«Έλα, μπαμπά».
«Έλα, Τάκη. Όταν σχολάσεις, πήγαινε, σε παρακαλώ στης γιαγιάς».
«Πάλι; Αλήθεια δεν βρίσκω λόγο», ξεφύσηξε.
«Είπε ότι σε χρειάζεται».
Ο Τάκης μουρμούρισε ένα λιπόψυχο «εντάξει» πριν κλείσει το κινητό.
Το ίδιο απόγευμα στεκόταν στο κατώφλι του σπιτιού της και χτύπησε μια δύο φορές την πόρτα. Θυμήθηκε όμως ότι η γιαγιά δεν ακούει καλά και πάτησε το κουδούνι παρατεταμένα. Η κυρία Ευγενία εμφανίστηκε στην πόρτα με ένα τεράστιο χαμόγελο. Φορούσε την αγαπημένη της λουλουδάτη ρόμπα που έφτανε ως το γόνατο και κρατούσε μια μικρή, λινή πετσετούλα, που την πήγαινε από το ένα χέρι στο άλλο για να στεγνώσει γρήγορα τα χέρια της.
«Σε γνώρισα από το ανάστημα», γέλασε όλο περηφάνια πριν τον αγκαλιάσει σφιχτά. Η ευωδιά της που τον τύλιξε, ήταν μια μίξη από χαμομήλι, σαπούνι και τριαντάφυλλο. Ξάφνου ξύπνησε τις παιδικές του αναμνήσεις, τότε που η γιαγιά ήταν το καλύτερο κομμάτι της παιδικής του ηλικίας. Από την ενηλικίωση και μετά όμως, η γιαγιά άρχιζε ολοένα και περισσότερο να μοιάζει με έναν άνθρωπο που είχε μείνει κολλημένος στο παρελθόν, ένα ξεφτισμένο κομμάτι που δεν ταιριάζει πλέον με το παζλ της ζωής του.
«Να περάσω γιαγιά;»
«Και το ρωτάς, λεβέντη μου; Έλα! Πεινάς;»
«Έφαγα, ευχαριστώ. Κάτσε να μου πεις γρήγορα τι έγινε, γιατί βιάζομαι».
«Πάντα βιάζεσαι πουλάκι μου, δεν θες να σε φιλέψω κάτι πρώτα; Στην κατσαρόλα ζεστό ζεστό είναι ακόμα το περγαμόντο».
«Δεν τα τρώω πια αυτά. Πάμε στο θέμα, τι συνέβη;»
«Τον είδα ξανά!», άφησε γρήγορα την κούπα στο τραπέζι και έτριψε το χέρι της να μην τρέμει.
«Ποιον είδες;» κούνησε το κεφάλι ανυπόμονα μπας και συντομέψει την κουβέντα.
«Εκείνον ναι, ναι, εκείνον τον απατεώνα! Στο λέω αυτός ήταν! Στεκόταν πίσω μου στην ουρά στον πάγκο με τα πορτοκάλια. Σήμερα το πρωί στην λαϊκή! Και γυρνώντας να φύγω, τον έπιασε το μάτι μου, αλλά δεν στάθηκα, γιατί φοβήθηκα να μη με γνωρίσει».
«Αποκλείεται, θα σου φάνηκε. Σου είπα πολλές φορές να μην έχεις ελπίδες. Δεν υπάρχει περίπτωση να βρεθεί αυτός. Την χαζομάρα σου την έκανες, ξέχασέ το».
«Έλα, μη μιλάς έτσι, στον καθένα θα μπορούσε να συμβεί. Μου είπε ότι ο μπαμπάς σου τράκαρε…»
«Ναι, τράκαρε ένα κορίτσι και έπρεπε να πληρώσεις την επέμβαση αμέσως για να μην πεθάνει».
«Ακριβώς έτσι, μου είπε», σκούπισε τα χείλη της στην πετσέτα, αλλά διακριτικά την πέρασε και από την άκρη του ματιού της.
«Και πήγες και τα έδωσες, αμέσως κιόλας! Δεν πήρες καν τον μπαμπά, πήγες στην τράπεζα και σήκωσες τα μισά σου λεφτά. Κλαίγε τα τώρα!», σηκώθηκε και πήγε προς την πόρτα.
«Τάκη, το ξέρω ότι με θεωρείς ανόητη γι’ αυτό που έγινε. Όμως μπορείς να με βοηθήσεις σε παρακαλώ; Είναι σημαντικό για μένα».
«Τι θες δηλαδή να κάνω;»
«Η λαϊκή είναι δίπλα στο πάρκο που τον συνάντησα και του έδωσα τα λεφτά. Πιστεύω ότι κάπου εκεί κοντά μένει ή ότι το έχει σαν στέκι. Σου έκανα ένα σκίτσο σαν αυτό που έδωσα στην αστυνομία. Αν κάνεις μια δύο ερωτήσεις, μπορεί κάτι να μάθεις».
«Να κάνω τον ντετέκτιβ θες; Γιατί δεν το αφήνεις στην αστυνομία;»
«Σε παρακαλώ θα το κάνεις;»
Ο Τάκης πήρε στα χέρια του το σκίτσο και έφυγε αμίλητος.
Ένα από τα επόμενα πρωινά, κατέβηκε στη λαϊκή.
«Συγγνώμη κύριε, τον γνωρίζετε αυτόν;»
Ο ηλικιωμένος στον πάγκο με τα πορτοκάλια, κοίταξε καχύποπτα τη φωτογραφία.
«Ναι, περνάει συχνά. Γιατί τον ψάχνεις;»
«Ε.. Κάνω μια έρευνα», ξερόβηξε.
«Τι είδους έρευνα;»
«Για απάτη».
«Μάλιστα! Να σου πω εγώ για απάτη! Πήγαινε στο τέλος του διαδρόμου να βρεις τον άνθρωπο με τα βότανα, να σου πει για την αδελφή του».
Ο Τάκης προχώρησε ως την άλλη άκρη, περνώντας μέσα από τον κόσμο και είχε ήδη μετανιώσει που το έκανε αυτό.
«Καλημέρα κύριε. Εεε.. Ο κύριος με τα πορτοκάλια… Δεν το πιστεύω αυτό που κάνω! Ο κύριος εκεί πίσω, μου είπε να σας βρω και να σας ρωτήσω για την αδελφή σας η οποία από ότι κατάλαβα έπεσε θύμα απάτης».
«Πες το και με έσκασες! Γιατί τραυλίζεις τόση ώρα; Ναι, ένας ξεδιάντροπος την ξεγέλασε και της έφαγε πέντε χιλιάρικα. Ήταν όσα είχε και δεν είχε στην άκρη. Την πήραν τηλέφωνο και της είπαν ότι εγώ χτύπησα ένα παιδάκι… μην τα θυμάμαι, γιατί με πιάνουν τα νεύρα μου. Κάτσε εδώ να τα πούμε και σε μισή ώρα που κλείνω θα πάμε στης αδερφής μου».
Ο Τάκης δεν αναρωτήθηκε πώς έπεσαν και αυτοί οι άνθρωποι θύματα της απάτης. Ήθελε να τον πάει στο σπίτι της αδελφής του και ούτε το όνομά του δεν ήξερε. Του ήταν ένας άγνωστος, τόσο απλά.
Η κυρία που άνοιξε την πόρτα, έμοιαζε πολύ στη γιαγιά του. Είχε τα ίδια λεπτά, καστανά μαλλιά και φαίνεται ότι και αυτή αγαπούσε τις λουλουδάτες ρόμπες. Ακόμα και εκείνο το άρωμα του τριαντάφυλλου γέμιζε το σαλόνι περισσότερο από τη μυρωδιά του σπιτικού γλυκού που του σέρβιρε. Ο αδερφός της πήγε στην κουζίνα να ετοιμάσει τσάι όσο εκείνοι μιλούσαν.
«Δοκιμάστε, είναι περγαμόντο. Εγώ το έφτιαξα».
«Ξέρετε εγώ δεν… Καλά. Θα φάω. Σας ευχαριστώ».
«Λοιπόν, πώς σας φαίνεται;»
«Η αλήθεια είναι ότι είναι εξαιρετικό. Είχα ξεχάσει πόσο νόστιμα είναι αυτά τα γλυκά».
«Πόσο χαίρομαι! Λοιπόν, πείτε μου… Είστε ερευνητής; Είστε ντετέκτιβ;» ρώτησε με μια γλυκιά αφέλεια.
«Ένας πολύ δικός μου άνθρωπος εξαπατήθηκε όπως εσείς. Και μου ζήτησε να προσπαθήσω να βρω πληροφορίες», ξεφύσηξε και η γιαγιά Άννα κατάλαβε ότι ο νέος θεωρούσε την προσπάθεια μάταιη.
«Μάλιστα, θα βοηθήσω αν μπορώ. Βέβαια, ελπίζω να μην πιστεύετε και εσείς, όπως τα εγγόνια μου, ότι είμαι ανόητη. Ότι τελικά μου άξιζε που την «πάτησα» όπως μου είπαν, γιατί ήταν τόσο φανερή η απάτη αυτή. Βλέπω στα μάτια τους πόσο έχετε αποξενωθεί οι νέοι από τη γενιά μου. Συγγνώμη που το λέω, αλλά μη μας κοιτάτε αφ’ υψηλού. Μη με λυπάστε. Δεν είναι η τεχνολογία, η γνώση, οι επιστήμες, οι σπουδές που κάνουν κάποιον να είναι άνθρωπος. Προτιμώ την αφέλεια από τον εγωισμό, προτιμώ να είναι αυτό το ελάττωμά μου. Ξέρω ότι τα εγγόνια μου θα ήθελαν να αλλάξω. Ως τα τριάντα τους το ίδιο εύχονταν και για τη μάνα τους, Θεός σχωρέστην. Όταν την έχασαν, κάπως κατάλαβαν πόσο αγνό είναι σήμερα να εμπιστεύεσαι τους άλλους. Πόσο καθαρή ήταν η καρδιά της που δεν έβαζε πρώτα τον κακό λογισμό για τον διπλανό της. Γιατί θυμόταν πάντα πως «όποιος φανερά αμάρτησε, μπορεί κρυφά να μετανόησε». Αλλά η καρδιά ξεχνάει πιο γρήγορα από το μυαλό! Μη με κοιτάτε λοιπόν, σας παρακαλώ, με λύπηση. Δεν λυπάμαι για εμένα που κάποιος με εκμεταλλεύτηκε επειδή είμαι αγαθή. Για εκείνον λυπάμαι που θέλει να κάνει κακό στον συνάνθρωπό του. Λοιπόν, μου είπατε πριν ότι έχετε ένα σκίτσο, μπορώ να το δω παρακαλώ;»
Ο Τάκης το έβγαλε από την εσωτερική θήκη του μπουφάν χωρίς να πει λέξη.
«Ναι, αυτός είναι! Σίγουρα! Μου είχε ζητήσει να τον συναντήσω στο πάρκο. Α! Ξέρεις ποια άλλη είχε χάσει χρήματα; Δημήτρη, πώς λένε την κυρία που έχει το βιβλιοπωλείο στη γωνία αυτή που το δουλεύει με την κόρη της;»
«Χριστίνα νομίζω την λένε».
«Σωστά! Πάει ένας χρόνος, αλλά ίσως θυμάται κάτι παραπάνω εκείνη».
«Πρέπει να πάω λοιπόν ξανά στην αγορά. Σας ευχαριστώ πολύ».
«Κανένα πρόβλημα, νεαρέ μου».
«Όχι, αλήθεια, σας ευχαριστώ παραπάνω από ότι μπορείτε να πιστέψετε. Και έχετε δίκιο. Η καρδιά ξεχνάει πιο γρήγορα από το μυαλό».
Στο δρόμο για το βιβλιοπωλείο, ο Τάκης πέρασε από την αγορά, έφτασε στο πάρκο, αλλά ήταν κλειστό και έκανε τον κύκλο. Από μακριά είδε μια ηλικιωμένη να κλαίει και να δίνει ένα φάκελο σε έναν άντρα. Τον αναγνώρισε αμέσως.
«Κάθαρμα», μουρμούρισε και έτρεξε όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Ο απατεώνας άρχισε να τρέχει και αυτός μόλις κατάλαβε ότι ένας άντρας τον κυνηγούσε. Πήδηξε πάνω από τον φράχτη του πάρκου για να βγει από την άλλη πλευρά. Ο Τάκης δεν τον έβλεπε πια, αλλά πήγαινε προς το μέρος του όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Πέρασε στον απέναντι δρόμο και τελικά δύο τετράγωνα πιο κάτω είδε ένα αυτοκίνητο τρακαρισμένο και τον απατεώνα αναίσθητο στην άσφαλτο.
Τον απατεώνα παρέλαβε το ασθενοφόρο συνοδεία της αστυνομίας. Ο Τάκης έμεινε για κατάθεση και πήγε αμέσως στο σπίτι της γιαγιάς του. Δεν ήξερε προς το παρόν αν υπήρχε ελπίδα να βρεθούν τα χρήματα, αλλά σίγουρα ο συγκεκριμένος δεν θα έκανε κακό σε άλλες γιαγιάδες πλέον.
Μόλις η γιαγιά Ευγενία άνοιξε την πόρτα, ο Τάκης την αγκάλιασε σφιχτά, τόσο σφιχτά που ένιωσε ξανά σαν μικρό παιδί στην αγκαλιά της. Τότε που η γιαγιά δεν ήταν ανόητη και αφελής, αλλά η πιο γλυκιά ύπαρξη μετά τη συγχωρεμένη τη μάνα του. Και αυτό δεν θα άφηνε ποτέ ξανά την καρδιά του να το ξεχάσει.
C.C.
