Τηλεφωνικός έρωτας

Ήταν Δεκέμβρης μήνας, μιας μουντής καραντίνας που απορροφούσε σταδιακά κάθε χρώμα που είχε μείνει στις ζωές μας… Κάθε μέρα έμοιαζε ίδια με την προηγούμενη, σε βαθμό που οι κινήσεις μου είχαν γίνει μηχανικές. Έμοιαζε σαν να είχε αδρανοποιηθεί το μυαλό, σαν να κινούνταν μόνο του το σώμα, δίχως να λαμβάνει εντολές.

Το βλέμμα μου ήταν απλανές και κενό μονίμως, φάνταζα αναίσθητος, αλλά δεν ήταν αλήθεια. Πάλευα με την κατάθλιψη καιρό και οι συνθήκες την επιδείνωναν. Ήμουν σε ένα στάδιο της ζωής μου που είχα μείνει μόνος, πολύ μόνος… Είχα διακόψει τις διαπροσωπικές μου σχέσεις με φίλους και συγγενείς, έχοντας δει τις μάσκες τους να πέφτουν, αποκαλύπτοντας το αληθινό τους πρόσωπο. Βοήθησε σε αυτό και η καραντίνα, δε σας κρύβω… Περνώντας πολλές ώρες με τον εαυτό μου, μπόρεσα και φίλτραρα τις συμπεριφορές τους απέναντί μου και διαπίστωσα πως ήθελαν κάθε άλλο, παρά το καλό μου. Παρόλα αυτά δεν είχα πάψει να πιστεύω στους ανθρώπους και να ελπίζω πως κάπου εκεί έξω θα υπάρχουν άνθρωποι συμβατοί με μένα. Άνθρωποι που σίγουρα δε ήμουν τόσο τυχερός, ώστε να τους γνωρίσω στον καθημερινό μου περίπατο, στέλνοντας κωδικό 6 στο 13013.

Κάποια στιγμή όμως, στη μοναξιά της καραντίνας, βρήκα και μία άλλη περίεργη ασχολία ώστε να ξεχνιέμαι σπάζοντας τη μονοτονία και να βοηθάω πού και πού και άλλους να κάνουν το ίδιο… Πληκτρολογούσα τυχαίους αριθμούς στο τηλέφωνο και προσπαθούσα να κάνω όποιον το σηκώνει να γελάει λέγοντας ανέκδοτα, ρωτώντας αστεία πράγματα και ενίοτε κάνοντας η φωνή μου κωμική. Συνήθως δεν έκλεινα το τηλέφωνο μέχρι να πετύχω το στόχο μου… Πολλές φορές τα κατάφερνα και η γραμμή πλημμύριζε με γέλια. Δεν ήταν όμως λίγες και οι φορές που με έβριζαν, θεωρώντας πως είμαι τρελός ή κάποιος επιτήδειος που παρατείνει την κλήση με αυτόν τον τρόπο, με σκοπό να τους χρεώσει.

Πλησίαζαν Χριστούγεννα και είχα αυξήσει τη συχνότητα των κωμικών κλήσεων… Ο κόσμος τέτοιες μέρες, είχε περισσότερη ανάγκη από γέλιο, το ίδιο κι εγώ… Οι αντιδράσεις ήταν οι αναμενόμενες, κυμαίνονταν μεταξύ της καχυποψίας και του αυθορμητισμού, μέχρι που πραγματοποίησα εκείνη την ξεχωριστή κλήση.

