Η Κληρονομιά

Η Κλάραμπελ Φον Τρίχεν, απολάμβανε το απογευματινό της λεμοντσέλο. Καθόταν στον κήπο της έπαυλής της με ένα μόνιμο χαμόγελο κολλημένο στο τσιτωμένο από τα αμέτρητα μπότοξ πρόσωπό της.
«Επιτέλουθ, επιτέλουθ!» φώναξε. « Τα κακάρωθε η γριά καρακάκθα. Άργηθε, αλλά χαλάλι!».

Ήπιε άλλη μια γουλιά λεμοντσέλο. Κοίταξε απαξιωτικά την ετοιμόρροπη έπαυλη. Η δεξιά πλευρά κόντευε να γκρεμιστεί ολοσχερώς. Η τελευταία μπόρα δεν άφησε τίποτα όρθιο. Το χειμώνα πια για να ζεσταθεί έβγαινε έξω. Το εσωτερικό έσταζε από παντού. Έστρεψε το κεφάλι της στον κήπο. Κήπος, τρόπος του λέγειν. Κάτι αγριόχορτα φύτρωναν αραιά και πού κι αυτά με το ζόρι. Πιο πολύ με αλάνα έμοιαζε.

Θυμήθηκε τον Εδουάρδο, τον κηπουρό. Τι παίδαρος που ήταν! Στο ύψος δεν έλεγε πολλά. Τώρα που το σκεφτόταν καλύτερα, ήταν αρκετά κοντός. Το μέγεθος όμως των μυών στα χέρια, στα πόδια… Βασικά το μέγεθος σε πολλά, εκτός από το ύψος, ήταν το μεγαλύτερο πλεονέκτημα. Έκανε αέρα με το χέρι της.
Τώρα με την κληρονομιά της θείας όλα θα έστρωναν. Έπιασε το πακέτο με τα τσιγάρα από το τραπέζι και άναψε ένα. Φύσηξε στον αέρα σχηματίζοντας κυκλάκια.
«Επιτέλουθ!», ξαναείπε δυνατά.

Φορούσε ένα ροζ ταγιέρ, με ένα κόκκινο τριαντάφυλλο στο πέτο. Τα μαλλιά της ξανθά σε στυλ Μέριλυν Μονρό είχαν αρχίσει να ξεβάφουν στις ρίζες. Το γκρι χρώμα έκανε την εμφάνισή του για τα καλά πλέον. Προσπαθούσε να το κρύψει συνήθως με καπέλα και κορδέλες, που την έδειχναν αρκετά χαζοχαρούμενη,
«Ούτε λεφτά για το κομμωτήριο δεν έχω…», είπε. «Τώρα όμωθ!»

Τα μάτια της έλαμψαν χαιρέκακα. Αρχικά θα γκρέμιζε την έπαυλη αμέσως. Η ίδια με έναν οδοστρωτήρα. Τη σιχαινόταν. Ονειρεύτηκε ένα σκάφος στη μέση της Μεσογείου. Καταγάλανα νερά, ζεματιστός ήλιος κι εκείνη να είναι περιτριγυρισμένη από καυτά αγόρια με θανατηφόρα κορμιά, μικροί θεοί με σορτς, ηλιοκαμένοι, σοκολατένιοι. Κάποιοι θα έφτιαχναν κοκτέιλ, άλλοι θα της έκαναν μασάζ. Δύο -τρεις όμως, η ελίτ των θεών, θα την υποδέχονταν πάντα έτοιμοι στο κρεββάτι για να την ευχαριστήσουν με κάθε δυνατό τρόπο.

Σάλιωσε τα χείλη της και άνοιξε τα δύο πρώτα κουμπιά από το ταγιέρ. Οι ζάρες στο λαιμό άγγιζαν σχεδόν το στήθος από τις πλαστικές. Τώρα με την κληρονομιά θα ανακαινιζόταν ολόκληρη.

Ένα κλαψούρισμα ακούστηκε κάτω από το τραπέζι. Έσκυψε και είδε το Μινώταυρο, το αγαπημένο μαύρο τσιουάουα της θείας.
«Κοπρόθκυλο», μουρμούρισε.
Το έσπρωξε με το πόδι της. Θυμόταν ακόμα την ημέρα που το πρόσφερε ως δώρο. Την προηγούμενη είχε πεθάνει η Λάουρα, το λατρεμένο φοξ τεριέ της θείας. Με αυτή την πράξη την είχε ξετρελάνει την παλιόγρια.
«Ανιψούλα μου πόσο σε λατρεύω, είσαι η καλύτερη!»
Τέτοια και άλλα παρόμοια της έλεγε συνέχεια.

«Κθεδοντιάρα γεροντοκόρη. Θου πήρε κάποια χρόνια, αλλά τέδαρεθ!», σκέφτηκε δυνατά.
«Να μου προσέχεις το μωρό μου όταν φύγω. Σε σένα θα εμπιστευτώ τα πάντα!», της έλεγε.
«Καλά, λουκάνικο με φόλα θα είναι το φαγητό θου», είπε δυνατά στον μικροκαμωμένο σκύλο.
Εκείνος την κοίταξε με λαχτάρα κουνώντας την ανύπαρκτη ουρά του.

Χτύπησε το κινητό της. Ήταν ο συμβολαιογράφος. Τον έφερε στο μυαλό της. Ψηλός, μελαχρινός, με μεγάλα δυνατά χέρια. Θα τον έπαιρνε σίγουρα μαζί της στο γιοτ.
«Φερδινάνδε;»
«Δεσποινίς Φον Τρίχεν. Είστε καλά;»
«Τώρα που θε άκουθα, τέλεια».

Ένα ίχνος αμηχανίας αιωρήθηκε στην ατμόσφαιρα.
«Πήρα να σας υπενθυμίσω για τη διαθήκη. Σήμερα στις 17:00, σας περιμένω».
«Μα φυθικά. Αγωνιώ να θε κθαναδώ», απάντησε ναζιάρικα.

Στις 17:00 ακριβώς με γυαλιά ηλίου αλά Τζάκι Ο κι ένα τεράστιο μαύρο καπέλο με τούλι που κάλυπτε το πρόσωπό της, στρογγυλοκαθόταν στο γραφείο του Φερδινάνδου. Μ’ ένα λουρί κρατούσε το Μινώταυρο σφιχτά.
Ο συμβολαιογράφος φορώντας ένα σκούρο γκρι κουστούμι, την κοίταξε συγκαταβατικά.
«Δεσποινίς Φον Τρίχεν, η διαθήκη γράφτηκε από τη θεία σας έχοντας σώας τας φρένας, μπροστά μου. Σας αγαπούσε πολύ. Ήσασταν η μοναδική ανιψιά της».
«Αχ, θειούλα μου αγαπημένη… Κι εγώ την αγαπούθα τόθο πολύ!», κλαψούρισε ψεύτικα.
Ο Μινώταυρος σιγόνταρε στο κλάμα με μικρά γαυγίσματα.
«Λοιπόν, Δεσποινις Φον Τρίχεν, η θεία σας, Ισαβέλλα Φον Τρίχεν, αφήνει την περιουσία της…»
Η Κλάραμπελ μειδίασε.
«…στο Μινώταυρο!»
«ΠΩΘ;;;;;;;;» ούρλιαξε.
«Αφήνει την περιουσία της στο Μινώταυρο. 100.000.000 ευρώ, τα δύο κότερα, το κάστρο στη Σκωτία, την έπαυλη στην Ελβετία και όλες τις μετοχές της».

Η Κλάραμπελ πάνιασε. Πέταξε το καπέλο και τα γυαλιά ηλίου στο πάτωμα. Προσπάθησε να αναπνεύσει παίρνοντας βαθιές ανάσες. Ο Φερδινάνδος τρόμαξε. Άδειασε τη χαρτοσακούλα με το κολατσιό του και την έδωσε. Εκείνη την άρπαξε άτσαλα. Με γρήγορες κινήσεις ξεκίνησε τις εισπνοές. Ο Μινώταυρος καταλαβαίνοντας την αναστάτωση γαύγιζε ασταμάτητα γυρνώντας γύρω από τον εαυτό του.
«Θα θε θκοτόθω παλιόθκυλο. Εθύ φταίθ για όλα! Εθύ, εθύ, εθύ!!»
«Σε περίπτωση που ο κληρονόμος δεν πεθάνει από φυσικά αίτια, συμπλήρωσε ο Φερδινάνδος πιο έντονα, όλη της η περιουσία σκορπίζεται σε ιδρύματα και γηροκομεία. Γράφει ονομαστικά σε ποια».

Η Κλάραμπελ τώρα έκλαιγε γοερά.
«Νερό, νερό», ψιθύρισε.
«Εσάς σας αναθέτει τη φροντίδα του σκύλου. Ήξερε πόσο τη φροντίζατε και όταν της κάνατε δώρο το Μινώταυρο, σας λάτρεψε. Νόμιζε πως εποφθαλμιούσατε μόνο την περιουσία της. Με αυτή την πράξη όμως κατάλαβε. Σας εμπιστεύεται το πιο σημαντικό της απόκτημα».
«Δεν το πιθτεύω, δεν το πιθτεύω, δεν το πιθτεύω!», επαναλάμβανε σαν υπνωτισμένη.
«Θα πρέπει βέβαια να μείνετε μόνιμα στο κάστρο στη Σκωτία. Ήθελε να μεγαλώσει ο Μινώταυρος στην ιδιαίτερη πατρίδα της».

Το κλάμα της Κλάραμπελ φούντωνε σε κάθε πρόταση του συμβολαιογράφου.
«Ως νόμιμος κηδεμόνας του σκύλου, η ευθύνη σας θα είναι η μακροζωία του και η πολυτελής διαβίωσή του, όπως ακριβώς είχε μάθει με τη θεία σας. Εξηγεί αναλυτικά τους όρους, τη χρήση των μετρητών, το ακριβές ποσό που σας επιτρέπει να χρησιμοποιείτε για το σκύλο το μήνα. Επίσης έχει προσλάβει όλους τους ειδικούς για μια σωστή και υγιεινή ζωή για τον Μινώταυρο. Διατροφολόγους, μασέρ, ψυχολόγους, γυμναστές. Εσείς πρέπει να επιβλέπετε ότι όλα λειτουργούν σωστά και ο σκύλος είναι χαρούμενος με την καινούρια του ζωή. Πόσο προνοητική γυναίκα πραγματικά η θεία σας! Είμαι πολύ εντυπωσιασμένος!», είπε ο Φερδινάνδος με θαυμασμό.

Η Κλάραμπελ πια δεν άκουγε. Τα μάτια της είχαν πρηστεί από το κλάμα. Σκέφτηκε το γιοτ με τους ηλιοκαμένους λεβέντες. Ανάμεσά τους ο Φερδινάνδος, με το ποτισμένο από την αλμύρα κορμί του κι εκεί ανάμεσα στα τραχιά του χέρια, που θα μπορούσαν να είναι φωλιά για κάθε γυναίκα, ο Μινώταυρος να γλύφει ένα τεράστιο κόκκαλο.

Elpida Petrova

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading