Είναι κάποιες πύλες που παραμένουν ερμητικά κλειστές. Εκτός από μια συγκεκριμένη ώρα.
***
Ο Νέιτ έστειλε το καινούριο του κείμενο στον εκδότη της εφημερίδας και χαμογέλασε με ικανοποίηση.Άλλο ένα άλυτο μυστήριο που κατάφερε να λύσει. Άλλη μια σωρεία θεωριών που κατόρθωνε να γκρεμίσει. Άλλη μια ομάδα συνομωσιολόγων των οποίων τα στόματα κατάφερε να βουλώσει.
Έκλεισε για μερικές στιγμές τα μάτια για να τα ξεκουράσει μετά από την πολύωρη ενασχόλησή του στον υπολογιστή. Μόλις τα άνοιξε, ήπιε μια μεγάλη γουλιά καφέ και ρίχτηκε ξανά στη δουλειά.
Δεν χρειάστηκε να ψάξει πολύ για να βρει το επόμενο θέμα του.
«Μυστηριώδεις εξαφανίσεις λίγο έξω από το χωριό Μέλβιλ» ήταν το πιο πρόσφατο θέμα συζήτησης στο site Paranormalax. Τα σχόλια των χρηστών κάτω από την ανάρτηση ήταν αόριστα. Όλοι είχαν ακούσει, μα κανείς δεν γνώριζε περισσότερες λεπτομέρειες. Κανείς δεν το είχε δει να συμβαίνει. Κανείς δεν μπορούσε να το επιβεβαιώσει˙ εκτός από έναν.
O χρήστης με το όνομα Τζέικομπ Μάθιους, φαινόταν να γνωρίζει πολλά για το θέμα και απέτρεπε τον κόσμο να περνά από εκείνο το σημείο μια συγκεκριμένη ώρα.
Ο Νέιτ μπήκε στο προφίλ του. Δεν υπήρχε φωτογραφία με το πρόσωπο του άντρα. Στη θέση της, βρισκόταν μια εικόνα που έδειχνε μια ολόχρυση οδοντοστοιχία. Αυτό δεν τον είχε σταματήσει ποτέ ως τώρα να ζητήσει πληροφορίες. Οι άνθρωποι αυτοί διψούσαν να διαδώσουν τις θεωρίες τους και να προσηλυτίσουν κι άλλους στον περίεργο κόσμο στον οποίο ζούσαν. Εξάλλου κι εκείνος, στο συγκεκριμένο προφίλ, είχε ψεύτικο όνομα και φωτογραφίες. Κλίκαρε με το ποντίκι στο πεδίο αποστολής μηνύματος.
«Τι ξέρεις για τις εξαφανίσεις στο Μέλβιλ;» πέρασε με ωμότητα στο θέμα αφήνοντας στην άκρη τις τυπικότητες.
Ο Τζέικομπ διάβασε αμέσως την ερώτησή του. Απόκριση ωστόσο δεν υπήρξε.
Ο Νέιτ αναστέναξε. Άλλος ένας που ήθελε απλά να κάνει εντύπωση υποκρινόμενος πως γνωρίζει κάτι σημαντικό.
Δεν ήταν παρά ώρες μετά, λίγο πριν κοιμηθεί, όταν το κινητό του κουδούνισε με τον ήχο εισερχόμενου μηνύματος.
«Γιατί θες να μάθεις;» ρωτούσε ο Τζέικομπ.
Για να καταρρίψω τη θεωρία σου, σκέφτηκε αμέσως ο δημοσιογράφος.
«Για να προστατευτώ. Σκοπεύω να επισκεφτώ το Μέλβιλ και δεν θέλω να εξαφανιστώ» απάντησε τελικά γελώντας με το ψέμα του. «Θα με βοηθήσεις;»
«Έχεις ακούσει για την ώρα των πνευμάτων;»
«Ποια;» απόρησε ο Νέιτ εξακολουθώντας να χαμογελά αφού ο Τζέικομπ είχε πέσει στην παγίδα του.
«Πολλοί λαοί θεωρούν την ώρα 3 π.μ. ως ‘νεκρή ώρα’. Οι πύλες προς τον πνευματικό κόσμο ανοίγουν, επιτρέποντας στα πνεύματα να περιπλανιούνται στον κόσμο των ζωντανών» έγραψε ο Τζέικομπ και ο Νέιτ ένιωσε πως διάβαζε λήμμα εγκυκλοπαίδειας. «Αυτόπτες μάρτυρες των εξαφανίσεων αναφέρουν ότι συνέβησαν λίγο μετά τις 3 και πριν φτάσει 4 π.μ.» συνέχισε να γράφει.
Στη συνέχεια επισύναψε την εικόνα ενός χάρτη.
«Στο σημείο που έχω κυκλώσει, υπάρχει ένα κτίριο» εξήγησε. «Όλες τις υπόλοιπες ώρες, δεν είναι τίποτε άλλο, από ένα εγκαταλελειμμένο κτίσμα. Εκείνη την ώρα όμως, μετατρέπεται σε πύλη, που ’απορροφά’ όποιον τολμά να αψηφήσει τις προειδοποιήσεις και περάσει από εκείνο το σημείο με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Τότε το φως ενός από τα παράθυρά του ανάβει, σημάδι πως κάποιον υποδέχονται».
«Ποιες προειδοποιήσεις;» ρώτησε αμέσως ο Νέιτ.
«Αυτές που κάνουμε μέσα από την ομάδα. Κι αυτές που θα λάβεις αργότερα. Όποιος δεν γνωρίζει, δεν παθαίνει κάτι. Όποιος όμως γνωρίζει και αψηφά τον κίνδυνο, χάνεται για πάντα. Όπως θα χαθείς κι εσύ, Νέιτ».
«Πώς ξέρεις το όνομά μου;» ρώτησε αμέσως.
Το μήνυμά του δεν παραδόθηκε ποτέ. Ο Τζέικομπ Μάθιους είτε έκλεισε το προφίλ του, είτε απέκλεισε τον Νέιτ ώστε να μην μπορεί να τον βρει.
Εκείνος ρουθούνισε. Έτσι κι αλλιώς, είχε ήδη αποκτήσει τις πληροφορίες που χρειαζόταν.
Το Μέλβιλ απείχε λίγα χιλιόμετρα από την πόλη του Λονδίνου στην οποία διέμενε ο Νέιτ. Ήταν ακόμη μέρα όταν έφτασε για να επιθεωρήσει το μέρος. Κοίταξε τον χάρτη στην οθόνη του κινητού του για να σιγουρευτεί. Το κτίριο που ανέφερε ο Τζέικομπ – αν ήταν αυτό το όνομά του – έστεκε εγκαταλελειμμένο με τις σανίδες του να κρέμονται σαν σάπια υφάσματα που κουνιούνταν ακόμα και από την πιο ελαφριά ριπή ανέμου. Αυτό ήταν το μοναδικό κτίσμα που υπήρχε. Η υπόλοιπη έκταση ήταν άδεια˙ μόνο χωράφια και χωματόδρομος.
Μπήκε στο αμάξι. Θα επέστρεφε ξανά το βράδυ και θα δοκίμαζε να περάσει από το κτίριο με ιλιγγιώδη ταχύτητα λίγο μετά τις τρεις τα ξημερώματα. Θα κατέγραφε τη στιγμή με το κινητό του κι έτσι θα γκρέμιζε άλλη μια από τις πολλές θεωρίες συνωμοσίας που μάστιζαν το διαδίκτυο.
Όταν έφτασε στο Λονδίνο, κλείδωσε το αμάξι και κατευθύνθηκε τρέχοντας προς το σπίτι του. Ένας άντρας όμως εμφανίστηκε μπροστά του και τον σταμάτησε. Το βλέμμα του Νέιτ στάθηκε στα ακατάστατα μακριά μαλλιά του, που μπερδεύονταν με τα γένια του και στην τρέλα που έκρυβαν τα μάτια του. Τον άρπαξε από τον γιακά και του φώναξε με αγωνία:
«Μην αγνοείς τις προειδοποιήσεις! Εγώ τις αγνόησα και τώρα κοίτα με… κοίτα με… Κρύβεται στην ομίχλη. Είναι πασπαλισμένος με ομίχλη!»
«Ποιος;» ρώτησε ασυναίσθητα ο Νέιτ.
Ο άντρας πισωπάτησε μερικά βήματα.
«Ο θάνατος».
Δεν πρόλαβε να πει κάτι παραπάνω. Δυο άντρες τον άρπαξαν βίαια και τον απομάκρυναν από κοντά του. Τον έσυραν μέσα σε ένα λευκό αμάξι.
Αψεγάδιαστα λευκό, πρόλαβε να σκεφτεί ο Νέιτ πριν ο μαινόμενος άντρας κολλήσει τις παλάμες του στο τζάμι και φωνάξει ξανά:
«Το φως ανάβει μόνο όταν περιμένουν κάποιον. Μόνο όταν κάποιος πεθαίνει».
Η φωνή του έσβησε καθώς το όχημα άρχισε να απομακρύνεται.
Ο Νέιτ ξερόβηξε, έστρωσε το σακάκι του και κοίταξε γύρω του. Κανείς δεν κοντοστεκόταν, κανείς δεν σχολίαζε το περιστατικό, κανείς δεν έμοιαζε να έχει προσέξει τίποτε. Χαμήλωσε το βλέμμα και παρατήρησε τον δρόμο. Μια μεγάλη λακκούβα με νερό απλωνόταν στο σημείο που ήταν σταθμευμένο νωρίτερα το αμάξι στο οποίο έχωσαν τον άντρα. Ωστόσο σημάδια από τις βρεγμένες ρόδες του στον υπόλοιπο στεγνό δρόμο, δεν υπήρχαν πουθενά.
Ανασήκωσε τα φρύδια και προσπάθησε να διαγράψει την περίεργη σκηνή από το μυαλό του.
Το ίδιο βράδυ βρισκόταν κοντά στο επίμαχο σημείο κι ετοίμαζε την καταγραφή με το κινητό του.
«Είμαι ο Νέιθαν Μπλου, για τους φίλους, Νέιτ» είπε στην κάμερα αφού ενεργοποίησε τη ζωντανή μετάδοση στο πραγματικό προφίλ του στο tik tok «και βρίσκομαι σήμερα εδώ για να καταρρίψω μία ακόμη θεωρία συνωμοσίας. Το εν λόγω κτίριο λοιπόν» έστρεψε την κάμερα προς τα εκεί «υποτίθεται πως αποτελεί μια πύλη, η οποία ρουφά όσους το γνωρίζουν και τρέχουν με ιλιγγιώδη ταχύτητα μπροστά του». Έπνιξε ένα γέλιο. «Α!» έκανε «Και αυτό φυσικά συμβαίνει μόνο μια συγκεκριμένη ώρα, μετά τις τρεις τα ξημερώματα, που θεωρείται ‘η ώρα των πνευμάτων’». Πρόσεξε τον αριθμό των ατόμων που παρακολουθούσαν με ένα αυτάρεσκο χαμόγελο και συνέχισε. «Όπως μπορείτε να δείτε, η ώρα είναι τρεις παρά ένα λεπτό. Θα μπω στο αμάξι και θα στερεώσω το κινητό στο τζάμι ώστε να μπορεί να καταγράψει τη διαδρομή».
Κοίταξε το ρολόι και περίμενε.
«Ξεκινάμε!» ανακοίνωσε και άναψε τη μηχανή.
Άρχισε να οδηγεί αργά και έπειτα να επιταχύνει. Τη στιγμή που πλησίαζε στο εγκαταλελειμμένο κτίριο ανέπτυξε ιλιγγιώδη ταχύτητα. Και τότε, θαρρείς και όλο το χώμα του δρόμου σηκώθηκε γύρω του, τον τύλιξε ένα πυκνό στρώμα ομίχλης.
«Είναι πασπαλισμένος με ομίχλη! Ο θάνατος!» θυμήθηκε τα λόγια του περίεργου άντρα που συνάντησε νωρίτερα.
Παρατήρησε το κτίριο. Το φως ενός από τα παράθυρά του, ήταν αναμμένο. Μα πώς ήταν δυνατόν; Προσπάθησε να φρενάρει, αντ’ αυτού όμως, επιτάχυνε κι άλλο.
«Το φως ενός από τα παράθυρά του ανάβει, σημάδι πως κάποιον υποδέχονται. Όποιος γνωρίζει και αψηφά τον κίνδυνο, χάνεται για πάντα. Όπως θα χαθείς κι εσύ, Νέιτ» θυμήθηκε το σχόλιο του Τζέικομπ.
Κοίταξε την οθόνη του κινητού. Ο χρήστης Τζέικομπ Μάθιους παρακολουθούσε τη «ζωντανή» μετάδοσή του.
«Σε είχα προειδοποιήσει. Αυτή τη στιγμή, οδεύεις με ιλιγγιώδη ταχύτητα προς τον θάνατο» έγραψε κάτω από το βίντεο για να το σβήσει το σχόλιό του σχεδόν αμέσως, πριν προλάβει να το διαβάσει κάποιος άλλος.
Το τελευταίο που πρόλαβε να θυμηθεί ο Νέιτ λίγο πριν χαθεί για πάντα μέσα στην περίεργη ομίχλη, ήταν τα στερνά λόγια του παράξενου άντρα.
«Το φως ανάβει μόνο όταν περιμένουν κάποιον. Μόνο όταν κάποιος πεθαίνει».
Η «ζωντανή» μετάδοση στο tik tok τερματίστηκε πρόωρα και διαγράφηκε έπειτα από μερικά λεπτά. Όσοι πρόλαβαν να το δουν μέσα στο μικρό διάστημα που έμεινε κοινοποιημένο, έγιναν μάρτυρες μια ακόμη ανεξήγητης εξαφάνισης στο συγκεκριμένο σημείο. Κάποιοι το αποθήκευσαν και συνέχισαν να το αναπαράγουν στο διαδίκτυο, αλλά η αστυνομία φυσικά δεν το θεώρησε σαν έγκυρη εξήγηση της μυστηριώδους εξαφάνισής του.
Την επόμενη μέρα, ένας γέρος σταμάτησε στη μέση του χωματόδρομου. Τα ψαρά, αχτένιστα μαλλιά του ανέμιζαν κάτω από το τρύπιο κασκέτο του, ενώ η ροζιασμένη μαγκούρα του χτυπούσε με δύναμη το χώμα καθώς στηριζόταν πάνω της. Κοίταξε το κτίριο που έστεκε εγκαταλελειμμένο. Βρισκόταν και το προηγούμενο βράδυ εκεί. Θυμήθηκε το αναμμένο φως σε ένα από τα παράθυρα και έναν άντρα που ούρλιαζε υστερικά με το πρόσωπο και τις παλάμες κολλημένα στο τζάμι. Πίσω του στεκόταν ατάραχος ένας άλλος άντρας με χλωμό δέρμα, λευκά μαλλιά και καταγάλανα μάτια κι ένας ακόμη που χαμογελούσε, ενώ μια ολόχρυση οδοντοστοιχία έλαμπε από άκρη μέσα στο στόμα του.
Κούνησε το κεφάλι με αποδοκιμασία και πήρε τον δρόμο της επιστροφής προς το χωριό κουτσαίνοντας.
https://thebluez.gr/2020/05/
https://thebluez.gr/2020/06/
https://thebluez.gr/2020/11/
https://thebluez.gr/2020/12/
https://thebluez.gr/2021/02/
https://thebluez.gr/2022/01/
https://thebluez.gr/2022/09/
https://thebluez.gr/2022/10/
«Θάνατος Τζιάκομο Σκαρλάτι».
https://thebluez.gr/2023/02/
«Εξαφάνιση Άρτσιμπαλντ Γκρέιντζερ».
https://thebluez.gr/2024/01/
Τοποθέτησε στην κορυφή της στοίβας τον φάκελο με την επιγραφή «Εξαφάνιση Νέιθαν Μπλου».Έπειτα σήκωσε το ακουστικό και σχημάτισε ένα νούμερο.
«Έλα Λάρι, έχω όλα τα στοιχεία. Θα ξεκινήσω την έρευνα μόλις τελειώσω με την υπόθεσή μου».
Ερωδίτη Παπαποστόλου
