«Καλέ! Γιατί κάνεις τόση φασαρία;»
«Ψάχνω ένα ποτήρι να φτιάξω έναν καφέ και δεν μπορώ να βρω πουθενά! Είναι δυνατόν ολόκληρη εταιρεία να μην έχει ένα ποτ… Α! Να! Βρήκα!».
Η Αγγελική έπιασε στα χέρια της το μοναδικό γυάλινο ποτήρι που βρήκε στο πάνω ντουλάπι της κουζίνας και το κούνησε όλο χαρά, μπροστά στα μάτια της Έφης.
«Τι κάνεις εκεί χριστιανή μου; Είσαι καθόλου με τα καλά σου; Βάλ’ το στη θέση του γρήγορα!»
«Σιγά ρε Έφη! Ένα ποτήρι είναι. Θα πιω τον καφέ μου, θα το πλύνω και θα το βάλω στη θέση του!».
Στο άκουσμα αυτής της πρότασης η Έφη άλλαξε δέκα χρώματα. Ήταν η πρώτη φορά μετά από τόσο καιρό που άγγιζε κάποιος αυτό το ποτήρι. Αυτό το ποτήρι! Αυτό το ποτήρι θα έπρεπε να έχει αυτοκόλλητο «ΜΗΝ ΑΓΓΙΖΕΤΕ!» για να είμαστε σίγουροι ότι θα μείνει ανέγγιχτο, αλλά να που τώρα, η Αγγελική, το έχει στα χέρια της και φτιάχνει και καφέ!
«Μα καλά, δεν φοβάσαι;»
«Τι να φοβηθώ μωρέ; Ένα ποτήρι είναι! Έφη, δεν είσαι καλά!»
«Αυτό το ποτήρι είναι του Διαμαντή, Αγγελική!»
Παύση συζήτησης. Η Αγγελική δεν γύρισε αμέσως να την κοιτάξει. Επεξεργάστηκε το όνομα που άκουσε έχοντας γυρισμένη την πλάτη και κρατώντας, σχεδόν τρέμοντας, το γυάλινο ποτήρι.
«Ναι, ok! Και επειδή είναι του Διαμαντή, τι πρέπει να κάνω; Δεν είναι εδώ! Λείπει… Σιγά μην έρθει αυτή τη στιγμή από τη Νέα Γουινέα να ζητήσει νερό στο ποτήρι του!».
Η Έφη ξεφύσησε και επέστρεψε ηττημένη στη θέση της. Αν η Αγγελική ήθελε να φτιάξει καφέ στο ποτήρι του Διαμαντή, δεν θα της στεκόταν εμπόδιο. Τόσα χρόνια δούλευαν και οι δύο στην εταιρεία του Διαμαντή, οπότε ήξεραν και οι δύο πολύ καλά πως απαγορεύεται να αγγίζουν τα ποτήρια του. Αν θέλει η Αγγελική να πιει καφέ σε αυτό το συγκεκριμένο ποτήρι…. Δική της επιλογή! Εκείνη θα την πατήσει πάλι. Δεν έμαθε με την πρώτη…
Η Αγγελική σταμάτησε τη μηχανή του καφέ και έπιασε στα δυο της χέρια το ποτήρι. Αυτή η παγωμένη γυάλινη επιφάνεια ζεσταινόταν με το άγγιγμά της, όπως ζεσταινόταν κάποτε και ο Διαμαντής στα χέρια της. Έλιωνε ολόκληρος με ένα βλέμμα ή ένα χάδι της. Έπαιρνε φωτιά όταν τον φιλούσε ή του χάιδευε τα μαλλιά.
Ήταν τόσο ερωτευμένοι και κανένας δεν το ήξερε…
Ήταν ζευγάρι από τον πρώτο χρόνο που έπιασε η Αγγελική δουλειά στην εταιρεία του και ποτέ, μα ποτέ, δεν μαθεύτηκε…
Ένα ποτήρι ήταν η αιτία να γνωριστούν!
Ένα αναθεματισμένο ποτήρι έκανε τη ζωή της ανάκατα.
Ήταν πριν τέσσερα χρόνια, όταν έπιασε δουλειά η Αγγελική εκεί μέσα. Δεν μιλούσε σε κανέναν. Δεν ενοχλούσε! Έκανε μόνο τη δουλειά της και έφευγε. Διακριτική παρουσία… Ανενόχλητη! Μόνο εκείνος την τάραζε. Το αφεντικό. Ο απρόσιτος και απροσπέλαστος Διαμαντής. Της έκοβε τα πόδια η φωνή του. Αυτό το «Αγγελική!» από το στόμα του είχε στοιχειώσει τις μέρες και τις νύχτες της. Εκείνος βέβαια… Καμία σημασία δεν της έδινε!
Ένα πρωινό, η Αγγελική ήταν στην κουζίνα και έψαχνε απεγνωσμένα ένα ποτήρι να πιει λίγο νερό. Άνοιξε όλα τα ντουλάπια μέχρι που βρήκε το ένα και μοναδικό γυάλινο ποτήρι. Το έπιασε και το γέμισε νερό. Την ώρα που ακούμπησε τα χείλη της στο στόμιο, άνοιξε απότομα ο Διαμαντής την πόρτα της κουζίνας, εκείνη τρόμαξε και της έφυγε το ποτήρι από τα χέρια. Ξαφνικά το ποτήρι έσπασε σε χίλια κομμάτια στα πόδια της και ο ήχος του ποτηριού που σπάει σε θρύψαλα ήταν ο πιο εκκωφαντικός ήχος μέσα στην τεράστια εταιρεία.
Νεκρική σιγή! Ο Διαμαντής να στέκεται αποσβολωμένος στην μισάνοιχτη πόρτα της κουζίνας και η Αγγελική κοκαλωμένη να βλέπει τα θρύψαλα να απλώνονται παντού στην κουζίνα.
«Όπως είσαι, έφυγες! Μαζεύεις τα πράγματά σου και πας σπίτι σου! ΤΏΡΑ!», ξεφώνισε ο Διαμαντής και η Αγγελική κλαίγοντας βγήκε από την κουζίνα, έτρεξε στο γραφείο της, πήρε τα πράγματά της και έφυγε. Το επόμενο πρωί δεν εμφανίστηκε στη δουλειά.
Ο Διαμαντής πήγε και τη βρήκε στο σπίτι της. Όταν άνοιξε την πόρτα και τον είδε μπροστά της, εκείνη άρχισε να κλαίει.
«Συγγνώμη κύριε Διαμαντή! Συγγνώμη! Δεν το έκανα επίτηδες! Τρόμαξα και έπεσε… Δεν το ήθελα!».
Την τράβηξε από το χέρι και την έκλεισε στην αγκαλιά του. Η Αγγελική τα έχασε! Σταμάτησε να κλαίει και έμεινε εκεί ακίνητη να ακούει τους χτύπους της καρδιάς του.
«Κύριε Διαμαντή; Είστε καλά;», τον ρώτησε.
«Δύο πράγματα δεν ήθελα να συμβούν και συνέβησαν και τα δύο. Δεν θέλω να μου αγγίζουν τα πράγματα και δεν ήθελα να σε χάσω! Και έγιναν και τα δύο!».
«Κύριε Διαμ…»
«Διαμαντής σκέτο!».
Την άφησε από την αγκαλιά του και τη φίλησε. Απαλά ακούμπησε τα χείλη του στα δικά της και μόλις την ένιωσε να του αφήνεται, την κόλλησε στην κάσα της πόρτας και διεκδίκησε έντονα το φιλί και την καρδιά της. Έμεινε μαζί της μέχρι το πρωί. Χωμένοι κάτω από τα σεντόνια και αγκαλιά ο ένας στον άλλον. Το πρώτο πρωινό που τους βρήκε μαζί, του έδωσε και μια εξάδα γυάλινα ποτήρια την οποία είχε αγοράσει την προηγούμενη μέρα ώστε να του την πάει στην εταιρεία.
Έκτοτε ζούσαν τον έρωτά τους χωρίς ποτέ να του αγγίζει τα πράγματα. Της έφτανε που άγγιζε τον ίδιο. Το σώμα, την ψυχή και την καρδιά του… Μέχρι πριν λίγους μήνες που αποφάσισε να πάει στη Νέα Γουινέα και έριξε μαύρη πέτρα πίσω του. Εξαφανίστηκε! Ούτε τηλέφωνα, ούτε μηνύματα, ούτε μια εξήγηση. Μόνο ένα χαρτάκι στο γραφείο της κρυμμένο που έλεγε «Φεύγω και δεν ξέρω πότε θα επιστρέψω! Δεν μπορώ να σε αναγκάσω να με περιμένεις! Σε αγαπώ!».
Αυτές οι δύο τελευταίες μικρές λέξεις τη διέλυσαν σε κομμάτια, όπως ακριβώς διαλύθηκαν και τα ποτήρια του στο πάτωμα της κουζίνας της εταιρείας. Το βράδυ που η Αγγελική διάβασε το γράμμα του, έμεινε μέχρι αργά στην εταιρεία. Όταν έμεινε μόνη, μπήκε στην κουζίνα και κλαίγοντας έσπασε τα ποτήρια της εξάδας που φυλούσε εκείνος στο ντουλάπι. Της εξάδας που του έδωσε η ίδια το πρώτο βράδυ που έμειναν μαζί.
Έσπασαν όλα εκτός από ένα! Παρ’ όλο που έπεσε στο πάτωμα, έμεινε άθικτο. Και αυτό το ποτήρι το πρόσεχαν όλοι σαν κόρη οφθαλμού. Κανένας δεν έμαθε πώς έσπασαν τα υπόλοιπα. Τους έφτανε που υπήρχε μόνο ένα άθικτο. Το ποτήρι που έφτιαχνε η Αγγελική τον καφέ της.
«Αγγελική; Τι κάνεις ακόμα μέσα στην κουζίνα; Τελείωνε!».
Ο ήχος από την άφιξη του ασανσέρ επανάφερε την ίδια και τις σκέψεις τις στην πραγματικότητα. Έπιασε το ποτήρι με τα δύο της χέρια, σκούπισε τα μάτια της και βγήκε από την κουζίνα.
«Έρχομαι ρε Έφη! Τι έγινε;»
«Αυτό το ποτήρι είναι δικό μου!». Άκουσε τη φωνή του στα αυτιά της. Σήκωσε το κεφάλι της και τον κοίταξε. Ο Διαμαντής. Ο δικός της Διαμαντής στεκόταν μπροστά της μετά από τέσσερις μήνες. Άρχισε να τρέμει! Ο Διαμαντής με δύο διασκελισμούς την έφτασε και την πήρε αγκαλιά. Πήρε προσεκτικά το ποτήρι από τα χέρια της και το ακούμπησε στο γραφείο δίπλα τους.
«Αυτό το ποτήρι είναι δικό μου! Αυτό το ξέρω σίγουρα! Αυτή η γυναίκα είναι ακόμα δικιά μου; Και αν ναι, θα με συγχωρέσει που την εγκατέλειψα;».
Η Αγγελική τον κοιτούσε στα χαμένα. Η Έφη τους κοιτούσε και δεν πίστευε στα μάτια της. Όλοι οι υπάλληλοι είχαν στραφεί προς το μέρος τους. Κανένας δεν μιλούσε. Όλοι κρέμονταν από τα χείλη της Αγγελικής. Το ίδιο και ο Διαμαντής.
«Αυτό το ποτήρι είναι το μοναδικό! Δεν υπάρχει άλλο! Όπως και η καρδιά μου! Όπως σου ανήκει αυτό το ποτήρι, σου ανήκει και εκείνη και ας την πλήγωσες. Αν ξαναφύγεις, θα σου σπάσω, πέρα από το ποτήρι και το κεφάλι! Κατάλαβες;».
Την έκλεισε στην αγκαλιά του σφιχτά και τη φίλησε όπως την πρώτη φορά.
Τώρα ήξερε πως η καρδιά της του ανήκει και ό,τι είναι δικό του δεν το αγγίζει κανένας άλλος….
Κατερίνα Μοχράνη
