρυγκωμούσε κάτω από το βάρος του μεγάλου χαρτονένιου κουτιού που κουβαλούσε. Με φανερό εκνευρισμό έκανε στην άκρη για να περάσει κι απέμεινε να τον κοιτά καθώς απομακρυνόταν στον σκοτεινό διάδρομο. Με κόπο συγκρατούνταν να μην του ορμήσει, τον αρπάξει από τα μαλλιά και του πάρει το κουτί από τα χέρια. Ήθελε τόσο να ουρλιάξει! “Όχι, δε σε συγχωρώ! Εκεί μέσα είναι όλη μου η ζωή! Μέσα σε αυτό το κουτί βρίσκονται πενήντα χρόνια ζωής, της ζωής μου!”.
«Συγγνώμη…» ακούστηκε μια μπάσα φωνή μ’ έντονο τόνο μομφής πίσω της. Η Αθανασία προσπαθώντας να συγκρατήσει την οργή της, παραμέρισε και πάλι. Μόλις ο μεταφορέας απομακρύνθηκε, ακούμπησε το κεφάλι της στην ξύλινη κάσα και κοίταξε γύρω της το άδειο δωμάτιο. Στους τοίχους φαινόταν τα γκρίζα, αχνά, ορθογώνια σημάδια από τη συλλογή με γκραβούρες που με τόσο κόπο είχαν συλλέξει. Ώρες ολόκληρες σπαταλούσαν στα ταξίδια τους να ψάχνουν σε μικρά, σκονισμένα, σκοτεινά μαγαζάκια να βρουν παλιές γκραβούρες αυτή και ο Γιάννης και πόση χαρά είχαν όταν κατάφερναν να βρουν μια “μοναδική” όπως έλεγαν! Τώρα μπορούσε να κρατήσει μόνο μια κι εκείνη διάλεξε την πρώτη τους, που είχαν βρει στο ταξίδι του μέλιτος στο Παρίσι. Το Παρίσι… Εικόνες την κατέκλυσαν…
«Καλύτερα να βγείτε έξω, εμποδίζετε εδώ!» ακούστηκε μια στριγκιά φωνή πίσω της. Η Αθανασία γύρισε εκνευρισμένη και τον κατακεραύνωσε με το αετίσιο βλέμμα της. Ο ανθρωπάκος που μισοκρυβόταν πίσω από το κουτί σα να μετάνιωσε, προσπάθησε να δικαιολογηθεί «Μπορεί να χτυπήσετε…»
Με το ζόρι συγκράτησε τη γλώσσα της να μην τον λούσει με ό,τι βρισιά ήξερε. Τι της έφταιγε κι αυτός… Τη δουλειά του έκανε. Άλλωστε εκείνη τους είχε καλέσει. Τραβήχτηκε στο πλάι και του ‘κανε χώρο να περάσει. Η πρίζα δίπλα στην κάσα που κρεμόταν πάλι από τα καλώδια, την ακούμπησε ξαφνιάζοντάς τη. Την κοίταξε σα να τη χάιδευε. Πόσες φορές την είχε επισκευάσει ο συγχωρεμένος ο άντρας της και άλλες πόσες φορές αυτή την είχε τραβήξει τεντώνοντας το καλώδιο της ηλεκτρικής σκούπας… Ώσπου πέθανε ο Γιάννης και απέμεινε έτσι να κρέμεται σα τη γλώσσα του λούτρινου σκύλου που έσερνε παντού η κόρη της σαν ήτανε μικρή. Έφερε το χέρι της στην καρδιά της. Να το πάλι αυτό το αίσθημα πανικού που έκανε την καρδιά της να δονείται εκκωφαντικά μέσα στο στήθος της. Ρούφηξε μια βαθιά ανάσα και μετά κι άλλη και σύντομα ένιωσε να χάνει τον έλεγχο και να ρουφά ανεξέλεγκτα αέρα. Το αίμα φουρφούριζε στις φλέβες της. Το υπερβολικό οξυγόνο τη ζάλισε, τράβηξε την χαρτοσακούλα που είχε στην τσέπη της και πήρε μερικές ανάσες στηριζόμενη στον τοίχο. Πότε θα τελειώσει αυτό το μαρτύριο; Έκλεισε τα μάτια και προσπάθησε να επικεντρωθεί στις ανάσες της όπως της είχε δείξει ο γιατρός. Μη σκέφτεσαι, μη σκέφτεσαι, πρόσταξε στον εαυτό της. Όταν επιτέλους πήρε να ηρεμεί, προχώρησε με κουρασμένα βήματα ως το τέλος του διαδρόμου, βγήκε από το σπίτι και κάθισε πάνω στα λερωμένα μαρμάρινα σκαλιά. Δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια της.
«Κυρία Αθανασία, είστε καλά; Εμείς τελειώσαμε σχεδόν, να, εδώ είναι και το κόκκινο κουτί με τα πράγματά σας και η βαλίτσα σας. Σας τα αφήνω εδώ μαζί με τα κλειδιά, για όταν έρθει το ταξί να σας πάρει», είπε μαλακά ένας ηλικιωμένος άντρας που την κοίταζε με έγνοια. Εκείνη του έγνεψε αόριστα. Κοίταζε γύρω της εξεταστικά προσπαθώντας να ρουφήξει και την τελευταία μικρή λεπτομέρεια. Να η μουσμουλιά, που είχε φυτέψει ο άντρας της σαν ήρθανε σε αυτό το σπίτι… ήταν πάλι γεμάτη μικρά, λευκά άνθη, θα έκανε ένα σωρό μούσμουλα και φέτος. Η αγαπημένη της τριανταφυλλιά με τα μεγάλα ροζ τριαντάφυλλα που φόραγε με καμάρι η κόρη της στα ξανθά μαλλιά της και χόρευε “Κοίτα με, μαμά! Κοίτα με! Είμαι μπαλαρίνα!”. Η ραγισμένη γλάστρα με τον βασιλικό που είχε από καιρό πεθάνει. Την είχε ραγίσει η εγγόνα της πριν χρόνια όταν πήγαινε πέρα δώθε σα ζουζούνι με το καινούργιο ροζ ποδήλατό της. Τα απλοϊκά, σκουριασμένα πια, κάγκελα που παρακαλούσε χρόνια τον Γιάννη να τα βάψει. Η μεγάλη πολυκατοικία απέναντί της, πίσω από το φορτηγό των μεταφορών, που είχε πάρει τη θέση του μικρού κίτρινου σπιτιού της φιλενάδας της, της Δέσποινας και η διπλανή του κυρ Μπάμπη που έδωσε το κουκλίστικο διώροφο του αντιπαροχή. Και τ΄αμάξια… πόσα αμάξια! Κάποτε αυτός ο δρόμος ήταν χωματόδρομος και ζήτημα αν υπήρχε ένα αμάξι, τώρα ήταν άπειρα παραταγμένα στη σειρά, ξεχύνονταν από τις πυλωτές, πατούσαν πάνω στις μικρές λωρίδες γης και τα πεζοδρόμια.
Η Αθανασία έκανε να ανασηκωθεί και έβαλε ασυναίσθητα τις παλάμες της πάνω στο παγωμένο μάρμαρο. Κοίταξε με έγνοια τα σκαλιά όπου καθόταν. Να σε τούτο ‘δω είχε χτυπήσει η Ελενίτσα της σαν ήταν μικρή και απέκτησε το μικρό σημάδι στο πιγούνι της. Πόσο είχε τρομάξει που το αίμα δεν έλεγε να σταματήσει… Χάιδεψε με το χέρι της το βρόμικο σκαλί και αφέθηκε να βυθιστεί στις γλυκόπικρες αναμνήσεις.
«Κυρία Αθανασία, ήρθαμε!» ακούστηκε μια νεανική φωνή από κάπου κοντά, μα η Αθανασία βούλιαζε μέσα στη σκοτεινή λίμνη της θλίψης. Αποχαιρετούσε θρηνώντας βουβά το σπίτι της, το δικό της σπίτι. Το σπίτι που έφτιαξε μαζί με τον άντρα της, όπου ανέθρεψε την κόρη της, που κάποτε γέμιζε με συγγενείς και φίλους…
Όταν ο γιατρός της είπε ότι σύντομα θα χρειαζόταν μόνιμη γυναίκα να τη φυλάει, η Αθανασία προτίμησε να πάει σ’ έναν οίκο ευγηρίας. Δεν ήθελε να είναι μόνη, απομονωμένη με μία άγνωστη, αρκετή μοναξιά ένιωθε. Εκεί θα ‘χε κάποιες φίλες και όταν με το καλό θα έφθανε το τέλος της, θα θαβόταν δίπλα στον Γιάννη της, όχι σε μια ξένη χώρα, όπως θα γινόταν αν μετακόμιζε στην Αμερική με την κόρη της. Αυτή το θέλησε κι αυτό ήταν το εύκολο κομμάτι. Το δύσκολο ήταν η απόφασή της να πουλήσει το σπίτι και τα έπιπλα, για να μπορέσει να πληρώσει το γηροκομείο και να βοηθήσει με τα υπόλοιπα χρήματα την κόρη της που είχε οικονομικά προβλήματα.
Όταν λοιπόν πούλησε το σπίτι, της έδωσαν ένα μήνα καιρό να το αδειάσει. Στο εν τω μεταξύ, από τον οίκο ευγηρίας ήταν ξεκάθαροι, μπορούσε να φέρει μόνο κάποια ρούχα και προσωπικά αντικείμενα και ό,τι χωρούσε μέσα σ’ ένα μικρό κουτί. Πενήντα χρόνια… πενήντα χρόνια να χωρέσουν μέσα σ’ ένα κόκκινο μικρό κουτί!
Πέρασε έναν εφιαλτικό μήνα, παθαίνοντας τη μια κρίση πανικού μετά την άλλη, αποχαιρετώντας τα πράγματα που τη συντρόφευαν μία ζωή, τα έπιπλα, τα βιβλία της, τους δίσκους της, τις γκραβούρες της, τα πιατικά της, τα προικιά που της είχε ετοιμάσει η μάνα της, τις αντίκες της γιαγιάς της, τα μωρουδιακά και σχολικά ενθύμια της κόρης της, τις ζωγραφιές της εγγόνας της, τα ενθύμια του άντρα της… Άλλα τα πούλησε, άλλα τα χάρισε, όλα τα αποχωρίστηκε… Η κόρη της ήταν ξεκάθαρη, το σπίτι της ήταν πολύ μικρό και καθώς έμενε σε άλλη χώρα δεν μπορούσε να πάρει άχρηστα πράγματα. Έτσι τα είχε πει… Άχρηστα πράγματα, τα πράγματά τους, τις φωτογραφίες τους, τα αναμνηστικά τους, ακόμη και τα ημερολόγιά της από όταν ήταν μικρή. Μακάρι κι εκείνη να μπορούσε να τα δει έτσι. “Είναι απλά αντικείμενα, δεν έχουν αξία, αξία έχουν οι αναμνήσεις και να ‘σαι σίγουρη, αυτές δεν τις χάνεις…”. Της έλεγε ο νεαρός γιατρός προσπαθώντας να την παρηγορήσει. Χοντρά δάκρυα κύλησαν στα μάγουλά της και έσταξαν πάνω στο ψυχρό μάρμαρο.
«Αθανασούλα, μην κλαις!» ακούστηκε μια στεναχωρημένη φωνή δίπλα της και χέρια απλώθηκαν να την αγκαλιάσουν. Η Αθανασία γύρισε ξαφνιασμένη. Δυο μεγάλα βουρκωμένα μάτια την κοίταζαν με έγνοια. Της πήρε λίγο χρόνο για να καταλάβει ότι ήταν τα μάτια της φιλενάδας της.
«Σοφούλα μου;» ψέλλισε ερωτηματικά η Αθανασία και έσφιξε το λιανό κορμί πάνω της.
«Εγώ είμαι φιλενάδα μου, μην κλαις. Αργήσαμε, αλλά ήρθαμε. Είμαστε εδώ…» της είπε και τις έδειξε τη νεαρή νοσηλεύτρια και τις δύο ηλικιωμένες κυρίες που στέκονταν πίσω της.
«Ναι καλή μου, δεν κλαίω, από την χαρά μου είναι που σας βλέπω» της είπε και χάιδεψε τα λευκά μαλλιά της. Το βλέμμα της έπεσε σε μια γυναικεία φιγούρα που στεκόταν πετρωμένη στην καγκελόπορτα, με τα χέρια σφιγμένα γροθιές και ένα αδιόρατο τρέμουλο, κοιτώντας την πολυκατοικία απέναντί της. Η Αθανασία ανασηκώθηκε με κόπο, την πλησίασε και την αγκάλιασε. Τόσα χρόνια γειτόνισσες είχαν δεθεί με μία δυνατή φιλία. Όπως και ‘κείνη, δύο χρόνια πριν και η Δέσποινα είχε μπει στη διαδικασία ν’ αφήσει το σπίτι της και να μοιράσει όλα της τα υπάρχοντα. Τα παιδιά της πούλησαν το σπίτι και τώρα αντίκριζε για πρώτη φορά την πολυκατοικία που είχε πάρει τη θέση του.
«Πάμε κορίτσια;» τους είπε έπειτα από λίγο με ένα γρέζι στη φωνή η Δέσποινα. Η Αθανασία της έγνεψε θετικά και κοίταξε το φορτηγό που απομακρυνόταν ασθμαίνοντας.
«Αθανασία», της είπε η Δέσποινα και την κράτησε λίγο πίσω. «Συγγνώμη…» τραύλισε φανερά συγκινημένη. «Συγγνώμη που δεν ήμουν εδώ και που σε άφησα μόνη σ’ όλο αυτό… Συγχώρα με!» είπε και η φωνή της έσπασε. Η Αθανασία της χτύπησε το χέρι καθησυχαστικά.
«Εσύ θα ζητήσεις συγγνώμη; Άλλος έπρεπε να είναι εδώ μαζί μου. Δεν πειράζει. Ήταν δύσκολο, αλλά πάει τέλειωσε. Σημασία έχει το εδώ και τώρα… Και τώρα είστε εδώ! Μεσημέριασε κι αφού δεν μπορώ να σας μαγειρέψω πια, τι λέτε να πάμε στην ταβέρνα στην πλατεία για φαγητό όπως κάναμε παλιά;»
«Λέμε, ότι είναι πολύ καλή ιδέα! Πάμε!» αναφώνησε η κυρά Σοφία και έσουρε το βήμα της να τις προλάβει…
Αναστασία Χ.
