«Δεν πιστεύεις πως έχει έρθει πλέον η ώρα να μιλήσουμε ανοιχτά; Τόσος καιρός έχει περάσει!»
Η Λουίζα πήρε στα χεριά της το μπουκάλι με το κόκκινο κρασί και σηκώθηκε από τον μεγάλο, γωνιακό, πράσινο καναπέ, με προορισμό την κουζίνα. Δεν έδωσε καμία σημασία στα λόγια του. Ήταν σίγουρη πως μιλούσε το κρασί.
Στο πρώτο μπουκάλι γελούσαν και συζητούσαν για τον επικείμενο γάμο του. Στο δεύτερο μπουκάλι χαλάρωσαν και άρχισαν να μιλούν για το παρελθόν… Το δικό τους παρελθόν…
«Βασίλη, μη λες χαζομάρες τώρα! Δεν υπάρχει τίποτα να πούμε! Είμαστε φίλοι και παντρεύεσαι! Κρασί δεν φέρνω, να ξέρεις! Αρκετά ήπιαμε!»
«Αρχικά, δεν παντρεύομαι! Ακόμα τουλάχιστον! Επίσης, φέρε κρασί… Και τέλος, μίλα μου! Θέλω να μάθω! Θέλω να μάθω γαμwτο…»
Η Λουίζα χτύπησε τα χέρια της στον πάγκο της κουζίνας. Το γεμάτο μπουκάλι με το κρασί τρεμόπαιξε μπροστά της.
«Τι θες να μάθεις, ρε Βασίλη; Καλά δεν είμαστε έτσι; Τι τα σκαλίζεις;»
«Λουίζα… Λέγε! Χάνεις ξανά τη στιγμή! Την καλή στιγμή!»
«Μην παίζεις με τη φωτιά ρε! Σύνελθε! Έχεις πιει και δεν ξέρεις τι λες!»
Ο Βασίλης έβαλε τα γέλια, γεγονός που την εκνεύριζε πολύ. Ήταν τόσο σίγουρος για τον εαυτό του, ρε ποuστh! Ήταν πανέτοιμος να ακούσει τα πάντα. Το ήθελε! Το επιδίωκε! Η Λουίζα ήξερε καλά πως όλο αυτό δεν θα έχει καλή κατάληξη. Πήρε το μπουκάλι με το κρασί και πήγε να κάτσει στον καναπέ μαζί του.
«Ρε Λουιζάκι μου! Πες μου! Είμαστε τόσα χρόνια φίλοι. Δεν χρειάζεται να ανησυχείς και να ντρέπεσαι!»
«Ρε Βασίλη μου, γιατί τα σκαλίζεις; Καλά δεν είμαστε έτσι; Έχουμε βάλει τις ζωές μας σε τάξη. Εσύ προχωράς με τη Μαρία. Γιατί; Μια μέρα έχουμε. Μια γ@μημένη μέρα τον μήνα βρισκόμαστε οι δυο μας. Τόσο καιρό, μια μέρα είναι. Ούτε μέρα! Λίγες ώρες παρέα με το κρασάκι μας. Γιατί;»
Ο Βασίλης έσκυψε μπροστά και στήριξε στα χέρια του το κεφάλι του. Η αλήθεια είναι ότι δεν ήξερε τι μύγα τον είχε τσιμπήσει. Δεν μπορούσε να καταλάβει τον λόγο που την πίεζε τόσο. Είχαν όντως μόνο μια μέρα δικιά τους. Δεν ήθελε να της την καταστρέψει, αλλά τον έτρωγε… Όλα αυτά τα χρόνια που ήταν φίλοι, είχαν ανταλλάξει τόσες σπόντες. Τόσα πονηρά γελάκια. Τόσα τυχαία αγγίγματα. Ακόμα και τα φίλια τους στο θάρρος ή αλήθεια, πριν χρόνια, δεν του φάνηκαν φιλιά παιχνιδιού. Ποτέ όμως δεν το συζήτησαν.
Προχώρησαν τις ζωές τους. Εκείνη ερωτεύτηκε έναν τύπο με άδοξο τέλος. Εκείνος βρήκε τη Μαρία. Είναι μαζί δύο χρόνια και πριν λίγες μέρες της έκανε πρόταση γάμου. Εκείνος και η Λουίζα δεν ήταν ποτέ τίποτα παραπάνω από δύο καλοί φίλοι. Κι όμως, όλα αυτά τα χρόνια, ένιωθε ότι δεν ήταν μόνο αυτό…
«Θα μπορούσα πολύ εύκολα να σε ερωτευτώ, Βασίλη! Παράφορα!»
Σιωπή. Μόνο τα νύχια της που κροτάλιζαν πάνω στο γεμάτο με κρασί ποτήρι της ακούγονταν.
«Θα;»
«Ναι, Βασίλη! Θα! Θα! Ευτυχώς που είμαστε φίλοι!»
«Τι ΘΑ μπορούσες να ερωτευτείς σε εμένα;»
«Όλα όσα έχω δει σε εσένα όλα αυτά τα χρόνια. Όλα όσα κρύβεις από τους άλλους! Τους φόβους και τις ανασφάλειές σου. Τις δεύτερες σκέψεις σου. Τα πιεσμένα χαμόγελά σου, όταν όλα μέσα σου καταρρέουν. Δεν έχει σημασία η ομορφιά σου που είναι απερίγραπτη. Σημασία έχει το μέσα σου. Αυτό, ναι, θα μπορούσα με μεγάλη ευκολία να το ερωτευτώ… Ξανά!».
Στο άκουσμα της τελευταίας λέξης της, το κεφάλι του Βασίλη σηκώθηκε απότομα και το βλέμμα του καρφώθηκε στο σκυμμένο της κεφάλι.
«Ξανά;»
«Δεν έχει σημασία, ρε Βασίλη! Σε ένα κοντινό κάποτε, μπορεί και να είχα συναισθήματα. Υπερίσχυσε η φιλία. Προχωρήσαμε! Εγώ σε λίγο θα φύγω για τόσους μήνες με τη δουλειά. Εσύ θα παντρευτείς…»
Σηκώθηκε από τη θέση του και την πλησίασε. Πήρε μαζί του και το μισογεμάτο τρίτο μπουκάλι κόκκινο κρασί και πήγε και έκατσε δίπλα της. Το κορμί της Λουίζας ήταν στραμμένο με τέτοιο τρόπο που εκείνος έβλεπε την πλάτη της. Την τράβηξε κοντά του.
«Γιατί έχουμε μόνο αυτή τη μέρα; Για ποιο λόγο δεν μπορούμε να βρισκόμαστε περισσότερο;»
«Γιατί Βασίλη μου, αν βρισκόμασταν περισσότερο, θα υπήρχε πρόβλημα…»
«Όπως αυτό;»
Έσκυψε και τη φίλησε στον λαιμό. Για μια στιγμή, την ένιωσε να παγώνει, μα στο δεύτερο φιλί χαλάρωσε και έγειρε πάνω του. Τη φίλησε στα μαλλιά και ακούμπησε το χέρι του στο στομάχι της.
«Λουίζα και εγώ θα μπορούσα να σε ερωτευτώ. Παράφορα! Μου έχεις γ@μήσει άπειρες φορές το μυαλό… Όταν σε ακούω να γελάς, έτσι γάργαρα, παραλύω. Όταν κλαις, διαλύομαι. Όταν σε έβλεπα με εκείνον… Γ@μησέ τ@! Όταν έβλεπα να αγγίζει, ό,τι ήθελα εγώ να αγγίξω, τρελαινόμουν!»
«Βασίλη, τι λες;»
«Την αλήθεια! Εσύ ποτέ σου δεν με ήθελες;»
Η Λουίζα ήπιε μια γουλιά κρασί. Δεν ήθελε να απαντήσει αυτή την ερώτηση. Δεν υπήρχε περίπτωση να απαντήσει αυτή την ερώτηση… Δεν γινόταν να απαντ…
«Ναι, Βασίλη! Σε ήθελα! Και μάλιστα πολύ… Πόσα βράδια που ήμασταν έξω μεθυσμένοι, ήθελα απεγνωσμένα να σε φιλήσω… Πόσα βράδια φανταζόμουν να γδέρνουν το δέρμα μου τα γένια σου… Πόσες φορές ήθελα να σε κλείσω στην αγκαλιά μου… Να σε νιώσω παντού…» .
Ο Βασίλης δίπλα της αναδεύτηκε στη θέση του. Πήρε το ποτήρι της από τα χέρια και το άφησε στο τραπέζι. Την τράβηξε πάνω του. Ήθελε να την βλέπει όσο του μιλούσε.
«Συνέχισε…»
«Δεν ξέρεις πόσες φορές έχω φανταστεί αυτήν εδώ τη σκηνή… Πόσες φορές…»
Τη γράπωσε από τον αυχένα και την έφερε σε απόσταση αναπνοής από τα χείλη του.
«Πόσες φορές, Λουίζα;», ψιθύρισε, «πες μου!»
«Μην μου το κάνεις αυτό! Σε παρακαλώ!».
Τη φίλησε! Τη φίλησε όπως δεν την έχει φιλήσει ποτέ ξανά. Τη διεκδίκησε με πάθος. Με όλο το καταπιεσμένο πάθος του για εκείνη, το οποίο κρατούσε κρυφό όλα αυτά τα χρόνια. Το μόνο που ακουγόταν ήταν οι ανάσες τους και τα φωνήματα λαχτάρας και απόλαυσης.
«Βασίλη, σταματά! Είναι λάθος, δεν το καταλαβαίνεις; Είμαστε φίλοι!», έλεγε η Λουίζα καθώς εκείνος την έγδυνε και τη φιλούσε.
«Βασίλη, είναι λάθος!»
Ο Βασίλης έγδυσε τον κορμό της και έμεινε να την χαζεύει…
«Κάνε το με πάθος και ας είναι λάθος, δε λένε; Ας καούμε, Λουίζα!».
Και ξαφνικά, σταμάτησε ο χρόνος…
Χέρια να τραβούν με δύναμη ρούχα περιττά. Χείλη να δαγκώνουν και να φιλούν ό,τι βρίσκουν στο πέρασμά τους. Ανάσες κοφτές. Πότε αργές, πότε γρήγορες. Ένα μόνιμο «σε θέλω» να περιπλανιέται στον αέρα. Δέρμα στο δέρμα. Σημάδια σε κορμιά που έχουν πάρει φωτιά. Δύο σώματα που γίνονται ένα για πρώτη και τελευταία φορά πάνω στον πράσινο γωνιακό καναπέ. Δύο φίλοι που πάντα ήθελαν ο ένας τον άλλον. Δυο καταπιεσμένοι εραστές. Ένας έρωτας που κορυφώνεται. Δυο ψυχές που διαλύονται.
Ξέπνοοι και γυμνοί, ο ένας στην αγκαλιά του άλλου, χαζεύουν το ταβάνι και προσπαθούν να ενώσουν τα κομμάτια τους…
«Εσύ είσαι, ρε Λουίζα! Ήσουν από την πρώτη στιγμή και θα είσαι για πάντα!»
«Βασίλη;»
«Εσύ είσαι η γυναίκα της ζωής μου, Λουίζα! Πάντα το ήξερα…»
«Σςςςςς! Μην σε μπερδεύει όλο αυτό! Σε παρακαλώ! Όσο και να το θέλαμε και οι δύο… Όσο και αν τα κορμιά κουμπώνουν όπως και οι ψυχές μας, δεν έχει σημασία και το ξέρεις… Είμαστε φίλοι! Και φίλοι θα παραμείνουμε…»
Φιλήθηκαν, ενώ δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια και των δύο.
Ήξεραν πως ήταν η πρώτη και η τελευταία φορά….
Ήξεραν πως ήταν τελευταία φορά που θα έβλεπε ο ένας τον άλλον…
Κατερίνα Μοχράνη
