Δεν ήταν απλά κάποια παπούτσια. Τα παπούτσια αυτά του χορού, μου τα είχε κάνει έκπληξη ο μπαμπάς στα γενέθλιά μου, μαζί με ένα φορεματάκι που αρνιόμουν πεισματικά να βγάλω από πάνω μου. Μου άρεσε να στριφογυρίζω και να το βλέπω να ανεμίζει. Ένιωθα νεράιδα και σε κάθε βήμα λίγο πιο κοντά στο όνειρο.
Ήθελα να γίνω μπαλαρίνα από μικρή. Μετά πιο ρεαλιστικά, χορεύτρια. Δεν χρειαζόταν να εστιάσω σε έναν συγκεκριμένο χορό. Μου άρεσαν όλοι. Με συνέπαιρνε το πώς ο ρυθμός κατέκλυζε κάθε μέρος του κορμιού μου, σε σημείο που τον ένιωθα να ρέει στο αίμα μου. Όταν χόρευα, το αισθανόμουν σε κάθε μου κύτταρο. Απλά αφηνόμουν σε αυτό που άκουγα και η μουσική οδηγούσε τα βήματά μου.
Αυτό που μου άρεσε πιο πολύ να κάνω, ήταν να βάζω τα μαλακά μου παπουτσάκια και να ανεβαίνω στις μύτες σαν πρίμα μπαλαρίνα και να αυτοσχεδιάζω. Περπατούσα στο δρόμο και χόρευα, ανεμίζοντας καλλιτεχνικά τα χέρια με τα δάχτυλα τεντωμένα και το κεφάλι ψηλά. Έτσι έμαθα να βλέπω τον κόσμο – κοιτώντας τον στα ίσα και ποτέ με χαμηλωμένο βλέμμα.
Η νονά μου με μάθαινε χορό. Πάντα χαριτολογούσε πως το λάδι που μου έβαλε στα βαφτίσια ήταν αυτό που με εμπότισε με την καλλιτεχνική φλέβα. Δεν καταλάβαινα ακριβώς τι εννοούσε, μέχρι που με έβαλε στην πρώτη μου παράσταση. Εκείνη ήταν η πρωταγωνίστρια σε ένα κατάμεστο θέατρο. Και εγώ παιδάκι τότε χωρίς άγχος, χωρίς φόβο, χωρίς καμία σκέψη, έδινα ρεσιτάλ. Μα τότε δεν το ήξερα. Απλά χόρευα γιατί αυτό μου άρεσε να κάνω. Και είναι σημαντικό να κάνεις αυτό που σου αρέσει. Σε γεμίζει με ένα συναίσθημα που δεν βρίσκεις αλλού. Και τίποτα άλλο δεν μπορεί να σε κάνει τόσο χαρούμενο. Όταν είσαι παιδί δεν το σκέφτεσαι, απλά λειτουργείς με το αίσθημα και το ένστικτό σου.
Έτσι ξεκίνησαν όλα.
Εγώ ήμουν ευτυχισμένη όταν χόρευα. Γιατί ανέβαινα σε μια άλλη διάσταση. Βρισκόμουν κάπου αλλού όπου δεν με άγγιζαν τα προβλήματα, τα χρέη, η φτώχεια, η μιζέρια, η κριτική – όλα αυτά που αιωρούνταν συνεχώς γύρω μου, απλά εξαφανίζονταν όταν χόρευα. Όταν στριφογύριζα ανάλαφρα στα μαλακά παπουτσάκια μου και αργότερα στις πουέντ, δεν υπήρχε τίποτα άλλο παρά αυτό που αισθανόμουν και εξέφραζα μέσα από την κίνησή μου.
Λένε πως συχνά ταυτιζόμαστε τόσο πολύ με αυτό που κάνουμε, που η ιδιότητά μας γίνεται συχνά η ίδια μας η ταυτότητα. Τόσο που χωρίς αυτήν δεν γνωρίζουμε καν ποιοι είμαστε. Αληθεύει αυτό. Καλώς ή κακώς. Μα εμένα μου άρεσε που ήμουν χορεύτρια. Δεν μπορούσα να φανταστώ να είμαι κάτι άλλο. Δεν ήθελα κιόλας. Πόσοι αλήθεια μπορούν να το πουν αυτό; Πως μεγάλωσαν κι έγιναν ακριβώς αυτό που ονειρεύονταν;
Μου είχε πει η νονά μου ότι αν το θέλω πολύ και δουλεύω προς εκείνη την κατεύθυνση, όλα είναι πιθανά. «Μπορείς να καταφέρεις ό,τι επιθυμεί η καρδιά σου αν το επιθυμείς πάρα πολύ και αν κάνεις ό,τι είναι στη δύναμή σου για να επιτύχεις». Αυτό έκανα. Δεν ήξερα άλλο δρόμο. Δεν ήθελα να δω άλλον.
