[Σημείωση: Μερικές φορές, έχω μια κεντρική ιδέα, ένα περιστατικό, μια εικόνα κλπ στο μυαλό μου και χτίζω την πλοκή γύρω από αυτό ή αυτή. Το τελικό αποτέλεσμα μπορεί να μην απαντά όλα τα ερωτήματα που δημιουργούνται και πως ίσως φαίνεται λίγο «περίεργο» (ό,τι κι αν σημαίνει αυτό για κάθε αναγνώστη/αναγνώστρια), αλλά θεωρώ ότι έχει ενδιαφέρον να διαβάζουμε και τέτοιες ιστορίες.]
Δεν μου αρέσει το διαμέρισμά μου. Με φοβίζει. Η διαμονή μου εκεί είναι ένα μαρτύριο χωρίς τέλος. Ώρες-ώρες, νομίζω πως θα πέσει και θα με πλακώσει.
Όλα αυτά είναι στο μυαλό σου, Χρήστο. Το διαμέρισμά σου δεν έχει κανένα πρόβλημα. Αυτό που δεν σου αρέσει είναι το ότι μένεις μόνος σου. Από επιλογή σου. Το έχουμε συζητήσει ξανά. Από τότε που πέθανε η γυναίκα σου, σε φοβίζει σχεδόν κάθε τι.
Όχι, αυτό δεν είναι αλήθεια. Δε φοβάμαι να βγω από το διαμέρισμα. Δε φοβάμαι να μείνω με άλλους. Απλά δεν θέλω να μένω μόνος μου, στο διαμέρισμά μου.
Μπορείς κάθε ώρα και στιγμή να φύγεις από το διαμέρισμά σου. Μπορείς να προσπαθήσεις να επανέλθεις, να συνεχίσεις τη ζωή σου. Να δουλέψεις και όχι να περιμένεις ένα επίδομα από το κράτος. Δεν θα ξεχάσεις την Έλενα αν συνεχίσεις. Ούτε θα ατιμάσεις την μνήμη της. Αλλά είναι εξίσου σημαντικό να καταλάβεις πως δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα με το διαμέρισμά σου. Όχι κάποιο πρόβλημα από αυτά που υπονοείς.
Ο Χρήστος μαγείρευε. Ήταν στην κουζίνα, πάνω από κατσαρόλες που βράζανε και από ένα νεροχύτη γεμάτο στοιβαγμένα πιάτα. Ο ήλιος εισερχόταν από το παράθυρο και η τηλεόραση πάνω στο ψυγείο ίσα που ακουγόταν. Κάποια κουτσομπολίστικη εκπομπή, από αυτές που ασχολούνται με τις διασημότητες, το μόντελινγκ, τις ταινίες, τις μαγειρικές και τα ζώδια. Οι δείκτες του παλιού ρολογιού στον τοίχο δούλευαν με τα αχνά τους τικ-τακ να κουδουνίζουν ανά δευτερόλεπτο, σαν εξάσφαιρα που οπλίζονταν. Έκανε ζέστη στην κουζίνα.
Όμως, ο Χρήστος δεν μαγείρευε. Δεν ήταν καν στην κουζίνα.
Ο Χρήστος έφτιαχνε το δωμάτιο που είχε μοιραστεί με την Έλενα επί τέσσερα χρόνια. Δύο σαν ζευγάρι, ένα σαν αρραβωνιασμένοι και ένα παντρεμένοι. Χωρίς παιδιά. Μάζευε τα ρούχα του σε στοίβες και τα έβαζε στη ντουλάπα. Κάποια έπεφταν στο πάτωμα με ένα μακρινό ποπ. Μια δυο φορές έριξε κατά λάθος κάποια από τα μπουκαλάκια καλλυντικών που είχε η Έλενα και έσπασαν, διαχέοντας στην ατμόσφαιρα δυνατά αρώματα. Έκανε ζέστη μέσα στην κρεβατοκάμαρα.
Όμως, ο Χρήστος δεν μάζευε τα ρούχα. Δεν ήταν καν στο δωμάτιο.
Ο Χρήστος προσπαθούσε να συμμαζέψει το σαλόνι. Είχε βγάλει τη σφουγγαρίστρα και τα ξεσκονόπανα και τα καθαριστικά και γυάλιζε τα έπιπλα και το πάτωμα. Βουτούσε τη σφουγγαρίστρα στον κουβά -πλιτς- και μετά στα πλακάκια. Έκανε ζέστη στο σαλόνι.
Όμως, ο Χρήστος δεν καθάριζε. Δεν ήταν καν στο σαλόνι.
Ο Χρήστος έκανε μπάνιο. Είχε περάσει μια δύσκολη μέρα. Άλλη μία. Είχε βγει και είχε πάει στο κτίριο του δήμου, για να φάει στο κοινοτικό μαγειρείο. Ελεύθερα γεύματα κάθε μεσημέρι και βράδυ για τους μη έχοντες. Ο Χρήστος κάποτε είχε δουλειά και έσοδα, αλλά τα έχασε, μαζί με τα ψυχικά του αποθέματα. Μαζί με την γυναίκα του. Αναγκαζόταν πλέον να ζητάει τη βοήθεια του πλησίον του και της κοινότητας.
Ο Χρήστος ήταν όντως στο μπάνιο. Αλλά δεν έκανε ντους.
Ήταν μέσα στη μπανιέρα. Με τα ρούχα του. Έτρεμε και ανέπνεε αργά. Ένας μώλωπας στο πίσω μέρος του κεφαλιού του. Λίγες σταγόνες αίμα στην κίτρινη μπανιέρα. Κοιτούσε το ταβάνι, με βλέμμα υπνωτισμένο.
Θυμόταν τι είχε πάθει. Ήταν έτοιμος να βουρτσίσει τα δόντια του, αλλά το σκεφτόταν πολύ. Σαν να ήθελε να αποφασίσει αν είχε νόημα. Δάκρυα στα μάτια του, καθώς μνήμες από πρωινά πέρασαν αστραπιαία από τη μνήμη του. Με τη γυναίκα του να προσποιούνται πως δεν είχαν στο μυαλό τους το σεξ που ήθελαν να κάνουν. Να ανταλλάσσουν πονηρές, μα ερωτευμένες, ματιές. Τα σώματά τους τόσο κοντά το ένα στο άλλο, που ανατρίχιαζαν ηδονικά.
Είχε αφήσει την οδοντόβουρτσα στην άκρη και πιάστηκε από την άκρη του νιπτήρα. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη.
Η Έλενα ήταν δίπλα του. Χλωμή. Με το που άνοιξε το στόμα της, από την άκρη του χείλους κύλησαν μερικές σταγόνες νερού.
Ο Χρήστος είχε τρομάξει από το θέαμα και δε συνειδητοποίησε πως έβαλε δύναμη και έκανε την απότομη κίνηση. Το χέρι του γλίστρησε προς τα πλάγια και το σώμα του ακολούθησε την πτώση. Προσπάθησε να ανακόψει την πορεία του, όμως το χέρι του βρήκε στην άκρη της μπανιέρας. Κάτι γερό υποχώρησε κάτω από το δέρμα της παλάμης και τα μάτια του γούρλωσαν. Έκανε να ουρλιάξει, αλλά, χωρίς να το συνειδητοποιήσει εντελώς, βρέθηκε στην μπανιέρα, με το δεξί του χέρι να πονάει ολόκληρο, κυρίως στην παλάμη και στον ώμο, ενώ τα γόνατά του χτύπησαν άσχημα στον τοίχο. Ο αέρας στα πνευμόνια του βρήκε διέξοδο τελικά, για δύο δευτερόλεπτα όλα κι όλα. Το ουρλιαχτό του αντήχησε στον κλειστό χώρο και η θέρμη του αίματος που κυκλοφορούσε στους πληγωμένους μύες του χεριού του τον έκανε να κλάψει ακόμα πιο πολύ.
Έπειτα, σκοτάδι.
Κι όταν ξύπνησε, πάλι σκοτάδι ήταν. Είχε ξεπαγιάσει. Ένιωθε πιασμένος, σαν να μην είχε κάνει ποτέ του τίποτα. Έβηξε. Δοκίμασε το χέρι του. Έσφιξε τα δόντια. Η αίσθηση ήταν λες και έπιανε καλώδιο από μπαλαντέζα. Τα γόνατά του ήταν σε καλύτερη κατάσταση, αλλά πονούσαν κι αυτά.
Έστριψε ελαφρώς το κορμί του. Αργά. Προσπαθώντας να μην αγγίξει πουθενά το δεξί χέρι του.
Κοιτούσε το ταβάνι. Όχι ακριβώς, δηλαδή, δεν φαινόταν, αλλά ήξερε πως είναι εκεί.
Η πόρτα του μπάνιου ήταν ανοιχτή και έτσι μπορούσε να ακούει ό,τι συνέβαινε στους άλλους χώρους.
Μισώ το διαμέρισμά μου.
Δεν ήταν στην κουζίνα, αλλά άκουγε την τηλεόραση που έπαιζε και το φαγητό, κάποιο φαγητό, που σιγόβραζε.
Αυτό το μέρος είναι κακό.
Δεν ήταν στο δωμάτιό του, αλλά άκουγε τους γδούπους από τα ρούχα και τα μπουκαλάκια που έπεφταν στο πάτωμα.
Μου πήρε ό,τι είχα.
Δεν ήταν στο σαλόνι, αλλά άκουγε τη σφουγγαρίστρα να καθαρίζει το πάτωμα.
Αυτό το μέρος με κάνει δυστυχισμένο.
Δεν ήταν σε κανέναν από τους προαναφερθέντες χώρους και, παρά το ότι δεν είχε κλείσει την πόρτα, έκανε κρύο. Το καλοριφέρ του μπάνιου δε λειτουργούσε.
Αυτό το μέρος πήρε την Έλενα.
Είχε βρει την Έλενα πνιγμένη στην μπανιέρα. Να επιπλέει, με τα μάτια κλειστά. Το γυμνό της κορμί ασάλευτο σαν σαβανωμένο πτώμα. Κάλεσε ασθενοφόρο, αλλά ήταν αργά.
Αυτό το διαμέρισμα τον είχε διαλύσει κι όμως συνέχιζε να μένει εκεί.
Γιατί;
Γιατί θέλω να πιστέψω ότι δε συμβαίνει κάτι. Ότι ο ψυχολόγος έχει δίκιο.
Οι ήχοι που άκουγε τώρα, ό,τι (δεν) αισθανόταν, του αποδείκνυαν το ακριβώς αντίθετο.
Δεν θέλω να ζω εδώ. Θέλω να ζω αλλού, οπουδήποτε αλλού. Μαζί με φίλους. Ή και αγνώστους. Θέλω να φύγω.
Μπορείς κάθε ώρα και στιγμή να φύγεις από το διαμέρισμά σου. Μπορείς να προσπαθήσεις να επανέλθεις, να συνεχίσεις τη ζωή σου.
Ο Χρήστος δοκίμασε τα πόδια του. Η ενόχληση υπήρχε, αλλά έχανε την ισχύ της σιγά-σιγά.
Δεν θα ξεχάσεις την Έλενα αν συνεχίσεις. Ούτε θα ατιμάσεις την μνήμη της.
Τα λύγισε. Μόρφασε, όμως μπορούσε και αυτό τον ένοιαζε.
Αλλά είναι εξίσου σημαντικό να καταλάβεις πως δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα με το διαμέρισμά σου.
Έκλεισε τα μάτια. Σκέφτηκε την Έλενα. Σκέφτηκε τον κόσμο εκεί έξω.
Όχι κάποιο πρόβλημα από αυτά που υπονοείς.
Έδωσε ώθηση στο σώμα του.
Αλλά τότε ο αέρας από τα πνευμόνια του χάθηκε ξανά. Το λάστιχο από το τηλέφωνο του μπάνιου τυλίχτηκε γύρω από το λαιμό του, σαν πλοκάμι χταποδιού. Ο Χρήστος το άρπαξε με το αριστερό του χέρι και προσπάθησε να απελευθερωθεί. Θέλησε να βάλει τα δάχτυλά του ανάμεσα στο λάστιχο και στο δέρμα του λαιμού του, αλλά ήταν αδύνατο.
Τα μάτια του γούρλωσαν ξανά και σιγανοί ήχοι πνιγμού βγήκαν από το στόμα του.
Το χέρι του άφησε το λάστιχο τελικά.
Τάκης Κομνηνός
——————————
Σημειώσεις:
Το κείμενο αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα.
Θα ήθελα την άποψή σας είτε εδώ, είτε (και) στην σελίδα του TheBluez.gr στο Facebook: https://www.facebook.com/
Βρείτε όλα τα κείμενά μου εδώ: https://thebluez.gr/category/
Και στον ακόλουθο συνδέσμου όλα τα κεφάλαια της «Εντολής της Κόμισσας», που δημοσιεύονται σε συνέχειες: https://thebluez.gr/category/
