Βρεγμένο χώμα (Μέρος 3ο-Tέλος)

Προηγούμενο

Έφτασα στο σπίτι κατά-ενθουσιασμένη, έχοντας ξεχάσει για λίγο πώς θα έπρεπε να αντιμετωπίσω την ανάκριση των γονιών μου. Άνοιξα την πόρτα και τους βρήκα και τους δύο καθισμένους στο τραπέζι της κουζίνας, με μία ατζέντα μπροστά τους. Πρώτος μου απηύθυνε το λόγο ο πατέρας μου:

-Πού ήσουν; Τρελαθήκαμε από την αγωνία μας! Έχουμε τηλεφωνήσει σε όλους τους συγγενείς μας και φίλους, να δούμε μήπως ξέρουν κάτι…

-Συγγνώμη για την αναστάτωση. Είχα βγει με μία φίλη μου από το πανεπιστήμιο, που κατάγεται κι αυτή από εδώ. Είχαμε βγει στην περιοχή της και μας έπιασε τρομερή κακοκαιρία, οπότε έμεινα σπίτι της για το βράδυ. Δεν είχαν σήμα τα κινητά μας, γι’ αυτό δε σας ενημέρωσα.

-Εντάξει, δεν πειράζει. Θέλω όμως να μας υποσχεθείς πως αν ξανασυμβεί κάτι τέτοιο, θα πάρεις ταξί να σε φέρει σπίτι μας. Σκέψου κι εμάς, το μυαλό μας πηγαίνει στα χειρότερα εάν είσαι τόσες ώρες εξαφανισμένη.

-Ok, ok, δε θα το ξανακάνω…

Έπειτα πήρε το λόγο η μητέρα μου:
-Δώσε μας τουλάχιστον τα τηλέφωνα των φίλων σου, εάν δε σε βρίσκουμε να παίρνουμε αυτούς. Σε περίπτωση όμως που δεν πιάνουν τα τηλέφωνα, θα παίρνεις ταξί να γυρνάς όπως είπε ο πατέρας σου.

-Εντάξει σας δίνω τον λόγο μου. Ας μην το συζητήσουμε άλλο. Είμαι πολύ κουρασμένη.

Είπα και μπήκα στο δωμάτιό μου. Έκλεισα την πόρτα κι άρχισα να ονειροπολώ πράγματα για εμένα και για εκείνον. Πόσο όμορφα θα ήταν εάν με έπαιρνε τηλέφωνο κι αρχίζαμε να βγαίνουμε… Από τις συζητήσεις μας φάνηκε πως ταιριάζαμε τόσο πολύ! Πόση οικειότητα ένιωσα μαζί του από την πρώτη στιγμή! Ποια εγώ, που ήμουν πάντοτε τόσο συνεσταλμένη και διστακτική! Πρώτη φορά γνώρισα έναν άνθρωπο που θεώρησα ουσιαστικά ενδιαφέρον, που πέρασα ώρες μαζί του και δεν ένιωσα πλήξη κι εσωτερική μοναξιά, έναν άνθρωπο που τροφοδότησε την ψυχή μου με ελπίδα…!
Τις σκέψεις μου διέκοψε ένα μήνυμα στο κινητό. Ήταν από εκείνον:

«Χάρηκα πολύ για την γνωριμία μας και ανυπομονώ για τη συνέχεια. Θα ήθελα να σε δω ξανά το απόγευμα. Θα ήθελες να βρεθούμε στις 8 σε κάποιο μαγαζί της περιοχής σου;»
«Φυσικά και θέλω. Ραντεβού στις 8 στην πλατεία κοντά στο σπίτι μου»
«Έγινε. Φιλιά.»

Άφησα το κινητό στο κομοδίνο κι έπεσα ανάσκελα στο κρεβάτι, έχοντας ένα ‘’χαζό’’ χαμόγελο καρφωμένο στα χείλη.
Έφαγα με τους δικούς μου κι έπειτα κλείστηκα στο δωμάτιο με τις ώρες για να ετοιμαστώ για τη ‘’μεγάλη συνάντηση’’ . Δεν έβλεπα την ώρα για τις καινούριες όμορφες συζητήσεις που θα κάναμε, για τις αναλύσεις και όλα εκείνα τα νέα κοινά ενδιαφέροντα που θα ανακαλύπταμε. Η ώρα επιτέλους πέρασε πήγε 7μιση και ξεκίνησα για το σημείο συνάντησής μας. Έφτασα ένα τέταρτο νωρίτερα και προς έκπληξή μου εκείνος ήταν ήδη εκεί. Χαμογελαστός με χαιρετούσε από μακριά. Έμοιαζε ενθουσιασμένος. Όταν ανταμώσαμε με φίλησε σταυρωτά:

-Χαίρομαι πολύ που σε ξαναβλέπω. Μπορούμε να κάνουμε έναν περίπατο πριν καθίσουμε κάπου, αν θες… Έχει όμορφη μέρα σήμερα, σε αντίθεση με τη χθεσινή.

-Ναι, πάμε. Χθες ήταν από τις χειρότερες μέρες.

– Εάν δεν ήταν έτσι ο καιρός όμως, δε θα γνωριζόμασταν. Ποτέ δε συμπάθησα τις βροχερές μέρες, αλλά τώρα πια έχω ένα λόγο να τις αγαπώ.

-Ισχύει το ίδιο και για μένα. Η γνωριμία μας άλλαξε όλη την ψυχοσύνθεσή μου. Ένιωθα τόσο άσχημα όταν σου χτύπησα την πόρτα, μα… Χάρη σε σένα κατέληξα να φτάσω χαρούμενη στο σπίτι.

– Νιώθω πολύ τυχερός που μου λες αυτά τα λόγια.

Αρχίσαμε τότε να περπατάμε κατευθυνόμενοι προς ένα πάρκο κοντά στην πλατεία. Στη διαδρομή μου έλεγε διαρκώς αστεία. Είχε έναν μοναδικό τρόπο να με κάνει να γελάω. Στο παρκάκι παρατηρούσε τα πάντα γύρω μας. Τα πουλιά, τα αγριολούλουδα που είχαν φυτρώσει ανάμεσα στα χορτάρια, τις γάτες που περιπλανιόντουσαν. Έβλεπε την ομορφιά στο καθετί τριγύρω, ακριβώς όπως κι εγώ που… Δεν το συνήθιζα. Συνήθως περπατούσα με το βλέμμα μου αφηρημένο, άλλοτε εστιασμένο στην ευθεία και άλλοτε απλανές… Μα, με εκείνον όλα φάνταζαν μαγικά, μοναδικά. Δεν ξέρω αν ίσχυε το ίδιο και για εκείνον, ή του ενέπνεα εγώ αυτή την αίσθηση, αν και ήλπιζα το τελευταίο.

Μετά τη βόλτα μας στο παρκάκι, πήγαμε σε ένα καφέ στην πλατεία. Ανοίξαμε τότε πολλές όμορφες κουβέντες. Μιλήσαμε για τη μοναξιά που νιώθεις όταν είσαι αταίριαστος με τον κόσμο γύρω σου (παραδόξως αισθανόμασταν διαρκώς το ίδιο), για την καταχνιά που είχε δημιουργήσει μέσα μας όλο αυτό, για την ανάσα αισιοδοξίας που έδωσε ο ένας στον άλλον. Μιλήσαμε για τα χόμπι μας και είχαμε ένα κοινό. Γράφαμε και οι δύο ποιήματα, διηγήματα και τραγούδια, με έμπνευση όσα μας σημάδεψαν. Υποσχεθήκαμε ότι θα διαβάσουμε ο ένας στον άλλον μερικά από τα έργα μας, στο σπίτι του στο δασάκι που πρωτογνωριστήκαμε.

Πράγματι. Η τρίτη μας συνάντηση έγινε εκεί, ένα ηλιόλουστο μεσημέρι και μέσα από τις δημιουργίες μας καταλάβαμε ακόμη περισσότερο το πόσο τέμνονται οι ψυχές μας. Εκείνη τη μέρα δώσαμε το πρώτο μας φιλί.

Συναντηθήκαμε πολλές φορές από τότε. Επισκεφτήκαμε παρκάκια, γραφικές πλατείες και παραλίες, μα αγαπημένο μας μέρος παρέμεινε το πέτρινο σπίτι στο δασάκι. Εκείνος μετακόμισε στην πόλη, αφού πλέον είχε ένα λόγο να μην επιθυμεί την απομόνωση… Καταλήξαμε μαζί, φωτίζοντας ο ένας τον σκοτεινό κόσμο του άλλου, μέχρι το φως να επισκιάσει το σκοτάδι…

ΤΕΛΟΣ

Ιωάννα Χαντζαρά

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading