«Στην κορυφή αυτού του, σχετικά ψηλού λόφου, σας περιμένει ένα δεμένο γράμμα. Εκεί μέσα αναγράφεται το ποσό που έχουμε συγκεντρώσει από τις συμμετοχές σας, το οποίο θα δοθεί στο ορφανοτροφείο. Η κυρία Ματούλα είναι πολύ χαρούμενη για αυτή την επιλογή. Πάρη, μπράβο για την επιλογή σου! Επίσης, την νικητήρια ομάδα την περιμένει ένα ακόμα έπαθλο. Το πληρωμένο γεύμα της μετά τη λήξη της διαδρομής. Όπως ξέρετε, η ομάδα του Πάρη έχει τον χάρτη της πιο σύντομης διαδρομής και το πλεονέκτημα χρόνου. Αυτό θα το δώσει σε όποια ομάδα θέλει ώστε να ξεκινήσει δέκα λεπτά πιο νωρίς από τις υπόλοιπες. Πάρη; Αποφάσισες;»
«Ναι ναι… Θα το δώσουμε στην ομάδα της Λαμπρινής! Τραβήξαμε κλήρο το πρωί και έτυχε εκείνη!».
«Εξαιρετικά! Υπενθυμίζω… Για να νικήσει η ομάδα το έπαθλο, θα πρέπει να φτάσει αρτιμελής στην κορυφή. Ξεκινάτε πέντε, δέκα, δύο, σαράντα; Πρέπει να τερματίσετε και τόσοι. Αν δεν είστε όλοι, η νίκη ακυρώνεται και πάει στην επόμενη ομάδα. Το κάνουμε τόσα χρόνια. Το ξέρετε! Το υπενθυμίζω! Με το τρία ξεκινάει η ομάδα της Λαμπρινής και μετά από δέκα λεπτά ξεκινάμε όλοι! Ένα… Δύο… Τρία…».
Ο Λεωνίδας έδωσε το σύνθημα και η πρώτη ομάδα ξεκίνησε. Η Εβελίνα καθόταν σε αναμμένα κάρβουνα. Ήταν η πρώτη της φορά. Το άγχος την έκανε να τρέμει. Η Χαρά δίπλα της την ενθάρρυνε, ο Διονύσης και ο Πάρης μελετούσαν τον χάρτη και εκείνη περίμενε το σήμα της έναρξης. Όταν ξεκίνησαν, κανένας δεν έτρεχε και κανένας δεν μιλούσε. Ακολουθούσαν όλοι τον Πάρη.
Μετά από λίγη ώρα, άρχισε να βρέχει καταρρακτωδώς. Η βροχή και η λάσπη εμπόδιζε το βάδισμά τους, όμως κανένας δεν σταμάτησε. Είχαν βραχεί όλοι μέχρι το κόκκαλο μα η λαχτάρα τους ήταν μεγαλύτερη, ήθελαν να φτάσουν πρώτοι στην κορυφή.
«Πάρη, μήπως να σταματήσουμε για λίγο; Δεν βλέπω μπροστά μου!»
«Ναι, ρε Πάρη! Έλα, για λίγο… μέχρι να κοπάσει κάπως. Τρώμε κάτι και συνεχίζουμε…»
Ο Πάρης σταμάτησε να περπατάει. Άκουσε τις ανάγκες της ομάδας! Πλησίασε τη Χαρά, τον Διονύση και την Εβελίνα και χώθηκαν κάτω από ένα μεγάλο δέντρο. Η Εβελίνα έτρεμε σαν το ψάρι και ξαφνικά βρέθηκε δίπλα της. Την έπιασε από τους ώμους και την αγκάλιασε.
«Για να μην κρυώσεις!» της είπε και η Εβελίνα έκλεισε για λίγο τα μάτια της.
Η Χαρά και ο Διονύσης τους κοιτούσαν παράξενα, όμως ήξεραν πως ο Πάρης είναι ο καλύτερος αρχηγός. Ό,τι έκανε, το έκανε για την ομάδα. Όχι για τον εαυτό του. Κανένας δεν ήταν καλύτερός του. Αλλά το θέαμα τους είχε κινήσει την περιέργεια.
«Να ξέρετε, δεν έχουμε πολύ ακόμα… Σύμφωνα με τον χάρτη είναι μια ευθεία. Θεωρώ πως θα τα καταφέρουμε πρώτοι!», έλεγε σφίγγοντας την Εβελίνα στην αγκαλιά του. «Θα φύγω να πάω να δω πώς είναι η διαδρομή, ώστε να συνεχίσουμε. Περιμένετέ με εδώ!». Άφησε την Εβελίνα και χάθηκε στο ομιχλώδες δάσος.
Ξαφνικά, μέσα στην ησυχία, ακούστηκε μια φωνή. Η φωνή ενός λαβωμένου ανθρώπου. Η φωνή του Πάρη. Η Εβελίνα, η Χαρά και ο Διονύσης φορτώθηκαν με τα πράγματά τους και έψαχναν να τον βρουν.
«Πάρη! Πάρη! Μίλησέ μας! Πάρη! Πού είσαι;»
Μετά από λίγο, τον βρήκαν πεσμένο μέσα σε ένα πεσμένο δέντρο. Δεν είχε καταφέρει με την ομίχλη να το δει και επειδή είχε μαλακώσει από την βροχή, έσπασε και έπεσε μέσα.
«Πάρη μου! Πάρη μου! Εδώ είμαστε!». Έτρεξε πρώτη η Εβελίνα κοντά του. «Πονάς;». Εκείνος κούνησε καταφατικά το κεφάλι και έδειξε το χτυπημένο του χέρι. «Να γυρίσουμε πίσω! Να γίνεις καλά! Μπορείς να σηκωθείς;».
Ο Πάρης, με όλη του τη δύναμη, κατάφερε να σηκωθεί όρθιος. Η Εβελίνα, άνοιξε τον σάκο της, φόρεσε τον φακό της και έψαξε προσεκτικά το χέρι του Πάρη για κάποια ανοιχτή πληγή. Ευτυχώς δεν υπήρχε κάποιο χτύπημα επιφανειακό. Στη συνέχεια, έπιασε το χέρι του και προσεκτικά το τύλιξε με ελαστικό επίδεσμο, ενώ έβγαλε από την τσάντα της και ένα πάγο μιας χρήσης. Το ακούμπησε στο σημείο που της υπέδειξε ο Πάρης και με το κασκόλ της έφτιαξε έναν αυτοσχέδιο νάρθηκα ακινησίας. Ο Πάρης την κοιτούσε έκπληκτος.
«Τι με κοιτάτε; Είναι τόσο ξεροκέφαλος, που δεν υπήρχε περίπτωση να γυρίσει πίσω. Είναι ο μόνος τρόπος να τερματίσουμε όλοι. Χαρά; Πάρε τον μεγάλο φακό! Διονύση, ανάλαβε τον χάρτη και πάμε! Πάρη, δεν θα αφήσεις το χέρι μου δευτερόλεπτο!».
Όλοι υπάκουσαν αμέσως τις εντολές της. Η Χαρά με τον Διονύσης προχώρησαν μπροστά και η Εβελίνα έμεινε πιο πίσω να κρατάει σφιχτά το χέρι του Πάρη.
«Δεν έχουμε πολύ! Καθαρίζει και η ατμόσφαιρα! Θα τα καταφέρουμε!», φώναξε ο Διονύσης και η Χαρά άρχισε να φωνάζει. Η Εβελίνα έσφιξε το χέρι του Πάρη και εκείνος της ανταπέδωσε το χαμόγελο.
«Την επόμενη φορά, θα είμαι πιο προσεκτικός! Σε ευχαριστώ πολύ, Εβελίνα! Και για την ανησυχία και για την φροντίδα!».
«Δεν θα υπάρξει δεύτερη φορά δυστυχώς!»
«Γιατί;»
«Γιατί δεν μπορώ να ανησυχώ αν θα πάθεις κάτι! Μέχρι να σε βρούμε, έχασα τη γη κάτω από τα πόδια μου! Δεν είμαι εγώ για αυτά!».
Ο Πάρης σταμάτησε να περπατάει. Η Εβελίνα τον μιμήθηκε.
«Κοίταξέ με!». Σήκωσε το πηγούνι της Εβελίνας με τα δάχτυλά του. «Κοίταξέ με! Δεν έπαθα τίποτα! Είμαι καλά!»
«Τώρα είσαι καλά! Όταν σε βρήκαμε… Άστο σου λέω! Πάμε! Θα τους χάσουμε και δεν νομίζω να είναι το καλύτερό σου να μείνεις μαζί μου στο δάσος!».
Ο Πάρης έπιασε με τα δάχτυλά του και έβαλε πίσω από το αυτί της μια ατίθαση τούφα μαλλιών. Με το που άγγιξε το δέρμα της, πήρε ολόκληρος φωτιά. Φοβόταν τα συναισθήματα που του έβγαζε αυτό το κορίτσι. Από τη μια ήθελε να μείνει μακριά της και από την άλλη δεν μπορούσε…
«Που να με πάρει….», φώναξε και την τράβηξε κοντά του. Τα χείλη του σκέπασαν τα δικά της τόσο απαλά, όπως η ομίχλη που σκέπαζε τα σώματά τους. Η Εβελίνα τύλιξε τα χέρια της γύρω από τον λαιμό του και βάθυνε το φιλί τους τόσο όσο χρειαζόταν για να μείνει η καρδιά της στη θέση της. Ο Πάρης με το ελεύθερο χέρι του την τραβούσε πιο κοντά του.
«Πάρηηηη! Εβελίναααα! Έρχεστε; Είμαστε λίγο πιο κάτω από το τέρμα!», φώναξε η Χαρά.
Η Εβελίνα, με μεγάλη δυσκολία, ξεκόλλησε τα χείλη της από τα δικά του και τον κοίταξε στα μάτια. Ο Πάρης της χαμογέλασε και φώναξε στη Χαρά και στο Διονύση πως τους πλησιάζουν, ενώ στην πραγματικότητα κανένας από τους δύο δεν έκανε κίνηση να χωριστούν…
Συνεχίζεται…
Κατερίνα Μοχράνη

One response to “Το κυνήγι θησαυρού – Το μικρό τέλος”
[…] Προηγούμενο […]