Μπορεί να στερούμουν πράγματα – φίλους, εξόδους, ξενύχτια, μα δε με ένοιαζε. Διάβαζα για να κρατήσω υγιές το μυαλό μου και χόρευα για να έχω υγιές το κορμί μου.
Μεγάλωνα κάνοντας αυτό που μ’ άρεσε και κάθε μέρα που περνούσε ζούσα το όνειρό μου. Κι αυτό μου ήταν αρκετό. Όσο πιο μικρός είσαι, τόσο λιγότερα πράγματα σου αρκούν για να σε κάνουν χαρούμενο. Το συνειδητοποιείς μεγαλώνοντας αυτό.
Μπήκα σε μια επαγγελματική σχολή στο εξωτερικό. Ήταν πρόκληση να μάθω να ζω μακριά από τους δικούς μου ανθρώπους σε μια ξένη χώρα που ούτε τη γλώσσα δε μιλούσα. Μα είχα συνηθίσει να είμαι ανεξάρτητη. Οι γονείς μου έτσι κι αλλιώς δούλευαν πολλές ώρες και έπρεπε να μάθω από πολύ μικρή να αυτοσυντηρούμαι. Απλά τώρα θα το έκανα σε ένα ξένο περιβάλλον. Απορροφούσα νέες πληροφορίες σαν το σφουγγάρι. Σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα έμαθα μια νέα γλώσσα και έγινα πρωτοχορεύτρια στο μπαλέτο. Κάναμε περιοδείες σε όλο τον κόσμο και είχα έτσι την ευκαιρία να ταξιδέψω και να δω τόσα υπέροχα μέρη, που ούτε καν φανταζόμουν πως υπάρχουν.
Ο χορογράφος με είχε συμπαθήσει κι έβλεπε πως αφομοίωνα αμέσως τις οδηγίες του χωρίς ιδιαίτερο πρόβλημα και την ανάγκη για πολλές επαναλήψεις. Δοκίμασε κάτι εναλλακτικό, εισάγοντας το μοντέρνο χορό στο κλασσικό μπαλέτο και μεταφέροντας στη σκηνή παραλλαγές που έδιναν μια φρέσκια οπτική στα χιλιοπαιγμένα έργα. Με τη δική μου εκτέλεση τα απογειώναμε. Μου άρεσε τόσο πολύ αυτό που έκανα! Και το ότι είχα την ελευθερία να τα εκφράσω όπως τα ένιωθα. Είχαμε ταιριάξει με τον χορογράφο σε αυτό.
Κάναμε γυρίσματα σε πάρκα και δρόμους, σε εξωτερικούς χώρους στα μέρη που βρισκόμασταν ως ‘διαφημιστικά βιντεάκια’ για να προσκαλέσουμε το κοινό στις παραστάσεις μας. Είχαν τεράστια απήχηση.
Ζούσαμε στιγμές δόξας. Άρχισα να κουράζομαι πολύ γιατί κάναμε πολύωρες πρόβες, συχνά ασταμάτητα. Μα ποτέ δεν παραπονιόμουν. Ακόμα κι όταν έβγαζα τα παπούτσια στο τέλος της ημέρας και τα δάχτυλα μου ήταν πρησμένα και γεμάτα πληγές. Δεν νιώθεις πόνο όταν κάνεις αυτό που αγαπάς και που αισθάνεσαι σε κάθε πτυχή του κορμιού σου. Ακόμα και σε αυτό που έχει λαβωθεί. Δεν νιώθεις τον πόνο. Μέχρι που αυτός θα συσσωρευτεί και θα σε κάψει.
Άρχισα να ακούω σούσουρα όταν γυρνούσα το βράδυ στο δωμάτιό μου. Με κακολογούσαν και με λοιδορούσαν. Γιατί δεν θέλουν πάντα όλοι το καλό σου. Και δεν χαίρονται όλοι για τα επιτεύγματά σου. Σε καμία ομάδα δεν είναι όλοι αυθεντικοί. Υπάρχουν και αυτοί που σε ζηλεύουν και σε φθονούν βαθύτατα.
Ζήλευαν τη σχέση μου με το χορογράφο και όλο το επιτελείο της παράστασης. Γιατί ήμουν ευγενική και δεν αντιδρούσα. Γιατί ήμουν η μόνη που μερικές φορές μπορεί να ζητούσαν την άποψή της. Γιατί δεν έδωσα ποτέ δικαίωμα σε κανέναν. Μα πάλι βγήκα λάθος. Ακόμα κι όταν δεν έκανα τίποτα.
Ένα σούρουπο που τελειώναμε ένα βραδινό γύρισμα, ο χορογράφος προσφέρθηκε να με κεράσει ένα τσάι, μιας και είχε αρχίσει να βρέχει και με περιτριγύριζε ένα συνάχι. Αμφιταλαντεύτηκα. Δεν ήθελα να του δώσω να καταλάβει κάτι άλλο. Δεν ήθελα να μπλέξω τα επαγγελματικά με τα προσωπικά. Γιατί όταν κάτι από τα δυο στραβώσει, αναπόφευκτα χαλάει και το άλλο. Αυτός ήδη είχε άλλες βλέψεις. Τον απέτρεψα πριν επιχειρήσει κάτι. Δεν ήθελα να με δει σαν τις άλλες που από μόνες τους έπεφταν στο κρεβάτι του από απουσίας άλλων επιλογών. Μα είχε ήδη γίνει ανεπανόρθωτη ζημιά. Γιατί είναι άσχημο να σου πληγώνουν τον εγωισμό. Και μερικοί δεν το αντέχουν καθόλου.
Εκείνη την ημέρα το διαισθανόμουν πως κάτι θα συμβεί. Από την ώρα που έβαλα τις πουέντ και έδεσα τις κορδέλες πάνω από τους αστραγάλους, το ένστικτό μου κλοτσούσε σαν άγριο άλογο κλεισμένο σε στάβλο.
Δεν άργησε να γίνει.
Στο αποκορύφωμα της παράστασης, το παπούτσι μου πιάστηκε σε μια σανίδα που είχε χαλαρώσει και με ένα πάτημα είχε βγει από τη θέση της. Περίεργο ήταν, γιατί συνήθως οι τεχνικοί τα ελέγχουν όλα πριν βγούμε οι χορευτές στη σκηνή. Το πόδι μου γύρισε και σωριάστηκα πάνω στον αστράγαλο με το κρακ του σπασίματός του να ηχεί σε όλο το θέατρο που πάγωσε και με κομμένη την ανάσα έβγαλε ένα συγχρονισμένο ήχο ανατριχίλας. Δεν θυμάμαι πολλά από το τι συνέβη μετά. Η παράσταση δεν ολοκληρώθηκε ποτέ.
Και εγώ δεν ξαναφόρεσα ποτέ τις πουέντ μου.
Δεν ξέρω ποιος και γιατί μπορεί να ήταν ο υπαίτιος που μου αφαίρεσε τόσο αδίστακτα το όνειρο. Μα ξέρω ότι έστω και λίγο το έζησα. Και για αυτό είμαι ευγνώμων. Γιατί είναι δύσκολο να ζεις με απωθημένα. Με το να σκέφτεσαι τα όνειρα που έχασες βαδίζοντας σε άλλα μονοπάτια.
Αυτά τα ‘αν’ και ‘γιατί’ που σου τρώνε τη ζωή.
Γιατί αν σκεφτούμε πως όλα για κάποιο λόγο γίνονται, ίσως αυτός ήταν ο λόγος να γνωρίσω τον σύντροφό μου – τον πατέρα σου. Αυτός που με σήκωσε στα χέρια του και με περιέθαλψε μετά τη μεγάλη μου πτώση. Αυτός που ήταν δίπλα μου ακόμα κι όταν δεν τον έβλεπα. Ανήκε στην τεχνική παραγωγή της ομάδας. Μα ποτέ δεν έκανε κίνηση προς εμένα. Ήταν πάντα διακριτικός. Τόσο που δεν τον είχα προσέξει, μέχρι που ξύπνησα και τα πρώτα μάτια που αντίκρισα ήταν τα δικά του. Να με κοιτούν με τόση φροντίδα και αγάπη που είχα δει μόνο στα μάτια του μπαμπά, όταν μου έδωσε τα πρώτα μου παπούτσια χορού.
Εκείνα που με οδήγησαν εδώ.
Στο να έχω εσένα και να στα διηγούμαι όλα αυτά. Γιατί αν δεν γινόταν όλο αυτό έτσι όπως έγινε, ίσως και να μη γεννιόσουν ποτέ εσύ. Και θα ήταν μεγάλο κρίμα να μη νιώσω ποτέ πως μπορεί να υπάρχει περισσότερο από ένα μόνο πράγμα που να σε γεμίζει τόσο ολοκληρωτικά.
Μαρία-Χριστίνα Δουλάμη