Σήκωσε το τηλέφωνο μία γυναίκα, λέγοντας «παρακαλώ», κομπιάζοντας. Της είπα ένα αστείο και γέλασε αμέσως, μα φαινόταν πως το γέλιο της ήταν νευρικό, σε μια προσπάθεια να συγκρατήσει τα δάκρυά της. Συνήθως όταν πετύχαινε το αστείο μου έκλεινα το τηλέφωνο, μα τώρα κάτι μέσα μου, μου έλεγε να συνεχίσω. Της έκανα άλλο ένα αστείο και άλλο ένα, μέχρι να νιώσω πως για λίγο ξεχάστηκε, πως το γέλιο της ήταν πηγαίο. Κάποια στιγμή τα κατάφερα και με διέκοψε η ίδια… Με ρώτησε αν είμαι κωμικός, λέγοντας πως έχω μεγάλο ταλέντο στο να λέω αστεία, μιας και είχε μήνες να γελάσει αληθινά και το κατάφερα μέσα σε λίγα λεπτά. Όταν της αρνήθηκα, με ρώτησε πώς προέκυψε αυτή η ιδιαίτερη ασχολία και παραδόξως, παρόλο που μιλούσα σπάνια για τον εαυτό μου, την εμπιστεύτηκα. Της συστήθηκα κι έπειτα της μίλησα για την κατάθλιψη, για την μοναξιά που ένιωθα, για τις προδοσίες που είχα βιώσει. Ταυτίστηκε και μου εκμυστηρεύτηκε πως κι εκείνη πάλευε με την κατάθλιψη για χρόνια. Πως είχε αυτοκτονικούς ιδεασμούς και είχε φτάσει πολλές φορές πολύ κοντά στο τέλος, μα την συγκράτησαν οι αναμνήσεις μιας εποχής που ήταν χαρούμενη και ξέγνοιαστη. Θεώρησε πως αξίζει να ζει για να τις αναπολεί, να τις σχηματίζει στη μνήμη της και να ταξιδεύει, νιώθοντας έστω για λίγο πως είναι πάλι εκεί. Μου είπε πως θα μου πει άλλη φορά περισσότερες λεπτομέρειες και άρχισε να με ρωτάει πράγματα για εμένα. Ερωτήσεις για πράγματα που αγαπώ, όπως το αγαπημένο μου χρώμα, τα αγαπημένα μου μέρη, την αγαπημένη μου εποχή. Είχαμε πολλά κοινά και παρόλο που ξεκίνησε ως ένα τηλεφώνημα σαν όλα τα άλλα, κατάφερε και η ίδια να με κάνει να ξεχαστώ… Είχα συνηθίσει να γνωρίζω ανθρώπους στυγνούς, που ενδιαφέρονταν να μαθαίνουν για μένα μονάχα πράγματα που αφορούν τη δουλειά, τους τίτλους ή κουτσομπολιά για την προσωπική μου ζωή. Γι’ αυτό το τηλεφώνημα αυτό , ήταν τόσο ξεχωριστό… Συνεχίσαμε την κουβέντα μας για πολλές ώρες… Ανταλλάξαμε τηλεφώνα και είπαμε πως θα τα ξαναπούμε.

Πράγματι, την επόμενη μέρα, μου τηλεφώνησε ξανά. Άρχισε τότε να μου μιλάει για τη ζωή της. Για τον άνθρωπο που είχε ενώσει τη ζωή της, μα έχασε πριν λίγα χρόνια σε τροχαίο, για την απελπισία που βιώνει από τότε και την αδυναμία της να γνωρίσει ανθρώπους ουσιαστικούς, όπως ήταν εκείνος. Είχαμε την ίδια ηλικία απ’ ότι μου είπε, ήταν κι εκείνη κοντά στα 30, αλλά η φωνή της ήταν βαριά από τα πολλά τσιγάρα. Από τότε που τον έχασε, το τσιγάρο είχε γίνει προέκταση του χεριού της. Δεν τη βοηθούσε ουσιαστικά, μου εξήγησε, μα ακόμη και τα δευτερόλεπτα που ξεχνιόταν με την κάθε τζούρα, ήταν γι’ αυτή πολύτιμες αποδράσεις… Από τότε που έχασε τον άντρα της, αντιμετωπίζοντας κάποιες οικονομικές δυσκολίες επέστρεψε πίσω στο πατρικό της κι έμενε με τους γονείς της σε μία περιοχή αρκετά κοντά στη δική μου. Αυτό ήταν ένα νέο που με έκανε να χαρώ ιδιαίτερα, μιας και είχα αρχίσει ήδη να ονειροπολώ για τη συνάντησή μας. Όσο περισσότερο μιλούσαμε, ένιωθα πιο έντονα το πόσο τέμνονταν οι ψυχές μας. Είχαμε τις ίδιες προτιμήσεις, τα ίδια χόμπι, σχετικές ανάγκες και ελλείψεις στη ζωή.

Μετά από αρκετά τηλεφωνήματα, της ζήτησα να μιλήσουμε με κάμερα, μα μου είπε πως λόγω των οικονομικών δυσκολιών της δεν έχει κινητό τηλέφωνο και υπολογιστή, είχαν μονάχα το σταθερό τηλέφωνο. Δεν με πείραξε ιδιαίτερα, μιας και μου έφτανε να την ακούω. Είχα αρχίσει να την ερωτεύομαι από την φωνή της και το ψυχικό βάθος που μου εξέφραζε, μέσα από όλα αυτά που μου έλεγε. Κάποια μέρα της το εξομολογήθηκα. Φάνηκε αμήχανη στην αρχή, μα έπειτα μου το ανταπέδωσε. Δικαιολόγησα την αμηχανία στη φωνή της σαν έκπληξη, που δίχως να βρεθούμε είχαμε αναπτύξει αισθήματα αμοιβαίου έρωτα. Είχα βρει τη διεύθυνσή της μέσω του σταθερού τηλεφώνου και είχα αποφασίσει όταν θα τελείωνε η καραντίνα και θα επιτρεπόταν οι μετακινήσεις, να πάω απροειδοποίητα, να της κάνω έκπληξη.

Πέρασε ο καιρός και τελείωσε η καραντίνα. Η καθημερινή μας επικοινωνία συνεχιζόταν και γινόταν όλο και πιο τρυφερή. Δεν περίμενα ποτέ πως θα νιώσω κάτι τόσο δυνατό για ένα άτομο που δεν έχω δει ποτέ το πρόσωπό του, αλλά πια ένιωθα σίγουρος πως αυτή ήταν ο καρμικός μου έρωτας, το άλλο μου μισό. Ένα πρωί ξεκίνησα να τη βρω. Είχα εντοπίσει πως έμενε σε ένα ισόγειο διαμέρισμα. Πήγα και χτύπησα το κουδούνι, μα δε μου άνοιξε κανείς. Έπαιρνα το σταθερό και δεν το σήκωναν, έτσι αποφάσισα να περιμένω λίγη ώρα απ’ έξω. Κάποια στιγμή, έφτασε μία ηλικιωμένη γυναίκα, φορτωμένη με ψώνια του σουπερμάρκετ. Νόμιζα πως είναι η μητέρα της.
«Συγγνώμη, μήπως ξέρετε τι ώρα θα γυρίσει η Αριάδνη;» τη ρώτησα.
«Εγώ είμαι, πείτε μου τι θα θέλατε» απάντησε απορημένη, εντελώς φυσικά.
Έμεινα παγωμένος να την κοιτώ. Έλεγε αλήθεια πως ήταν εκείνη, η φωνή της ήταν όμοια με αυτή που άκουγα στο τηλέφωνο. Καταλαβαίνοντας πως με πρόδωσε και τόσο καιρό μιλούσα κι ένιωθα έρωτα για μια ηλικιωμένη, τα μάτια μου είχαν αρχίζει να γεμίζουν δάκρυα, αλλά αποφάσισα να της ζητήσω εξηγήσεις.

-Είμαι ο Πέτρος, που μιλάμε τόσο καιρό στο τηλέφωνο. Μου είπες ψέματα πως είσαι στην ηλικία μου και δικαιολογούσες τη φωνή σου που είναι τόσο βραχνή, με το τσιγάρο… Σου είπα τόσα πράγματα για μένα κι εσύ με εξαπάτησες με το χειρότερο τρόπο. Γι’ αυτό τελικά απέφευγες την βιντεοκλήση!

-Πέτρο μου, πόσο την έτρεμα αυτή τη στιγμή! Είχα τόσο ανάγκη να νιώσω έναν άνθρωπο κοντά μου, που σου είπα αυτό το ψέμα για να συνεχίσεις να μου μιλάς. Ήξερα πως αν μάθαινες πως είμαι μια χήρα ηλικιωμένη που ζει μόνη της, θα διέκοπτες κάθε επικοινωνία μαζί μου από την αρχή. Είναι παράδοξο και δεν έχει νόημα το ξέρω, μα σε ερωτεύτηκα αληθινά… Είσαι τόσο ξεχωριστό παιδί, μακάρι να ήμουν στ’ αλήθεια στην ηλικία σου. Όλον αυτόν τον καιρό που μιλούσαμε, το ζούσα σαν όνειρο και ταξίδευα σε έναν κόσμο που δεν πρόκειται να γνωρίσω… Συγγνώμη…

-Δε μπορώ να συγχωρέσω μια τόσο μεγάλη προδοσία και δεν βρίσκω το λόγο! Έχασα απλά το χρόνο μου. Έχεις την ηλικία της γιαγιάς μου! Δεν υπάρχει τίποτε να κάνουμε μαζί. Ανατριχιάζω στη σκέψη ότι τόσο καιρό έκανα ερωτικές εξομολογήσεις σε σένα.

Η Αριάδνη, έκλαιγε με αναφιλητά, όσο της έλεγα αυτά τα λόγια, μα θεωρούσα ότι της άξιζε. Έφυγα, πριν προλάβει να πει άλλη λέξη και στη διαδρομή της επιστροφής άφησα τα δάκρυά μου να κυλούν.

Ξέρω πως δεν το έκανε από κακία, αλλά δεν μπορώ να την συγχωρέσω… Δε σας κρύβω όμως πως ακόμη και τώρα πού και πού νοσταλγώ αυτό που νόμιζα ότι ήταν και τους κόσμους γεμάτους χρώματα που ταξιδεύαμε, τον καιρό που μιλούσαμε…

Ιωάννα Χαντζαρά

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading