Η χάρη που ζήτησε η Αηζέν Μίο Ο

[Το κείμενο αποτελεί (όχι άμεση) συνέχεια του «Αζεμάν» (https://thebluez.gr/2024/02/12//?fbclid=IwAR1LxgB0lcrYKmRGdkWUbVT3TuVJ7wUjlge0a9UdqueX9M9N6BkQoc9xEkg). Αμφότερα τα κείμενα, ανήκουν στη σειρά περιπετειών με δαίμονες και άλλα υπερφυσικά όντα που αντιμετωπίζει ο Ραφαήλ.]

Η οδός Τειρεσίας είναι σκοτεινή, με τις λάμπες στις κολόνες να είναι είτε σβηστές, είτε έτοιμες να χάσουν την λάμψη τους. Ο Ραφαήλ βγαίνει από το ταξί, το οποίο απομακρύνεται πλατσουρίζοντας στον λασπωμένο δρόμο. Εκείνος στέκεται και κοιτάει από πάνω ως κάτω την οδό. Τα κτίρια που βρίσκονται γύρω του είναι παλιές τσιμεντένιες πολυκατοικίες των τριών ορόφων το πολύ, με φθαρμένους τοίχους, ή μικρά μισογκρεμισμένα σπίτια. Το πεζοδρόμιο που πατάει έχει λακκούβες, με πολλά από τα πλακάκια του να είναι ξεχαρβαλωμένα. Βλέπει ελάχιστα οχήματα να πηγαινοέρχονται, ενώ οι διαβάτες είναι ακόμα λιγότεροι και κυρίως άνδρες ή αγόρια στην εφηβεία, που περπατούν ως επί το πλείστον σε παρέες των δύο ή των τριών, με σκυμμένα κεφάλια και μυστικοπαθή χαμόγελα. Ο Ραφαήλ σκέφτεται πως αυτή η οδός δεν πρέπει να έχει κάμερες ή περιπολίες της αστυνομίας. Φαίνεται πολύ παραμελημένη –ούτε καν μαγαζιά δεν υπάρχουν.

Ένα αμάξι περνά από μπροστά του και εκείνος προλαβαίνει να κρυφτεί πίσω από ένα άλλο, σταθμευμένο, πριν γίνει μούσκεμα. Από το βλέμμα των τριών επιβατών, καταλαβαίνει πως δεν τους φαίνεται παράξενο που ένας καλοντυμένος μεσήλικας βρίσκεται τέτοια ώρα (11 το βράδυ) να περιφέρεται εδώ. Το αντίθετο όμως φαίνεται να ισχύει για όσους άλλους είναι και περπατάνε σε τούτη την οδό: τον κοιτάζουν με απορία, σαν να μην κολλάει αυτός ο κοντακιανός με το παλτό να είναι κοντά τους. Του φαίνεται παράξενη αυτή η διαφορά αντιλήψεων.

Ο Ραφαήλ νιώθει μέσα στο κεφάλι του τη δαιμόνισσα να του μιλάει ξανά, να τον πιέζει να προχωρήσει κι αυτός το κάνει. Άλλωστε, αυτή έχει τον έλεγχο σήμερα, με τους άλλους δαίμονες να μένουν στα παρασκήνια, καθότι είναι η δική της χάρη που πρόκειται να εξυπηρετήσει.

Πρέπει να βιαστούμε, του λέει. Το on’nanoko κινδυνεύει να χαθεί. Η φωνή της Αηζέν Μίο Ο ακούγεται επιτακτική. Είναι μια δαιμόνισσα από την ιαπωνική μυθολογία, είναι η θεά της αγάπης. Στις απεικονίσεις της, έχει κατακόκκινο σώμα και πρόσωπο, έξι χέρια και τρία μάτια κάθετα τοποθετημένα στο μέτωπό της. Τα μαλλιά της σηκώνονται ψηλά, ενώ θεωρείται και προστάτιδα του σαρκικού έρωτα.
«Εντάξει» λέει ο Ραφαήλ και στρέφεται προς το μέρος που βλέπει να καταλήγουν σχεδόν όλοι όσοι διασχίζουν την οδό Τειρεσίας: ένα στενό σοκάκι, που μοιάζει πιο σκοτεινό από ένα κλειστό δωμάτιο. Φτάνει ως το άνοιγμα και ένας εξηντάρης με πούρο πέφτει πάνω του. Ο άντρας σπρώχνει τον Ραφαήλ, βρίζοντάς τον. «Γαμήσου, μαλάκα» λέει. «Άντε μέριασε, μη σε στείλω στον διάολο». Ο Ραφαήλ νιώθει στο κεφάλι του τους άλλους δαίμονες να θέλουν να πάρουν τον έλεγχο και να περιλάβουν τον τύπο, αλλά εκείνος απλά σηκώνει τα χέρια και τον αφήνει να περάσει πρώτος. Βλέπει τον πιο ψηλό άντρα να περνάει ένα μεγάλο μέρος του σοκακιού και να κατευθύνεται προς την μοναδική πηγή φωτός, που βρίσκεται στο βάθος του γεμάτου αποτσίγαρα και άλλα σκουπίδια διαδρόμου. Ο άντρας ανεβαίνει κάτι σκαλιά και μιλάει για λίγο σε έναν άλλο άντρα, πολύ νεώτερο και πολύ πιο μεγαλόσωμο από τον ίδιο, υπό το φως της μωβ ταμπέλας νέον που έγραφε NOTHIN’ TO SEE HERE…

Περίεργος τίτλος για πορνείο, σκέφτεται αρχικά, αν και καταλήγει ότι αφενός είναι ένα λογοπαίγνιο που ταιριάζει στην περίπτωση και αφετέρου μικρή σημασία έχει. Δεν έχει έρθει για να κάνει κάποια έρευνα μάρκετινγκ για τις ονομασίες των πορνείων αυτής της περιοχής της Αθήνας. Αν είχε έρθει με τέτοιο σκοπό, θα αναρωτιόταν και γιατί κάποιος θα άνοιγε μια τέτοια επιχείρηση σε ένα τόσο απομονωμένο μέρος –ακόμα και ο ταξιτζής που τον έφερε απόρησε.

Πρέπει να βιαστούμε, ξαναλέει η Αηζέν Μίο Ο. Είναι από τους λίγους δαίμονες μέσα στο κεφάλι του Ραφαήλ που η φωνή και η όλη συμπεριφορά της δεν θυμίζουν καταραμένα όντα, αλλά ένα κατά τα άλλα εξευγενισμένο πλάσμα. Αν ήταν άνθρωπος, θα ήθελε πολύ να την γνωρίσει. Πιστεύει ότι θα ήταν καλή παρέα. Μοιάζει να έχει καλή θέληση απέναντι στους ανθρώπους και όχι να τους βλέπει σαν δοχεία, σαν μέσα για να εξυπηρετήσει τους κακόβουλους σκοπούς της. Για αυτό και ο Ραφαήλ δέχτηκε την αποστολή της.

Περπατάει ως το σημείο όπου στέκεται ο πορτιέρης, δίχως να δώσει σημασία στην αποφορά που αναδύεται από χρησιμοποιημένα προφυλακτικά και μπουκάλια αλκοόλ και άλλα παρεμφερή που βρίσκονται διάσπαρτα στο σοκάκι.

Ο γιγαντόσωμος τριαντάρης καραφλός άντρας με το δερμάτινο μπουφάν φράζει το δρόμο στον Ραφαήλ. «Άνοιξε τα χέρια και τα πόδια» λέει με φωνή όμοια με βρυχηθμό λιονταριού, ενώ τον κοιτάζει με κοκκινισμένα μάτια.
«Καλησπέρα και σε εσένα» λέει ο Ραφαήλ, χαμογελώντας. Απλώνεται όπως είδε να κάνει ο προηγούμενος πελάτης, πριν πάρει άδεια για να μπει.
Ο μπράβος τον ψαχουλεύει και, όταν σιγουρεύεται ότι δεν υπάρχει κάτι για να βρει, σταματάει. Αλλά δεν κάνει αμέσως στην άκρη, όπως έπραξε με τον άλλο. Συνεχίζει να κοιτάει κατάματα τον Ραφαήλ. «Είσαι μπάτσος;» ρωτάει. Πριν απαντήσει ο Ραφαήλ, ο μπράβος συνεχίζει: «Πες το τώρα, για να σε απαλλάξω από το να χάσεις το βράδυ σου, ενώ θα έπρεπε να περιπολείς σε πιο κακόφημες γειτονιές. Κρίμα είναι να κινδυνεύουν άλλοι συμπολίτες μας, ενώ η αστυνομία ασχολείται με μαλακίες».

Του Ραφαήλ του κάνει εντύπωση το πώς του μίλησε αυτός ο τύπος. Από την μια, με απειλή, αλλά από την άλλη με κάποια υποτιθέμενη αίσθηση καθήκοντος. Όλη η στάση του σώματός του προδίδει την προετοιμασία που έχει κάνει για να δείχνει επικίνδυνος, μα ταυτόχρονα να μιλάει σαν ευσυνείδητος πολίτης. Ενδιαφέρουσα αντίστιξη, αν και μάλλον χρήσιμη στο επάγγελμα, σκέφτεται ο πολύ κοντύτερος Ραφαήλ. «Δεν είμαι αστυνομικός» λέει. Ανασηκώνει τους ώμους του. «Δεν θα με διάλεγαν, λόγω ύψους. Είμαι πιο κοντός απ’ ό,τι θέλουν».
«Μπορεί να ήσουν στις ειδικές δυνάμεις πιο πριν. Αυτούς τους παίρνουν αργότερα στην αστυνομία».
«Όχι, ένας απλός φαντάρος ήμουν».
Ο πορτιέρης δεν απαντάει αμέσως. Ρίχνει άλλη μια ματιά στον σύμβουλο, μορφάζοντας σαν να δοκίμαζε ένα πορτοκάλι πιο ξινό και από λεμόνι και νεύει. «Ναι, έχεις δίκιο, δεν θα ήσουν ποτέ ειδικοδυναμίτης ή μπάτσος. Περισσότερο για πούστης μου μοιάζεις. Να σου πω, τέτοιος είσαι ρε;»
Political correctness has left the chat, σκέφτεται ο Ραφαήλ. «Όχι, δεν είμαι ομοφ…»
«Γιατί, στο λέω, αν είσαι αδερφή, φύγε τώρα. Εδώ έρχονται μόνο παντελονάτοι» λέει και δείχνει τον καβάλο του.
«Ναι, εντάξει. Κατάλαβα. Μου αρέσουν οι γυναίκες, όχι οι άντρες. Σεξουαλικά, εννοώ. Ευχαριστημένος;»
«Ναι, έτσι μπράβο, αυτά θέλω να ακούω». Ο μπράβος κάνει στην άκρη και ανοίγει την πόρτα. Ο Ραφαήλ προχωράει, ευχαριστώντας τον, αλλά ο άλλος τον ακινητοποιεί πριν περάσει. Σκύβει και ψιθυρίζει στον σύμβουλο «Μπορεί να μην ήσουν λοκατζής ή βατράχι, αλλά μπορεί να είσαι ειδικοδυναμίτης εδώ μέσα, αν με εννοείς, ε;»
Ο Ραφαήλ πιάνει το υπονοούμενο. Χαμογελάει. «Το ελπίζω» λέει και κλείνει το μάτι στον πορτιέρη.
Εκείνος τον χτυπάει στην πλάτη σαν να θέλει να τινάξει τη σκόνη από το παλτό του Ραφαήλ. «Έτσι μπράβο! Καλή διασκέδαση!»
«Ευχαριστώ».

Ο Ραφαήλ περιμένει να κλείσει την πόρτα ο μπράβος και μετά χαμογελάει στην τύπισσα με τα βαμμένα ξανθά μακριά μαλλιά και τα μακριά μαύρα νύχια που τον προσεγγίζει. Είναι μια όμορφη γυναίκα κοντά στην ηλικία του, με φόρεμα με τιράντες που φτάνει μέχρι τα γόνατα και ψηλοτάκουνες μπότες. Ο μισοσκότεινος χώρος, με τους καναπέδες και τους πίνακες ζωγραφικής ανθρώπων που συνουσιάζονται, με μισόγυμνες γυναίκες να πηγαινοέρχονται (σοβαρές αρχικά, αλλά χαμογελαστές όταν τον βλέπουν) στους διαδρόμους, άλλους άντρες να κάθονται στους καναπέδες και με μια ερωτική μουσική να παίζει χαμηλόφωνα, έχει ένα άρωμα που δεν αναγνωρίζει ο Ραφαήλ, αλλά το οποίο «σπάει» από την κολόνια που έχει βάλει η τύπισσα που τώρα στέκεται ένα μέτρο μακριά του.
«Καλησπέρα σας» του λέει και του χαμογελάει και εκείνη. «Τι θα σας ενδιέφερε απόψε;»
«Δεν έχω ξανάρθει» της λέει, δήθεν κομπλάροντας, «αλλά… ξέρετε, ενδιαφέρομαι…» τρίβει το σβέρκο του και μορφάζει προβληματισμένος, σαν να είναι νέος γιατρός που δεν ξέρει ακριβώς πώς να ανακοινώσει τα δυσάρεστα νέα στον ασθενή του.
«Ω, κατάλαβα. Πρωτάρης;»
«Ναι. Ξέρω, είμαι μεγάλος για πρωτάρης, αλλά…»
«Ω, μην το λέτε. Μην το λέτε καθόλου». Η γυναίκα πλησιάζει κι άλλο και τον πιάνει απαλά από το μπράτσο με το δεξί της χέρι. Αναπνέει δίπλα του, κολλάει το σώμα της στο δικό του, προσφέροντάς του καλή θέα στο μπούστο της. Του λέει ψιθυριστά να της πει το όνομά του και ότι έχουν έρθει και ηλικιωμένοι που δεν είχαν πάει ξανά σε ένα μέρος σαν αυτό και πως δεν έχει λόγο να ανησυχεί και μήπως ο κύριος Ραφαήλ θα ήθελε ένα ποτό; Κερασμένο από το μαγαζί;

Ο Ραφαήλ παριστάνει ότι το σκέφτεται για μερικά δευτερόλεπτα. «Όχι, όχι, δεν θα χρειαστεί, σας ευχαριστώ. Αποφάσισα».
«Αλήθεια; Πολύ ωραία! Τι θα θέλατε;»
Την μοναδική on’nanoko, το μοναδικό κορίτσι από την Ιαπωνία που έχετε παράνομα εδώ, κάνει να πει, αλλά σταματάει. Ο Ραφαήλ καθαρίζει τον λαιμό του και ρωτάει «Υπάρχει κάποιο κορίτσι από την Ασία; Από Κίνα ή… κάποια χώρα σαν…;»
«Ναι, ναι, έχουμε. Είναι μια κοπέλα από την Ινδία, αν σας ενδιαφέρει. Με πολύ εξωτικά χαρίσματα, αν θέλετε την γνώμη μου. Έχουμε και μια κοπέλα από την Ιαπωνία, αλλά αυτή την στιγμή είναι με άλλον πελάτη. Όμως, μην ανησυχείτε, μπορείτε να περιμένετε να τελειώσει, πίνοντας και εκείνο το ποτό που λέγαμε, και…»
«Όχι, όχι, δεν έχω πρόβλημα. Θέλω την κοπέλα από την Ινδία».
«Τέλεια! Η Ρούχι θα σας αρέσει πολύ, σας το εγγυώμαι. Εδώ τη φωνάζουμε Εξωτική Βουδίστρια».

Ο Ραφαήλ συγκρατεί το γέλιο του –του φαίνεται ανόητο το παρατσούκλι που έχουν δώσει στην κοπέλα. Κουνάει τα χέρια του σαν να είναι παιδί που περιμένει το δώρο του. «Εξαιρετικά!» λέει.
«Καθίστε στον καναπέ, σας παρακαλώ. Βολευτείτε».

Περιμένει ένα λεπτό περίπου, καθισμένος ανάμεσα από δύο ξαναμμένους τριαντάρηδες που δε χρησιμοποιούν το κινητό τους (κάτι το οποίο δεν προκαλεί έκπληξη στην προκειμένη περίπτωση) και συζητάνε μεταξύ τους, μέχρι η τύπισσα να επιστρέψει, ακολουθούμενη από δύο πανέμορφες νεαρές γυναίκες γύρω στα είκοσι πέντε, που ίσα που είναι ντυμένες.

Η μεγαλύτερη γυναίκα απευθύνεται πρώτα στον Ραφαήλ, επειδή ακόμα νομίζει ότι αυτός είναι ο λιγότερο έμπειρος πελάτης ανάμεσα στους τρεις. Του δείχνει την κοπέλα στα αριστερά της, η οποία φοράει ένα πρασινωπό φόρεμα που δε φτάνει καν ως τα γόνατα και έχει για στάμπα μια αρκετά φαλλοκρατική εκδοχή του Ταζ Μαχάλ. «Κύριε Ραφαήλ, η Ρούχι, το λουλούδι μας από την καυτή Ινδία. Ρούχι μου, Εξωτική μου Βουδίστρια» λέει «να σου γνωρίσω τον κύριο Ραφαήλ».

Η Ρούχι πλησιάζει τον Ραφαήλ, με ένα εκτυφλωτικό χαμόγελο και τον πιάνει αλαμπρατσέτα. Του μιλάει σε σπαστά ελληνικά και αγγλικά, ενώ λέει και κουβέντες στην μητρική της γλώσσα, τα χίντι.

Απομακρύνονται προς έναν από τους διαδρόμους, ενώ η τύπισσα στην είσοδο μιλάει στους νεαρούς, οι οποίοι έχουν κανονίσει να εξυπηρετηθούν μαζί με την ίδια κοπέλα.
Η Ρούχι ανοίγει μια πόρτα και βρίσκονται σε ένα φωτεινό δωμάτιο, με χαλί να καλύπτει το δάπεδο, ντους, μεγάλο στρωμένο κρεβάτι, ένα τραπεζάκι με φωτιστικό και τασάκι και ένα αντίτυπο του Κάμα Σούτρα και κλειστό παράθυρο. Η μυρωδιά που επικρατεί εδώ είναι διαφορετική, αλλά παραμένει έντονη, σε αντίθεση με τη μουσική –δεν ακούγεται κάτι άλλο, πέραν από τους ήχους που παράγουν ο Ραφαήλ και η κοπέλα.
Όμως, κάτι ακόμα που προσέχει είναι πως και σε αυτό το χώρο υπάρχουν κάμερες στο ταβάνι –δύο, μία πάνω από την πόρτα και μία στην απέναντι μεριά. Έχει πολλά χρόνια να πάει σε πορνείο, αλλά δεν θυμάται να έχει δει ποτέ του κάμερες μέσα στο δωμάτιο. Μπορεί να τις έχουν για ασφάλεια, σκέφτεται, αν και υποθέτει ότι το υλικό που καταγράφουν θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί και… αλλιώς.

Η Ρούχι κλειδώνει και λέει στον Ραφαήλ να γδυθεί, ενώ εκείνη αφήνει την τσάντα της σε μια καρέκλα.
Εκείνος στρέφεται προς την κοπέλα. Οφείλει να παραδεχτεί πως είναι εξωτική. Το σώμα της είναι αδύνατο και τα στήθη της μικρά, αλλά ανάθεμα αν δεν του προκαλεί διέγερση. Το περιδέραιο με τον Βούδα που κρέμεται γύρω από τον καφετί λαιμό της λαμπυρίζει και τα μακριά μαύρα μαλλιά της είναι λυτά.

Ο Ραφαήλ νιώθει στο κεφάλι του τους δαίμονες να έρχονται μπροστά και να τον πιέζουν, ώστε να μην ενδώσει. Και είναι και η Αηζέν Μίο Ο ανάμεσά τους, γιατί, παρότι η ίδια θερμαίνει την καρδιά του κάθε πιστού και της κάθε πιστής της με έρωτα, ωστόσο τώρα δεν είναι η στιγμή να αφήσει τον Ραφαήλ στο έλεος των σαρκικών επιθυμιών του.
Έτσι, αυτός ρωτάει την Ρούχι πού είναι η τουαλέτα. Εκείνη του δείχνει αυτή που βρίσκεται μέσα στο δωμάτιο, κοντά στο ντους. Μάλιστα, ενώ η ίδια βγάζει το φόρεμά της και μένει εντελώς γυμνή, τον πλησιάζει και τον χαϊδεύει, υποσχόμενη να τον ξαλαφρώσει. Τα νύχια της είναι βαμμένα σαν τη σημαία της Ινδίας: ένας συνδυασμός πορτοκαλί, λευκού και πράσινου, ενώ στο ύψος του στομαχιού και στις γάμπες έχει τατουάζ με διάφορα ινδουιστικά σύμβολα.
Ο Ραφαήλ την ευχαριστεί, αλλά επιμένει να χρησιμοποιήσει μια άλλη τουαλέτα.
Η Ρούχι τελικά του λέει πού βρίσκεται. Του υπενθυμίζει, όμως, ότι δεν έχουν πολύ χρόνο στη διάθεσή τους, μόνο δεκαπέντε λεπτά.

Εκείνος την πλησιάζει και, χωρίς να χρειαστεί να σκύψει πολύ, την παίρνει αγκαλιά και της ψιθυρίζει «Μην ανησυχείς, ομορφιά μου. Μην…» (εκείνη δεν το βλέπει, αλλά τα μάτια του καταλαμβάνονται από σκοτεινές παρουσίες, ούτε προλαβαίνει να αναρωτηθεί για την αλλαγή στη φωνή του, γιατί ο υπνωτισμός που της επιβάλλουν Εκείνοι την παρασέρνει) «Μην ανησυχείς. Απλά… κάθισε εδώ» την συνοδεύει ως το κρεβάτι «και αφέσου στην πιο ευχάριστη στιγμή που έζησες ποτέ. Και ξέχασέ με». Είναι μια δύναμη που δεν έχει πάντα αποτέλεσμα, ειδικά προς άλλα δαιμονισμένα άτομα, αλλά αυτή η νεαρή δεν μπορεί να αντιμετωπίσει ό,τι της κάνουν οι δαίμονες του Ραφαήλ.

Η Ρούχι ξαπλώνει και μένει γυμνή πάνω στα σκεπάσματα, με ένα τεράστιο χαμόγελο στα χείλη, ένα σχεδόν παιδικό χαμόγελο.

Ο Ραφαήλ βγαίνει από το δωμάτιο και πηγαίνει προς την είσοδο του πορνείου. Βρίσκει την γυναίκα που ασχολείται με ένα τάμπλετ. Εκείνη τον κοιτάζει παραξενεμένη, αλλά σύντομα, πριν φωνάξει, πέφτει στην παγίδα του. Του λέει ό,τι χρειάζεται να ξέρει κι αυτός της δίνει συγκεκριμένες εντολές, όπως έκανε πριν.
Έπειτα, γυρίζει και μαζί με αυτήν πηγαίνει στο δωμάτιο.

Η τύπισσα χτυπάει, λέγοντας ποια είναι. Ζητάει συγνώμη και λέει σε κάποια Άνζαϊ να ανοίξει την πόρτα μια στιγμή.
Μια αντρική φωνή βογκάει μια βρισιά.
Βήματα από γυμνά πέλματα στο χαλί, που πλησιάζουν.

Ο Ραφαήλ περιμένει να ακούσει το κλειδί να γυρίζει και τότε ψιθυρίζει στην τύπισσα να φύγει και να κάνει ό,τι της είπε. Εκείνη ξεκινάει, τη στιγμή που η πόρτα ανοίγει.

Ένα πανομοιότυπο δωμάτιο αποκαλύπτεται μπροστά του και ένα λεπτεπίλεπτο μαυρομάλλικο κορίτσι με σχιστά μάτια, που μόνο αν ήθελε κανείς θα πίστευε ότι είναι δεκαοκτώ ετών, φράζει την είσοδο. Είναι γυμνό, με βαμμένα κίτρινα νύχια, αναμαλλιασμένο και κοιτάζει τον Ραφαήλ με απορία.
Nothin’ to see here, θυμάται ο Ραφαήλ. Ναι, εκτός αν ψάχνετε θύματα απαγωγής και παιδόφιλους.

Το κορίτσι αναζητά αμέσως την αφεντικίνα της και κάνει να της φωνάξει, αλλά ο Ραφαήλ κλείνει το στόμα της και τη σπρώχνει μέσα στο δωμάτιο, όπου κλείνει την πόρτα.
«Θα έρθεις ή όχι;» φωνάζει ο άντρας που περιμένει γυμνός στο ντους. Το θέαμά του θα είχε προκαλέσει γέλια στον Ραφαήλ, αν δεν ήταν υπό την Αηζέν Μίο Ο, γιατί ο πελάτης έχει κάτσει πάνω σε ένα σκαμπό, με δεμένα μάτια, ακουμπάει στον τοίχο και έχει τα πόδια διάπλατα ανοιχτά και δεμένα από σχοινιά που κρέμονται από το ταβάνι. Από τον εκτεθειμένο πρωκτό του, προβάλλει ένα αντικείμενο σα ραβδί, ενώ το πεσμένο πέος του είναι κρυμμένο μέσα σε ένα προφυλακτικό.

Η Άνζαϊ προσπαθεί να απελευθερωθεί από τον Ραφαήλ, ξύνοντας ταυτόχρονα τα χέρια της και κοιτώντας προς την μικρή τσάντα που έχει, όμως εκείνος αφήνει τη φωνή της δαιμόνισσας ελεύθερη, που εξηγεί στην κοπέλα στην γλώσσα της «Καλή μου, Άνζαϊ, είμαι η Αηζέν Μίο Ο. Ο πατέρας και η μητέρα σου με παρακάλεσαν να έρθω. Να σε βρω και να σε σώσω. Η αστυνομία δεν κατάφερε να σε βρει, οπότε κατέφυγαν σε εμένα. Κάτι που θα έκανες και εσύ, αν δεν σε είχαν ποτίσει με δηλητήριο». Ο Ραφαήλ σηκώνει το χέρι του κοριτσιού, με τις κοκκινωπές τρυπούλες να διακρίνονται κοντά στον αγκώνα. «Κι εγώ, μέσω αυτού του άντρα, ήρθα για να σε πάρω από εδώ και να σε πάω στους γονείς σου».

Η δεκαεξάχρονη Άνζαϊ βάζει τα κλάματα και πιάνει το κεφάλι της. «Otōsan? Okāsan?» αναρωτιέται. «Ο μπαμπάς; Και η μαμά;»
«Ναι, Άνζαϊ. Φοβούνται για εσένα. Θέλουν να γυρίσεις πίσω. Αρκετά υπέφερες. Δεν ανήκεις εδώ. Έχεις ήδη τον έρωτά σου στην πατρίδα».
«Ο Γιαμάουτσι;»
«Ναι. Ο Γιαμάουτσι. Σε περιμένει και αυτός. Είναι πολύ δυστυχισμένος κι ακόμα περισσότερο θεωρεί ότι αυτός φταίει που σε έπεισε να πάτε σε εκείνο το κλαμπ, απ’ όπου σε άρπαξαν».

Το κορίτσι, ενθυμούμενο τους ανθρώπους της που έχει χάσει εδώ και ένα χρόνο περίπου, αλλά και το τι τράβηξε όσο την μετέφεραν από την Ιαπωνία στην Ελλάδα (με σκοπό αρχικά να την περάσουν από διάφορες χώρες της Ευρώπης, αλλά τελικά την άφησαν εδώ) γονατίζει και κρύβει το πρόσωπό της, με το κορμί της να συγκλονίζεται από τη δυστυχία που την θέση της παίρνει ξανά η ελπίδα.
«Ε, κινέζα!» φωνάζει ο άλλος. «Γιαπωνέζα ή ό,τι άλλο είσαι, έλα να τελειώνουμε καμιά ώρα. Με πονάει ο κώλος μου».

Ο Ραφαήλ βγάζει το παλτό του και, δίνοντάς της το, λέει στην Άνζαϊ να ντυθεί. Το μοναδικό ρούχο που της έχουν διαθέσει είναι ένα κοντό φόρεμα με ιαπωνικά σπαθιά κατάνα να διασταυρώνονται στο ύψος των στηθών της (σαν να είναι σχιστά μάτια) και άλλο ένα στο ύψος του αιδοίου της (σαν να είναι ένα αιχμηρό χαμόγελο). Πολύ… έθνικ επιλογή, σκέφτεται ο Ραφαήλ. Ή πολύ ρατσιστική, ανάλογα πώς το βλέπει ο κάθε άνθρωπος. Πλησιάζει τον άλλο. Είναι μεγάλος σε ηλικία. Το δέρμα του σώματός του έχει σακουλιάσει σε διάφορα σημεία, ενώ οι τρίχες του είναι λευκές. Τα ρούχα του είναι πεταμένα παραδίπλα και το πούρο του ακόμα σιγοκαίει σε ένα τασάκι, αλλά ο Ραφαήλ δε χρειάζεται να τα δει, για να καταλάβει ποιος είναι.

Ο τύπος βγάζει μόνος του το μαντήλι από τα μάτια του και κοιτάζει. «Ω γαμώτο!» λέει. «Τι σκατά κάνεις εσύ εδώ μέσα; Εγώ την γαμάω τώρα…»
«Σκάσε! Απ’ ό,τι βλέπω, εκείνη σε περιέλαβε. Και όχι μόνο για δεκαπέντε λεπτά, ε; Έννοια σου, όμως, δεν τελείωσε ακόμα η βραδιά. Για εσένα, θα κρατήσει πολύ παραπάνω απ’ ό,τι φαντάστηκες ποτέ».
«Τι… τι στο διάβολο;…» ψελλίζει ο άλλος.
Αλλά μετά από δύο λεπτά, μένει βουβός. Δεμένος χειροπόδαρα πλέον, με το στόμα φραγμένο από το εσώρουχό του και σφραγισμένο με το μαντήλι που πριν του κάλυπτε τα μάτια.

Ο Ραφαήλ παίρνει μαζί του την Άνζαϊ, βγαίνουν από το δωμάτιο και προχωρούν προς την έξοδο. Δε βρίσκουν κανέναν και καμία στο διάβα τους, καθότι ο Ραφαήλ έχει δώσει εντολή στην τύπισσα που κάνει κουμάντο να τους λέει ότι πρέπει να περιμένουν στα δωμάτιά τους και να κρατήσουν για λίγα λεπτά ακόμα τους πελάτες. Όπως επιβεβαιώνει και εκείνος, η ίδια η τύπισσα κάθεται στην αίθουσα που έχουν τους υπολογιστές και όπου παρακολουθεί τι γίνεται μέσω των απενεργοποιημένων καμερών –την έβαλε να διαγράψει μέχρι και όσο υλικό έχει καταγραφεί τις τελευταίες ώρες.
«Μείνε εδώ» λέει στο κορίτσι, όταν επιστρέφει.
Η Άνζαϊ κάθεται σε έναν από τους καναπέδες, ενώ ο Ραφαήλ ανοίγει την πόρτα.
Ο πορτιέρης χαμογελάει στον σύμβουλο. «Λοιπόν; Ευχαριστημένος;»
«Όχι ακόμα» απαντάνε οι εκδικητικοί δαίμονες που έχουν πάρει τον έλεγχο από την Αηζέν Μίο Ο.
«Ουάου, πώς είναι έτσι τα μάτια σου και η φωνή σου; Πόσο ήπιες; Και τι ήπιες;» ρωτάει ο μπράβος.
«Κρασί. Από την Κόλαση».
«Τι; Τι είναι αυτό, δεν έχω πιει ποτέ. Έχουν τέτοιο ποτό εδώ;»
Ο Ραφαήλ χαμογελάει. «Όχι» λένε οι δαίμονες «εδώ δεν έχουν τέτοιο κρασί. Και… ναι, φαίνεται ότι δεν έχεις πιει ποτέ. Και σου έχω και ένα νέο: εδώ θα αλλάξουν οι κανόνες ως προς το ποιους παντελονάτους δέχεστε και ποιους όχι. Εσύ θα κάνεις την αρχή».
«Τι; Τι μου τσαμπουνάς, γαμώτο!»
«Ναι, εσύ θα είσαι ο πρώτος που θα προτιμήσει άλλους παντελονάτους. Σεξουαλικά, εννοώ».
Ο μπράβος φρικάρει και του ορμάει. Τον χτυπάει στα πλευρά και στο κεφάλι.

Ο Ραφαήλ οπισθοχωρεί πάνω στον απέναντι τοίχο, νιώθοντας τους πόνους να του τριβελίζουν το μυαλό. Βλέπει τον άλλο να του επιτίθεται με υψωμένες γροθιές. Του έρχονται απανωτά χτυπήματα, τα περισσότερα στα μπράτσα, καθώς καλύπτει το κεφάλι και τα πλευρά του.
Ένα φεύγει και τον πετυχαίνει στο κέντρο του στήθους.
Βογκάει.
Ο μπράβος τον βρίζει και του ρίχνει κι άλλες.
Ο Ραφαήλ προσπαθεί να βγει από το αδιέξοδο.
Όμως, τον έχει στριμώξει για τα καλά.
Κάποια χτυπήματα αναγκάζουν τον Ραφαήλ να λυγίσει τα γόνατα.
Μια αγκωνιά.
Μια γονατιά.
Δύο μπουνιές.
Τα ρούχα του Ραφαήλ σκίζονται. Το πρόσωπό του ματώνει.
Τότε, προτού ο μπράβος κατεβάσει μια γερή κλοτσιά, δαίμονες που κάποτε ήταν ονομαστοί πολεμιστές, παίρνουν τον έλεγχο του κοντακιανού σώματος του Ραφαήλ και σε δευτερόλεπτα καθηλώνουν τον πολύ πιο σωματώδη μπράβο στο έδαφος. Αλλά δεν τον αφήνουν αναίσθητο, μήτε τον σκοτώνουν. Έχουν μια αποστολή για αυτόν τον τύπο…

Ένα λεπτό αργότερα, ανοίγει η πόρτα του δωματίου όπου περιμένει δεμένος χειροπόδαρα και φιμωμένος ο εξηντάρης. Κλείνει αμέσως μετά. Βαριά πόδια πατάνε πάνω στο χαλί. Προσπαθεί να μιλήσει και να λυθεί, καθώς τα άκρα του πονάνε.
Του φαίνεται ή ακούει ένα φερμουάρ να ανοίγει;
Όποιος έχει μπει βγάζει το ραβδί από τον κώλο του –πάλι καλά! σκέφτεται.
Αλλά τότε του βάζουν κάτι άλλο μακρύ και αυτή τη φορά το πρόσωπό του κοκκινίζει. Ο μπράβος, χωρίς να καταλαβαίνει τι κάνει (αλλά θα θυμάται τα πάντα όταν περάσει η επίδραση της ύπνωσης), συνεχίζει ακάθεκτος.
Κι αυτή είναι μόνο η αρχή των όσων θα πάθουν όσοι διαχειρίζονται τούτο το μέρος. Έχει φροντίσει ο Ραφαήλ για την μοίρα τους, μέσω του πορτιέρη και της τύπισσας που κάνει κουμάντο όταν λείπουν τα αφεντικά.

Ο Ραφαήλ και η Άνζαϊ πηγαίνουν με ταξί στην πρεσβεία της Ιαπωνίας, που είναι πολύ πιο συντηρητικό στη διακόσμηση από το πορνείο. Τους παίρνει λιγότερο από δύο ώρες, για να γίνουν όλες οι απαραίτητες διαδικασίες, ώστε να επιβεβαιωθεί η ιστορία τους (στην οποία δεν συμπεριλαμβάνουν κάποια στοιχεία, κυρίως όσον αφορά την ανάμειξη του Ραφαήλ, αν και τα τραύματά του και τα σκισμένα ρούχα του δυσκολεύουν τους υπαλλήλους να καταλάβουν χωρίς να υποπτευθούν κάτι) και να πάρει άδεια το κορίτσι για να φύγει από τη χώρα.

Εκτός από το να πάρουν κατάθεση και να επικοινωνήσουν με τους γονείς και όποια άλλη υπηρεσία πρέπει, προσφέρουν στην Άνζαϊ μία ακόμα δυνατότητα, την οποία το κορίτσι αξιοποιεί στο έπακρο: κάνει μπάνιο, φοράει καινούρια ρούχα, σκίζει και πετάει όσα της έδωσαν στο πορνείο και όταν εμφανίζεται ξανά μπροστά στον Ραφαήλ και στην υπάλληλο έχει φτιάξει ακόμα και τα μαλλιά της, ενώ έχει ξεβάψει τα νύχια της. Θα χρειαστεί και απεξάρτηση για ένα χρονικό διάστημα, αλλά η αρχή έχει γίνει, και αυτό μετράει.

Η Άνζαϊ θέλει να τη συνοδέψει ο Ραφαήλ και όχι μόνο κάποια εκπρόσωπος της πρεσβείας. Εκείνος δέχεται, και γιατί τον πιέζει η Αηζέν Μίο Ο, αλλά και γιατί πάνε χρόνια που ταξίδεψε στην Ιαπωνία και θυμάται ότι του άρεσε.

Πριν φύγουν την επομένη, αφήνει το κορίτσι στην ασφάλεια της πρεσβείας και γυρίζει στο διαμέρισμά του. Εκτός από το να αλλάξει ρούχα, έχει μία ακόμα εκκρεμότητα πλέον: την νυχτερίδα που έχει καταληφθεί από την Αζεμάν. Πρέπει να της δώσει το… φαγητό της, το αίμα που ποθεί. Ο Ραφαήλ ακουμπάει το χέρι στην πόρτα της αποθήκης και, αφού σιγουρεύεται πως όλα τα δοχεία των δαιμόνων, τα αντικείμενα που έχουν καταληφθεί, είναι ακόμα ασφαλή, μπαίνει, ανοίγει το κλουβί της νυχτερίδας και γεμίζει το γεμάτο καφετιές πιτσιλιές μπολ που της έχει. Αλλά τα μάτια του είναι προσηλωμένα στο ζωντανό, γιατί τον ανησυχεί μην κάνει κάποια απόπειρα να δραπετεύσει, τραυματίζοντάς τον (και μολύνοντάς τον) ταυτόχρονα. Η νυχτερίδα δεν κάνει τίποτα τέτοιο, παρά κρέμεται ανάποδα μέσα στο κλουβί της, ήσυχη φαινομενικά. Ο Ραφαήλ προσέχει τα ανεπαίσθητα τρέμουλα των φτερών και του κεφαλιού της. Αδημονεί να πιει αίμα, συλλογίζεται. Σαν να είναι ουσιοεξαρτώμενη που θέλει τη δόση της. Από το μυαλό του περνάει ξανά η Άνζαϊ και το ότι δεν έφτανε που την απήγαγαν και την εκπόρνευσαν, την είχαν εθίσει κιόλας.

Ο Ραφαήλ νιώθει τον πονοκέφαλο να επιστρέφει. Δεν νιώθει τύψεις για ό,τι έκανε σε εκείνο το μέρος. Είναι σίγουρος πως αξίζουν και χειρότερα. Ούτε ανησυχεί μην τον καρφώσουν στην αστυνομία –γιατί θα κληθεί η αστυνομία, και κάνα δυο ιατροδικαστές, σίγουρα. Δεν υπάρχουν στοιχεία εναντίον του, ενώ οι όποιες μαρτυρίες ατόμων που τον είδαν θα είναι ασαφείς –ελλείψει, μάλιστα, και οπτικοαστικού υλικού.

Όταν τελειώνει με το γέμισμα του μπολ, κλείνει το πορτάκι και βλέπει το ιπτάμενο τρωκτικό να ορμάει για να πιει. Η νυχτερίδα βάζει το κεφάλι μέσα στο αίμα, χύνοντας λίγο στον γεμάτο κουτσουλιές πάτο του κλουβιού.

Ο Ραφαήλ σκέφτεται πως κάπως έτσι θα θέλει να του επιτεθεί η Αζεμάν. Να χώσει το ράμφος του ζωντανού που ελέγχει στο κεφάλι ή στην κοιλιά του και να τον αφαιμάξει, ενώ αυτός θα σπαρταράει.
Πολύ αισιόδοξη σκέψη.

Κουνάει το κεφάλι του και προχωράει προς την πόρτα της αποθήκης. Πριν βγει, λέει «Θα πάω ένα σύντομο ταξίδι. Δεν θα αργήσω». Δεν είναι σίγουρος γιατί το κάνει, αλλά έχει αποτέλεσμα: κλείνοντας την πόρτα, βλέπει την νυχτερίδα να τον παρατηρεί, με σταγόνες αίμα να κυλάνε από το ράμφος της.

Ο Ραφαήλ κλειδώνει την αποθήκη, αλλά προτού απομακρυνθεί, σκέφτεται χαμογελώντας ότι θα ταίριαζε να κολλήσει στην πόρτα της αποθήκης μια ταμπέλα νέον με τη φράση Nothin’ to see here. Αλλά όχι με μωβ επιγραφή, λέει στον εαυτό του (και στους δαίμονές του). Ίσως με κόκκινα γράμματα και ένα τεράστιο Χ και ένα STOP. Γενικά, ό,τι μπορώ να βρω και το οποίο σίγουρα θα έχει το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα από αυτό που θέλω. Αν υποθέσουμε ότι θα μπει ποτέ κανένας στο διαμέρισμα.

Η τελευταία σκέψη του προκαλεί μια μελοδραματική διάθεση και έτσι πάει στο δωμάτιό του, βρίσκει μια αλλαξιά ρούχα, παίρνει και ένα παυσίπονο χάπι, και έπειτα, έτοιμος πια, φτάνει στην εξώπορτα, βγαίνει, κλειδώνει διαμέρισμά του και κατεβαίνει ως το ισόγειο. Στη διαδρομή, χαιρετάει μερικούς από τους άλλους ενοίκους, οι οποίοι τον ρωτούν τι έπαθε και τους λέει ότι παραλίγο να τον ληστέψουν, αλλά εντέλει ξέφυγε –η κυρία Χρυσούλα, δε, θέλει να του πει για μία ανιψιά της που είναι ελεύθερη, και αφού κι αυτός είναι ελεύθερος και εμφανίσιμος, δεν πειράζει που είναι λίγο κοντός, δεν θα υπάρχει θέμα… όμως, τη διακόπτει ευγενικά και της λέει ότι θα το συζητήσουν μια άλλη φορά, γιατί τώρα έχει μια επείγουσα δουλειά.

Παίρνει ταξί και δίνει τη διεύθυνση της πρεσβείας της Ιαπωνίας. Στη διαδρομή, ελέγχει τον λογαριασμό του στην ιστοσελίδα Consulting Services for You -έχει κάποιες ειδοποιήσεις από πιθανούς πελάτες που χρειάζονται τη συνδρομή του, αλλά θα τις διευθετήσει αργότερα, ίσως να στείλει κάποιο μήνυμα όσο θα πετάνε με την Άνζαϊ και την εκπρόσωπο της πρεσβείας.

Κατά τη διάρκεια του μεγαλύτερου μέρους της πτήσης, και οι τρεις τους μένουν σιωπηλοί. Ο Ραφαήλ έχει καθίσει ανάμεσα στις δύο γυναίκες και ακουμπάει το κεφάλι του στο κάθισμα, χωρίς να σκέφτεται κάτι συγκεκριμένα. Κάποια στιγμή, νιώθει ένα βάρος στο αριστερό του μπράτσο, που, χάρη στο χάπι που έχει πάρει, δεν τον πονάει -ευτυχώς. Γυρίζει και βλέπει την Άνζαϊ να έχει ξαπλώσει πάνω στο χέρι του. Τώρα, έχει βγάλει το αθλητικό μπουφάν που της έδωσαν οι συμπατριώτες της (μαζί με το παντελόνι, τα παπούτσια και ένα πουκάμισο) και το χρησιμοποιεί σαν σκέπασμα.
Η Άνζαϊ λέει «Iroiro arigato gozaimashita» (ευχαριστώ πολύ).
Ο Ραφαήλ χαμογελάει και απαντάει «Dōitashimashite» (παρακαλώ). Και μετά, η Αηζέν Μίο Ο ψιθυρίζει «Itsu datte kimi ni wa watashi ga iru kara. Tooku ni ittemo watashi wa anata no soba ni imasu» (όταν με χρειαστείς, θα είμαι πάντα εδώ. Όσο μακριά κι αν πας, θα είμαι πάντα δίπλα σου).
«Σας συμπαθεί, κύριε».

Ο Ραφαήλ κοιτάζει την εκπρόσωπο της πρεσβείας, την κυρία Σατσουκί, μια γυναίκα κοντά στα πενήντα, με ωραία φωνή και μαύρα μαλλιά πιασμένα σε αλογοουρά. Από την πρώτη στιγμή που πάτησαν το πόδι τους στην πρεσβεία, αυτή η γυναίκα έχει αναλάβει τη φροντίδα της Άνζαϊ. Χαμογελάει καλοπροαίρετα και συνεχίζει «Σας αγαπάει σαν τον σοφό δάσκαλο που χρειάζεται κάθε παιδί. Την σώσατε από μια καταστροφική ζωή. Οι γονείς της θα σας είναι θα για πάντα υπόχρεοι».
Ο Ραφαήλ δεν μιλάει.
«Ως εκπρόσωπος της πρεσβείας, θέλω να σας ευχαριστήσω ξανά, κύριε» λέει η Σατσουκί. Ψιθυρίζει «Δεν είμαι απόλυτα σίγουρη για το πού είχε μπλέξει, για το πού την είχαν μπλέξει, αν και φαντάζομαι… ωστόσο, σας ευχαριστώ για ό,τι κάνατε».

Ο Ραφαήλ νεύει ως απάντηση και γυρίζει προς την Άνζαϊ. Ανασηκώνει απαλά το αριστερό χέρι του, ώστε το κεφάλι της να ακουμπάει στον γιακά του σακακιού του, στο ύψος της καρδιάς του, ενώ περνάει το χέρι του γύρω από το σβέρκο της κοπέλας. Εκείνη αναδεύεται, αλλά δεν απομακρύνεται.

Εκείνος θυμάται κάτι που του είχε πει η Νίκη, η έγκυος γυναίκα που είχε γνωρίσει στο Λεβίδι προ ετών: Θα τα κατάφερνες ως σύζυγος και πατέρας. Το πιστεύω πολύ.
Τώρα, το βλέμμα του ταξιδεύει από την νεαρή Άνζαϊ προς το παράθυρο και από εκεί στα σύννεφα. Κάπου ανάμεσά τους βλέπει ένα κοκκινωπό πρόσωπο να του αντιγυρίζει την ματιά, αλλά με χαμόγελο. Η Αηζέν Μίο Ο ξαναλέει Ευχαριστώ, Ραφαήλ.
Αλλά αυτός, αναστενάζοντας, νιώθοντας την ανάσα της Άνζαϊ, την ευχαριστεί για την τιμή που του έκανε. Αν δεν τον διάλεγε, δεν θα είχε αυτή την υπέροχη στιγμή να τον συντροφεύει. Και να του δίνει ελπίδες. Ίσως, κάποτε, είχε πει στην Νίκη, αναφερόμενος στην πιθανότητα να αποκτήσει τη δική του οικογένεια στο μέλλον.

Τάκης Κομνηνός

——————————————————————————————————
Σημειώσεις: Το κείμενο προέκυψε από ανάθεση της Κικής Γιοβανοπούλου, της εικόνας που υπάρχει σαν φόντο. Το κείμενο αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα. Στο κείμενο ΔΕΝ εκφράζονται προσωπικές πολιτικο-κοινωνικές απόψεις του γράφοντα.
Θα ήθελα την άποψή σας είτε εδώ, είτε (και) στην σελίδα του TheBluez.gr στο Facebook: https://www.facebook.com/TheBluez.gr.
Βρείτε όλα τα κείμενά μου εδώ: https://thebluez.gr/category/anastkom/.
Και στον ακόλουθο σύνδεσμο όλα τα κεφάλαια της «Εντολής της Κόμισσας», που δημοσιεύονται σε συνέχειες: https://thebluez.gr/category/serials/.

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading