Μίστερ Βούλης

Χαμένο κορμί ήταν, μέθυσος, χαρτόμουτρο και πουτανιάρης, αλλά τι να κάνει η μάνα κι ο πατέρας, γερνούσαν, δίπλωσε ο γέρος του δε καλόβλεπε κιόλας, η μάνα κάπως καλύτερα κρατιόταν, ήταν και χρόνια μικρότερή του, άλλον δεν είχαν να κρατήσει το όνομα και την περιουσία, αυτόν γεννήσανε. Η κόρη παντρεύτηκε νωρίς, έφυγε στα ξένα, δεν είχε να περιμένει και τίποτα από δαύτους, κάτι βάλτους της δώσανε να της βουλώσουν τα μάτια κι εκείνη τα παράτησε να βουλιάξουν εντελώς, μήτε και την ξανάδανε. Καλύτερα για όλους, μπελάδες ήταν οι κόρες. Αυτός ο ρεμπεσκές που τους έλαχε θα κρατούσε τα ηνία της οικογένειας κι ας ήξεραν ότι κινδύνευαν όλα να χαθούν εν μία νυκτί τέτοιος που ήταν. Η λύση ήταν μία, έλεγε η μάνα νυχθημερόν, ένας γάμος, μια γυναίκα μπας και τον συμμαζέψει, κουτσή στραβή δεν είχε σημασία, παιδιά να αράδιαζε γρήγορα ήταν το ζητούμενο, να γέμιζε το σπιτικό σερνικά ελπίζοντας να μοιάσουν στον παππού που σκατά έπιανε και χρυσάφι γίνονταν, ό,τι κληρονόμησε ο Αριστείδης από τον δικό του πατέρα το τριπλασίασε.

Ο Βούλης όμως είχε άλλα σχέδια, γκάστρωσε μια πουtάva εκεί που σύχναζε και απαιτούσε γάμους και πανηγύρια, ειδάλλως θα πήγαινε στο γέρο του να γυρέψει λεφτά. Από την άλλη χρωστούσε και μπόλικα σε κάτι καλόπαιδα από τα κουμάρια που δεν σήκωνε κεφάλι, ο κλοιός στένευε, δεν είχε χρόνο ούτε όρεξη να ασχοληθεί με τους γέρους και τη γκρίνια τους, ούτε με τις δουλειές που θέλανε να του φορτώσουν στα κτήματα και τα ζώα. Τέτοια ζωή δεν την ήθελε, δεν του ταίριαζε βρε αδερφέ! Αυτός ήταν για μεγαλεία! Στο κάτω κάτω, τον ρώτησαν ποτέ; Τίποτα άλλο δεν έμενε, να βρει δουλειά δεν το συζητούσε, ο γιος το Αριστείδη με τόσο παρά, μόνο να πάρει την περιουσία στα χέρια του άμεσα, να ξοφλήσει τα χρέη πριν τον βρούνε σε κανένα χαντάκι, να δώσει και στην άλλη λεφτά να ξεφορτωθεί κι αυτήν και το μούλικο μια κι έξω, να γεμίσει τις τσέπες του χρήμα και να εξαφανιστεί.

Ένα φιλαράκι του είπε για τη ζωή στα ξένα «Αμερική φίλε μου, η γη της επαγγελίας και της ευκαιρίας! Ένα θα σου πω, ζωάρα θα κάνεις! Ευκολάκι για σένα έτσι όμορφος και καλοστεκούμενος που είσαι! Δυο τρεις μέρες τη βδομάδα κάτι γριες ζάμπλουτες, πεινασμένες για σεξ θα κανονίζεις και λεφτά με ουρά θα βγάζεις και καλά θα περνάς!». Άλλο δεν ήθελε να ακούσει ο Βούλης και βάλθηκε άμεσα να τακτοποιήσει τα θέματά του. Κάνα μήνα του πήρε να καταστρώσει τα σχέδιά του, τη γριά την ξεπάστρεψε γρήγορα, σε μια ώρα είχε ξεμπερδέψει, ένα ξημέρωμα την είδε καθώς γυρνούσε από τα πιόματά του να σκύβει στο πηγάδι να βγάζει νερό να πλύνει την κατούρλα του γέρου σίγουρα, για πότε βρέθηκε στον πάτο δεν κατάλαβε η καψερή, μήτε φωνή δεν πρόλαβε να βγάλει τόσο γρήγορα που τη σκέπασε το νερό. Ο γέρος λίγο τον ζόρισε παραπάνω, σπάνια ξεμύτιζε από το σπίτι, τις περισσότερες ώρες ήταν ξαπλωμένος να βογκάει από τους πόνους στα κόκαλα. Μια δυο όμως του ήρθε η ευκαιρία, ένα πρωινό τον ξύπνησαν οι φωνές του, στεκόταν τρεμάμενος στην άκρη της σκάλας, φώναζε τη γυναίκα του να έρθει να τον βοηθήσει να κατέβει τα σκαλιά της αυλής. Ξέχασε πια ο σαλεμένος πως η γυναίκα του πνίγηκε στο πηγάδι, “Τασούλα!” φώναζε με όση δύναμη είχε κι έκλαιγε με μαύρο δάκρυ για την κατάντια του και τη μοίρα του που έπεσε στα χέρια τέτοιου ρεμαλιού για γιο. Μια γερή σπρωξιά δίχως οίκτο έφτασε και βρέθηκε ο Αριστείδης στο πλατύσκαλο ένα μάτσο κόκαλα ατάκτως ερριμένα.

Πόσο δίκιο είχε το φιλαράκι του! Πόσο του ταίριαζε η Αμερική! Γεμάτη ευκαιρίες, γεμάτη με πλούσιες, απελπισμένες, μόνες γυναίκες, πεινασμένες για σεξ, το τηλέφωνο χτυπούσε ασταμάτητα, οι τσέπες γέμιζαν δολάρια, η περιουσία του πατέρα του αυγάτιζε χωρίς να ρημάζει τα νιάτα του και την ομορφιά του στα βρωμοχώραφα. Χωρίς να ανασαίνει τη σκατίλα των ζωντανών και να λερώνει τα χέρια του. Ουστ όλα, τα μοσχοπούλησε και μαύρη πέτρα στο κωλοχώρι. Στα καλύτερα ξενοδοχεία, εστιατόρια, θέρετρα και κότερα ξετύλιγε τη γοητεία του, εχέμυθος, ευγενικός, άψογη εξυπηρέτηση, σωστός επαγγελματίας και τζέντλεμαν. Το καρνέ των ραντεβού πάντα γεμάτο, δεν προλάβαινε ο Βούλης να εξυπηρετήσει τόση πελατεία που μαζευόταν. Λίγες ώρες τη μέρα ξέκλεβε να κοιμηθεί, να φάει και να αρωματιστεί.

Δέκα πέντε χρόνια πέρασαν, βουτηγμένος στην ακολασία, στα ποτά, στα ξενύχτια, στις χαρτοπαικτικές λέσχες, στα ξένα κρεβάτια, στις ουσίες για να αντέχει τους ρυθμούς της ζωής που επέλεξε. Σπίτια χάλασε, ζωές κατέστρεψε, σε άλλες έδωσε νόημα, έδωσε και χαρές, ας μην είμαστε άδικοι, κάποιες απελπισμένες υπάρξεις πίνανε νερό στο όνομά του. Σαράντα χρονών έφτασε και μυαλό δεν έβαλε, το ίδιο ρεμάλι παρέμενε, τα λεφτά που έβγαζε πολλά, δεν είχε λόγο να σταματήσει, στο άνθος της ηλικίας του ήταν, είχε καιρό μπροστά του να απολαύσει τους καρπούς του και να ξεκουραστεί, κάτι ταξίδια είχε βάλει στο μάτι να κάνει σε τροπικά μέρη αλλά αργότερα αυτά.

Με πυρετό ξεκίνησαν όλα, την άρπαξε για τα καλά τη γρίπη, έλεγε στις πελάτισσες. Λίγο πονούσε ο λαιμός, το σώμα του όλο και το κεφάλι του. «Θα συνέλθω κορίτσια και θα τα πούμε σύντομα» απαντούσε στα μηνύματά τους. Στα συμπτώματα γρήγορα προστέθηκε μια απερίγραπτη κούραση, όσο για την υπνηλία που ένιωθε, είχε να κοιμηθεί έτσι από μικρό παιδί. Δυο βδομάδες κράτησε το βάσανό του και πάνω που ένιωσε καλύτερα, να σου και οι διάρροιες και οι ναυτίες. Ακολούθησαν κάτι παράξενα εξανθήματα που εμφανίστηκαν στο σώμα του κι ένας επίμονος ξηρός βήχας τον τάραζε όλη μέρα και νύχτα. Το τηλέφωνο χτυπούσε διαρκώς κάθε μέρα, η γρίπη που νόμιζε ότι είχε δεν τον άφηνε σε ησυχία, κουράγιο να απαντήσει δεν είχε, η σκέψη και μόνο να σηκωθεί να πάει στο γιατρό, τον κούραζε χειρότερα. Οι μέρες περνούσαν κι ο Βούλης αισθανόταν όλο και χειρότερα, η πνευμονία που ήρθε αργότερα του δυσκόλεψε την ανάσα και ο πόνος στα γεννητικά του όργανα από τα εξανθήματα που έγιναν βαθιές πληγές ήταν αφόρητος! Ούτε ήξερε αν είναι πρωί ή βράδυ, χειμώνας ή καλοκαίρι και τα τηλέφωνα σταμάτησαν οριστικά. Βοήθεια φώναζε κάπου κάπου, αλλά κανείς δεν αποκρινόταν. Κάποια στιγμή είδε τη μάνα του να κάθεται δίπλα του να τον κοιτάει ψυχρά και παγωμένα, προσπάθησε να της μιλήσει, μα φωνή δεν έβγαζε, πνιγόταν στο βήχα. Δεν στάθηκε πολύ πλάι του, γύρισε την πλάτη κι έφυγε. Είδε και τον πατέρα του όρθιο κι ακμαίο να γελάει, να γλεντάει, πρώτος να σέρνει το χορό εκεί στα κτήματα, του άπλωσε το χέρι, μα ο πατέρας του γύρισε την πλάτη κι έφυγε, ο Βούλης έπεσε σε λήθαργο κανείς δεν ξέρει πόσο καιρό.

Η Τζο μπήκε στο σπίτι ένα πρωινό μετά από τρεις μήνες που έλειπε στην κόρη της για τα γεννητούρια του μωρού να καθαρίσει. «Γύρισα κύριε Βούλη, είστε εδώ;». Η μπόχα της έτσουξε τα ρουθούνια και το λαιμό, κατευθύνθηκε στην κρεβατοκάμαρα κι αυτό που αντίκρισε σίγουρα δεν ήταν ο μίστερ Βούλης που άφησε πριν πάρει την άδειά της και φύγει για τις Φιλιππίνες. Ένα τηλεφώνημα έκανε από τον τηλεφωνικό θάλαμο του δρόμου και εξαφανίστηκε μέσα στο πλήθος, χωρίς πράσινη κάρτα δεν ήταν για κουβέντες με τις αρχές.

Το ασθενοφόρο μάζεψε ένα σακί με κόκαλα και λιωμένες σάρκες, το πόρισμα των εξετάσεων αργότερα ήταν HIV σε προχωρημένο στάδιο. Κανείς δεν τον επισκέφτηκε, κανείς δεν τον αναζήτησε όσο καιρό ψυχορραγούσε στο νοσοκομείο, αγνώστου στοιχείων έγραφε η καρτέλα στο κρεβάτι, λίγες μέρες ακόμη άντεξε και έσβησε μέσα στους πόνους με θολωμένο μυαλό.

«Μέγας είσαι κύριε!» μουρμούρισε η Ευανθία, «Θέμη έλα να ακούσεις τα αίσχη των ανθρώπων που μας κυβερνούν, άκου τι λέει στις ειδήσεις, δίπλα μας καλέ δες τι συμβαίνει!».
«…Οκτώ νεκροί θάφτηκαν σε μαζικό τάφο προαστίου του Σικάγο την Τετάρτη λόγω έλλειψης οικονομικής δυνατότητας για εξασφάλιση προσωπικού χώρου ταφής και κάλυψη εξόδων κηδείας. Στο ειδικό τμήμα που έχει δημιουργηθεί για όσους δεν έχουν τα χρήματα να εξασφαλίσουν στον εαυτό τους μια αξιοπρεπή τελετή κηδείας, δεν παρευρέθηκαν καθόλου συγγενείς ή φιλικά πρόσωπα των νεκρών».
«Όπου φτωχός κι η μοίρα του γυναίκα, τη σήμερον ημέρα μόνο αν έχεις λεφτά έχεις κι αξιοπρέπεια» απάντησε ο Θέμης.

Κάτι πάκα με εκατοσταδόλαρα πάντως βρήκε η Τζο στο ντουλάπι πριν φύγει για το τηλεφώνημα κι ένας παχυλός τραπεζικός λογαριασμός μεταφέρθηκε μετά από πολλά χρόνια σε μια Ευανθία από έναν αδερφό που ούτε θυμόταν ότι είχε.

Magic Garden

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading