Η Βασιλική

Η Βασιλική βιάστηκε δεκατεσσάρων χρονών και έκτοτε βιαζόταν κάθε ημέρα, από τις ίδιες σκέψεις κάθε λεπτό της ημέρας και της νύχτας. Δέκα χρόνια ξεχείλιζε η οργή της και δεν βαστούσε πια η καρδιά. Ήθελε επιτέλους να μιλήσει, ήθελε επιτέλους να προχωρήσει, ήθελε επιτέλους να ζήσει τον έρωτα, αβίαστα, να τολμήσει να δοθεί σε έναν άνδρα και να τον εμπιστευτεί, χωρίς να φοβάται πως θα πονέσει, χωρίς να φοβάται πως θα χαθεί από τον κατακλυσμό σκέψεων που μαύριζαν την ψυχή της.

Εθελοτυφλούσε χρόνια, υποβάθμιζε τον βιασμό της, προσπαθούσε απλά να τον ξεχάσει και να ξεχαστεί στο πέρασμα του χρόνου, μα δεν μπορούσε. Ο βιαστής της ήταν μέλος της οικογένειας, ο θείος της, αδελφός της μάνας της. Προπονητής του μπάσκετ, έβρισκε διάφορες δικαιολογίες να ξεμοναχιάσει τα νεαρά κορίτσια ασελγώντας πάνω τους. Όχι σε όλες, μόνο στις πιο αδύναμες, όπως εκείνη και στην Θαλειώ, που ήταν ορφανές και οι δυο από πατέρα.

Όταν έχασε τον πατέρα της, ο θείος, βοήθησε την μάνα οικονομικά και όπως μπορούσε, να επανέλθει. Ήταν ένα άτομο εμπιστοσύνης και όταν πρότεινε στην Βασιλική να γραφτεί στην ομάδα μπάσκετ, χάρηκε γιατί ήταν ψηλή και της άρεσε το άθλημα. Τα πράγματα όμως στην συνέχεια πήραν περίεργη τροπή, σε κάποιες φάσεις εξ επαφής χρησιμοποιώντας τον ρόλο του προπονητή, έδειχνε σε εκείνη, δήθεν τυχαία και έπιανε αμυδρά σημεία του σώματός της. Το παιδί αισθανόταν άσχημα, μα πηγαίνοντας στο σπίτι, έβλεπε την μάνα της βουτηγμένη στην θλίψη για το κακό που τους βρήκε και δεν τολμούσε να πει κουβέντα. Άλλωστε ήταν το μοναδικό οικονομικό στήριγμα που είχαν, αν έφευγε από την ζωή τους, δεν θα είχαν καθόλου χρήματα. Αρκετές φορές δεν ήθελε να πάει στην προπόνηση, έβρισκε δικαιολογίες και τότε ερχόταν ο θείος και την έπαιρνε με το αυτοκίνητο, της έλεγε πως αυτός ήταν εκεί για εκείνη, ό,τι χρειαζόταν να μην ντραπεί να του πει και την έβαζε σε δεύτερες σκέψεις, μήπως ήταν υπερβολική, μήπως δεν είχε καταλάβει σωστά;

Στην μητέρα ο θείος δικαιολογούσε την Βασιλική για την αντίδρασή της, έλεγε πως έτσι είναι η εφηβεία, μια δύσκολη φάση και να μην ανησυχεί, την είχε αναλάβει εκείνος. Εκείνο το απόγευμα όμως, ο άτιμος την στρίμωξε για τα καλά, είχε φύγει η μάνα της να δει για μια δουλειά που την σύστησε ο θείος και εκείνος έχοντας το κλειδί του σπιτιού, μπήκε την ώρα που έκανε μπάνιο, χωρίς να τον πάρει είδηση. Άνοιξε την πόρτα του μπάνιου, της έκλεισε το στόμα και με μια κίνηση μπήκε στο ντους και την βίασε. Ξανά και ξανά. Μισή ώρα κράτησε η φρίκη της, φοβήθηκε αυτός μην και γυρίσει η αδελφή του και αφήνοντάς την μόνη να κλαίει στο ντους, έφυγε σαν «κύριος» από την πόρτα.

Δεν μίλησε σε κανέναν για τον βιασμό της, κλείστηκε στον εαυτό της, απλά δήλωσε πως δεν ήθελε να συνεχίσει το μπάσκετ και προσπαθούσε κάθε φορά που ερχόταν ο θείος να λείπει, να τον αποφεύγει. Εκείνος δεν την άφηνε σε ησυχία, την απειλούσε πως θα έλεγε στην μάνα της ότι του ρίχτηκε, πως τρελάθηκε από τον χαμό του πατέρα και φέρεται αλλοπρόσαλλα, την πίεζε να βρεθούν με κάθε τρόπο. Τα πράγματα δυσκόλεψαν όταν λόγω χρεών τους πήραν το σπίτι και ο θείος προθυμοποιήθηκε να ζήσουν στο δικό του. Η Βασιλική αντέδρασε, η μητέρα δεν ήξερε τι της συμβαίνει και ο θείος ως συνήθως «θόλωνε» τα νερά. Το μαρτύριο της μικρής έπαιρνε σάρκα και οστά συχνά πλέον, όπου κοιμίζοντας την μητέρα με βαριά υπνωτικά από την μελαγχολία που την είχε τσακίσει, ανενόχλητος μη και κάποιος τους ακούσει, με βία έμπαινε στο δωμάτιο της μικρής, εκβιάζοντάς την πως θα τους πετάξει στον δρόμο αν δεν κάνει ό,τι ζητάει.

Ο βιασμός της κράτησε δυο χρόνια, μέχρι που ένα βράδυ βρήκε το θάρρος και έφυγε από το σπίτι με την βοήθεια της Θάλειας, συμπαίκτριάς της στο μπάσκετ, όπου έμαθε πως ο θείος την παρενοχλούσε επίσης, αλλά επειδή η μάνα της τον γλυκοκοίταζε, όσες φορές προσπάθησε να της μιλήσει δεν την άκουγε. Πήγαν στην γιαγιά της Θάλειας, στο χωριό αρχικά και αφού τελείωσαν το σχολείο, έπιασαν δουλειά σεζόν σε εταιρεία ενοικίασης αυτοκίνητων.

Ο Γιώργος ήταν ένα γλυκομίλητο χαμογελαστό παιδί, που δούλευε μαζί τους. Συμπάθησε κατευθείαν τα δυο κορίτσια, μα αγάπησε την Βασιλική. Η Βασιλική μην ξέροντας πώς να φερθεί σε τόση αγάπη, τον απέφευγε όπως μπορούσε, δεν πολυμίλαγε παρά μόνο για επαγγελματικά θέματα και σε δυο προτάσεις ποτού και φαγητού είχε ευγενικά αρνηθεί. Ήθελε πολύ να είναι μαζί του, μα φοβόταν πως αν την άγγιζε, θα ξυπνούσαν μνήμες από τον βιασμό της, ή χειρότερα θα ξέσπαγε σε λυγμούς, φωνές, όπως έκανε τα περισσότερα βράδια της. Ο Γιώργος αρχικά υπέθεσε πως είχε σχέση, μα με την διακριτικότητα που τον κατείχε, έμαθε πως δεν υπήρχε κάποιος στην ζωή της και αντί να αποθαρρύνεται από τις συνεχείς αρνήσεις της, εκείνος την πολιορκούσε περισσότερο. Κάποια στιγμή κατάφεραν και βγήκαν όλοι μαζί από την δουλειά για φαγητό. Φεύγοντας την συνόδεψε μέχρι το σπίτι, ρωτώντας για ποιο λόγο τον απέφευγε, εκείνη ξέσπασε σε κλάματα. Την αγκάλιασε απαλά, κατανοώντας πως οι αιτίες του ξεσπάσματος ήταν πιο βαθιές. Και τότε του μίλησε! Ήταν το πρώτο άτομο μετά την Θάλεια που μάθαινε για τον βιασμό της. Ξεχύθηκαν στα μάτια της ποτάμια λύπης και οργής, πίκρας και αυτολύπησης. Δεν τα είπε όλα, δεν χρειάστηκε, ο Γιώργος κατάλαβε! Την αγκάλιασε τρυφερά και την παρότρυνε να μιλήσει σε δικηγόρο, να την κατατοπίσει να κάνει όλες τις ενέργειες έτσι ώστε ο υπαίτιος να τιμωρηθεί.

Δεν πρόλαβε όμως να παραστεί στην δίκη, τον βρήκε μια άλλη δίκη, πάνω από την ανθρώπινη. Καρδιά. Σταμάτησε η καρδιά του θείου, αν υπήρχε, να κτυπά, ένα μήνα πριν την δίκη του, ενάντια στην Βασιλική και στην Θάλεια.
«Στην κόλαση καταραμένε!» ευχήθηκε η μητέρα της στην κηδεία του, καμαρώνοντας την κόρη της από μακριά να κρατά από το μπράτσο τον Γιώργο.

Ελένη Ρέγγα

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading