Ο Γιάννης κοιτάζει τον πρότερο εαυτό του και την πάλαι ποτέ αγαπημένη του γυναίκα να κοιμούνται αμέριμνοι, ενώ ο ίδιος, γνωρίζοντας το μέλλον, δεν μπορεί να τους βοηθήσει. Το μόνο που μπορεί να πράξει αυτή τη βραδιά, έναν ακριβώς χρόνο μετά τα τραγικά γεγονότα που κατέστρεψαν τον ίδιο, τους δικούς του και την πόλη του, είναι να παρακολουθεί. Και να θυμάται τι έκανε τότε –και κυρίως τι δεν έκανε.
Αυτό κάνει, λοιπόν. Υπεισέρχεται με τη μνήμη του στον παλιότερο εαυτό του, θυμάται όσα αισθανόταν τότε -και όσα επρόκειτο να νιώσει ο τύπος που ακόμα κοιμάται γαλήνια-, ενώ παράλληλα τον παρατηρεί.
*
Πρώτα, ακούει το κλάμα του μωρού από το διπλανό δωμάτιο. Δυνατό, επίμονο, παραπονιάρικο. Όπως κάθε βράδυ. Δεν θα σταματήσει να καλεί σε βοήθεια και σήμερα δεν είναι εδώ ούτε η μπεϊμπισίτερ για να το αλλάξει και να το ταΐσει. Έπειτα, νιώθει την γυναίκα του, την Μαρία, να στριφογυρίζει κάτω από το πάπλωμα, ψάχνοντάς τον με το χέρι της. Εκείνος, ήδη γνωρίζοντας τι τον θέλει, της λέει ότι θα πάει αυτός για το μωρό. Εκείνη τον ευχαριστεί και σκεπάζεται καλύτερα, ως το σαγόνι.
Σηκώνεται στο σκοτεινό δωμάτιο, με μάτια μισόκλειστα. Χασμουριέται, ρουφάει την μύτη του και ρίχνει πάνω του την ρόμπα του, που, ως συνήθως, την έχει πετάξει σε μια καρέκλα. Κάνει ζέστη στο παλιό αρχοντικό, αλλά αυτός ανέκαθεν κρύωνε με το που ξεκινούσε ο χειμώνας, λες και είχε εκ γενετής αλλεργία στο κρύο. Από ένα σημείο της παιδικής ηλικίας του και μετά, το είχε καταλάβει ότι θα υπέφερε, οπότε προετοιμαζόταν από τα τέλη του Αυγούστου, εμφανίζοντας τα πρώτα χειμωνιάτικα ρούχα από την μεγάλη ντουλάπα του δωματίου του, που πλέον ανήκε στο παιδί του. Οι γονείς του, που είχαν αποκτήσει μόνο τον Γιάννη, πότε χαμογελούσαν και πότε αναστέναζαν βαθιά με αυτό το χούι του. Η Μαρία, από την άλλη, το είχε βρει πολύ ενδιαφέρον, μιας και η ίδια είχε αυτή την ιδιαιτερότητα και, όντας μαζί πια, εξορμούσαν και οι δύο σε αναζήτηση των κατάλληλων ενδυμάτων για τη δυσκολότερη γι’ αυτούς εποχή του χρόνου, ένα γεγονός που, καθώς περνούσε ο καιρός, τους ένωνε όλο και πιο πολύ.
*
Ο Γιάννης αφήνει τον εαυτό του να πάει στο δωμάτιο του παιδιού, ενώ ο ίδιος μένει λίγο παραπάνω με την Μαρία. Προχωράει προς την άλλη πλευρά του κρεβατιού, για να μπορεί να την κοιτάζει στο πρόσωπο. Είναι ακριβώς όπως τη θυμάται. Όμορφη, με μακριά μαύρα μαλλιά, που συνήθως τα πιάνει σε κοτσίδα με κάποιο λαστιχάκι. Αν και ζει -ζούσε- ως μια αρκετά πλούσια γυναίκα, δεν είχε αλλάξει κάποιες από τις συνήθειές της κι αυτό ήταν κάτι που ο Γιάννης πάντα αγαπούσε σε εκείνη. Όπως συνέβη και με τον Γιάννη, έτσι και εκείνη δεν αλλοτριώθηκε. Δεν πήραν τα μυαλά της αέρα. Ντυνόταν με τα τζιν παντελόνια και τα άσπρα πουλόβερ που πάντα της άρεσαν, κράτησε κοντά της τις φίλες της, συνέχισε να πηγαίνει στη δουλειά της στην εταιρεία, ενώ δεν φερόταν με υπεροψία προς τους άλλους (είτε προς το προσωπικό του σπιτιού είτε προς τον οποιονδήποτε συναντούσε) και δεν σπαταλούσε (και δεν άφηνε και τον ίδιο να σπαταλάει) τα χρήματα που του είχαν αφήσει οι γονείς του. Ναι, θα πήγαιναν βόλτες και ταξίδια και ναι, θα είχαν τις ανέσεις που τους προσέφερε η κληρονομιά του Γιάννη, αλλά αυτό δεν ρήμαξε την αξιοπρέπεια που είχε το ζευγάρι, πριν και μετά την «επίσημη» ένωσή του. Πέρασαν τρία χρόνια από τον γάμο τους και παρέμειναν πολύ αγαπημένοι μεταξύ τους. Κάθε που έφευγαν από τη δουλειά τους και επιτέλους κατάφερναν να βρεθούν, αντάλλασσαν ένα παρατεταμένο φιλί, έκαναν μπάνιο και κάθονταν μπροστά στην τηλεόραση, για να δουν κάποια ταινία, τρώγοντας ποπ κορν ή πατατάκια και πίνοντας μπίρα. Μπορεί οι γονείς της Μαρίας -και του Γιάννη, αν ζούσαν ακόμα- να τους τα ’ψελναν με αυτές τους τις συνήθειες, αλλά εκείνοι δεν νοιάζονταν. Περνούσαν καλά, με τις στιγμές έντασης που είχαν κατά καιρούς να μη διασπούν το δεσμό τους. Και το μωρό ήρθε για να επισφραγίσει την ευτυχία τους, κρατώντας τους σε εγρήγορση και προσφέροντάς τους ευκαιρίες για να είναι μαζί και να νιώθουν αγαλλίαση και ασφάλεια όντας κοντά.
Κι όλα αυτά… χάθηκαν, σκέφτεται ο Γιάννης, ενώ τότε ακούει την πρώτη έκρηξη. Αρχικά, βλέπει τη φωτεινή επιγραφή που ανάβει η βόμβα στην πόλη και μετά στρέφεται προς τον εαυτό του που βγαίνει από το δωμάτιο. Ανόητε, τον βρίζει μέσα του. Δεν μπορούσες να δώσεις σημασία κάπου πέραν από το σπίτι σου; Δεν μπορούσες να ξυπνήσεις;
Όμως, στην τελική, δεν τον παρεξηγεί. Αν μη τι άλλο, τον καταλαβαίνει.
Ο Γιάννης αναστενάζει και ακολουθεί τον άλλο.
*
Βγαίνει από τη μισάνοιχτη πόρτα, χωρίς να δει ότι η κρεβατοκάμαρα φωτίζεται λίγο παραπάνω από μια εξωτερική πηγή. Μήτε δίνει σημασία στο μακρινό βουητό, που έρχεται από την πόλη και ό,τι συμβαίνει εκεί. Κι αυτό είναι κάτι που θα μετανιώσει αργότερα.
Περπατάει στον μακρύ διάδρομο του πρώτου ορόφου. Το δάπεδο είναι καλυμμένο με χαλιά που αναπαριστούν σκηνές από μεσαιωνικές μάχες, με ιππότες να πολεμούν μεταξύ τους ή πολιορκούν κάστρα ή να μάχονται ξένους στρατούς, που αποτελούνταν από καβαλάρηδες που χρησιμοποιούσαν καμήλες ως μέσο μεταφοράς. Είναι φιλόλογος που δουλεύει σε σχολείο της πόλης και διδάσκει κυρίως ιστορία, η οποία πάντα του άρεσε. Στο παιδικό δωμάτιο, υπάρχουν ακόμα τα παλιά του παιχνίδια, επιτραπέζια και φιγούρες, που αντιπροσωπεύουν στρατιές και πολιορκητικές μηχανές και άλλα παρόμοια. Πόσες και πόσες φορές δεν είχε πρήξει τον πατέρα του ή την μητέρα του να του πάρουν κάποιο παιχνίδι στρατηγικής; Πόσα βιβλία με εικόνες (ή λογοτεχνικά, αργότερα στην εφηβεία του) είχε κάτσει να διαβάσει –συχνά, στα κρυφά, ένεκα που δεν ήθελε να μελετήσει μαθηματικά ή γλώσσα; Πόσες ώρες είχε περάσει παίζοντας στον υπολογιστή του γραφείου του πατέρα του (που αργότερα το χρησιμοποιούσαν από κοινού ο ίδιος ο Γιάννης και η Μαρία, για τη δουλειά τους) τα Age of Empires (και ειδικά το δεύτερο); Ή πόσες φορές είχε δει ταινίες όπως το Braveheart, Ο Πατριώτης, Ο τελευταίος σαμουράι, Το θωρηκτό Ποτέμκιν, Η διάσωση του στρατιώτη Ράιαν κ.ά.; Όλη η παιδική του ηλικία είναι συνυφασμένη με ιστορικά γεγονότα και μάχες που στιγμάτισαν τον κόσμο. Κάτι που στο πανεπιστήμιο τον προβλημάτισε, ένεκα της δυσάρεστης αλήθειας που συνοδεύει κάθε πόλεμο. Πεθαίνουν άνθρωποι, καταστρέφονται περιουσίες και η φύση διασαλεύεται. Πόσο καλό μπορεί να βρει κανείς σε αυτά;
Αλλά δεν μπορούσε απλά να ξεχάσει ό,τι του άρεσε σαν παιδί, οπότε έχει κρατήσει μερικά πράγματα που του θυμίζουν εκείνα τα χρόνια. Τα χαλιά, τα παιχνίδια, ακόμα και κάνα δυο πίνακες ζωγραφικής με παρεμφερές περιεχόμενο. Οι παλιοί πόλεμοι τον συνάρπαζαν, αλλά αυτός που, σύμφωνα με πολλούς αναλυτές, αναμένεται να συμβεί, τον απωθεί και τον φοβίζει. Τόσο που ορισμένες φορές σκέφτεται να ξηλώσει ό,τι υπάρχει μέσα στο σπίτι και παραπέμπει σε πόλεμο.
Ενώ περπατάει στον μακρύ διάδρομο, με τους κόκκινους τοίχους και τους ακριβούς και σβηστούς πολυελαίους, που φωτίζεται από λαμπτήρες πυρακτώσεως οι οποίοι έχουν τοποθετηθεί στις κολόνες του αρχοντικού, ρίχνει μια ματιά στα κάδρα που στολίζουν το σπίτι. Έχουν κι αυτά από ένα κομμάτι ιστορίας, αλλά μικρότερης κλίμακας από τα αγαπημένα του. Πρόκειται για προσωπογραφίες παλαιών ενοίκων αυτού του κτίσματος, που χρονολογούνται από τον 18ο αιώνα και έπειτα. Βλέπει άντρες με περούκες και γυναίκες που έχουν ύφος υπερβολικής ταπεινότητας, λες και ήταν εγκληματίες και τότε που φτιαχνόταν το πορτραίτο τους έστεκε πίσω από τον ζωγράφο ο δήμιος που μετέπειτα θα τις εκτελούσε. Σε άλλους πίνακες, υπάρχουν άντρες με σκουρόχρωμα κουστούμια και παχύ μουστάκι ή παιδιά που πρέπει να πιέστηκαν πολύ για να είναι τόσο σοβαρά. Σε δύο άλλους πίνακες, ολόσωμους, έχουν καλλιτεχνηθεί άντρες με πιο καθημερινά ρούχα και εμπροσθογεμή όπλα ανά χείρας, που κρατούν νεκρούς λαγούς. Όλοι τους τον κοιτάνε. Ανάμεσα στα έργα με όλους τους άλλους προγόνους, υπάρχουν τέσσερα με τους γονείς του: δύο προσωπογραφίες (μια του πατέρα και μια της μητέρας του) και δύο όπου ήταν μαζί σαν ζευγάρι. Με τον Γιάννη είχαν βγάλει μόνο κάποιες φωτογραφίες, γεγονός που τον ξένιζε στα πρώτα χρόνια της ζωής του, αλλά σταδιακά το ξεπέρασε –όσο είναι εφικτό κάτι τέτοιο, δηλαδή.
Συνεχίζει την πορεία του, καθώς το κλάμα του μωρού σκαμπανεβάζει, σαν να είναι το ίδιο τραγουδιστής που δοκιμάζει το μικρόφωνο της σκηνής που θα δώσει την παράστασή του.
*
Ο Γιάννης δεν σταματάει, για να παρατηρήσει τους πίνακες και τα άλλα υπάρχοντα του χώρου. Όμως, θυμάται πώς ένιωθε εκείνο το βράδυ, όπως και πολλά άλλα πιο πριν. Εκείνη η παλιά ζήλια ποτέ δεν τον άφησε. Όχι πραγματικά. Ένα από τα πολλά παράπονα που είχε από τους γονείς του είναι και το ότι σε πολλές περιπτώσεις τον έκαναν στην άκρη, λες και τους ήταν βάρος. Σε δεξιώσεις που πήγαιναν, τον ανάγκαζαν να πάει να καθίσει κάπου πιο πέρα από εκείνους. Στο σπίτι, όταν είχαν καλεσμένους, έστελναν όλα τα παιδιά στον δεύτερο όροφο, στο δωμάτιο του Γιάννη ή έξω στον κήπο –ανάλογα την εποχή. Συχνά, έλεγαν στο προσωπικό του σπιτιού να αναλάβουν τον «μικρό», να τον πάνε να διαβάσει ή να παίξει ή να κοιμηθεί. Τον ενοχλούσαν αυτές οι διαταγές τον Γιάννη. Κυρίως, τον πείραζε αυτό που υπέβοσκε κάτω από την επιφάνεια, στα βάθη της ψυχής των γονιών του. Είχε ελπίσει να μην τους μοιάσει, όχι σε αυτό, τουλάχιστον. Ήθελε να γίνει ένας πατέρας που θα είναι όσο το δυνατόν πιο κοντά στο παιδί του και σε μεγάλο βαθμό το είχε καταφέρει. Και ήταν χαρούμενος και γι’ αυτό –αν και έκανε μερικά λάθη με τη φροντίδα του μικρού, όπως το πώς να του φορέσει την πάνα, γεγονός που του προκαλούσε νευρικό γέλιο ώρες-ώρες.
Ο άλλος Γιάννης, αυτός που ακόμα υπάρχει στον πραγματικό κόσμο, ακούει, αλλά δε δίνει σημασία στην επόμενη έκρηξη που συγκλονίζει την πόλη. Η άυλη μορφή του, όμως, ξέρει τι έρχεται. Κι όσο κι αν δεν το θέλει, θα πρέπει να το υποστεί. Ξανά.
*
Κάτι του φαίνεται να κινείται στα δεξιά του. Έξω από τα παράθυρα, μακριά από το σπίτι. Κάτι που καλύπτει τις εσοχές των καφετιών παραθυρόφυλλων. Δεν κοιτάζει προς τα εκεί. Μόνο με την άκρη του ματιού του το αντιλαμβάνεται. Μάλλον δεν είναι άξιο προσοχής. Συν ότι το μωρό τον χρειάζεται.
Όπως χρειαζόμουν τον πατέρα μου, συλλογίζεται, αλλά δεν αφήνει αυτή τη σκέψη να τον καταβάλλει. Προχωράει, επιταχύνοντας το βήμα του, παρά την νωχέλεια που τον διακρίνει λόγω του λειψού ύπνου του.
*
Θα μπορούσε να του πει ότι δεν υπάρχει λόγος να βιαστεί. Ή θα μπορούσε να του πει να τρέξει. Μήπως προλάβει. Και, βασικά, να μην συνεχίσει να κάνει ό,τι έκανε ο ίδιος εκείνο το βράδυ.
Αλλά είναι αδύνατο. Δεν μπορεί να παρέμβει.
Όμως, μπορεί να αισθανθεί τον τρόμο που προκαλεί η αναπόφευκτη αλληλουχία γεγονότων που έχουν ξεκινήσουν και που δεν θα σταματήσουν. Ακόμα δύναται να ανατριχιάσει. Και να μαζευτεί, σταυρώνοντας τα χέρια του σφιχτά στο κορμί του, τη στιγμή που η πιο εκκωφαντική έκρηξη δονεί το σπίτι σαν σεισμός οχτώ ρίχτερ.
*
Ο Γιάννης βγάζει ένα ξεφωνητό και παγώνει στη θέση του, στο κέντρο του διαδρόμου, ανάμεσα στα πορτραίτα των προγόνων του. Η καρδιά του πεταρίζει και η ανάσα του γίνεται αδύναμη. Για μερικά δευτερόλεπτα, κοιτάζει ευθεία μπροστά. Βλέπει την ανοιχτή πόρτα του παιδικού δωματίου. Μόλις δέκα μέτρα μακριά του. Ακούει και το κλάμα του μωρού, που έχει δυναμώσει κι άλλο.
Μια ερώτηση τον τριβελίζει: Τι ακούστηκε; Τι ήταν αυτός ο ήχος;
Και τότε, συμβαίνει ξανά. Πρώτα, ο καταστρεπτικός θόρυβος, που μοιάζει σαν ηχογράφηση που παίζει ταυτόχρονα από εκατοντάδες ηχεία. Ο Γιάννης κάνει να κινηθεί προς τα αριστερά, αλλά η ματιά του πάει αντίθετα, προς τα παράθυρα. Μια κίτρινη λάμψη διακρίνεται στις εσοχές, ενώ τα τζάμια έχουν αποκτήσει ραγισματιές, που θυμίζουν ιστούς αράχνης.
Τι συνέβη; αναρωτιέται. Τι γίνεται εκεί έξω;
Δύο φωνές τον βγάζουν από τις σκέψεις του. Το μωρό που κλαίει και η Μαρία που τον καλεί κι αυτή, από το δωμάτιό τους. Ο Γιάννης κοιτάζει πίσω του. Και μπροστά του. Και πάλι πίσω του. Και μπροστά του. Επαναλαμβάνει αυτές τις κινήσεις, μπερδεμένος.
*
Βλέπει τον εαυτό του να μένει ουσιαστικά ακίνητος. Αναποφάσιστος στην πιο κρίσιμη στιγμή της ζωής του. Ένας ψηλός άντρας, αδύνατος, με τα κοντοκουρεμένα ξανθά μαλλιά του να έχουν ανακατευτεί. Δεν ξέρει προς τα πού να κινηθεί. Όπως του συνέβαινε από παλιά, όταν έπαιζε σκάκι ή Stratego ή κάτι άλλο παρεμφερές και γύρευε μια λύση, χρονοτριβώντας και χάνοντας την ψυχραιμία του. Ενώ οι επιλογές του είναι περιορισμένες, μόνο δύο -γιατί η τρίτη, το να φύγει μόνος του, δεν υπάρχει καν στον νου του-, είναι ποθητές αμφότερες. Θέλει να σπεύσει και για την Μαρία και για το μωρό.
Αλλά δεν προλαβαίνει.
Όχι και για τους δύο.
*
Η επόμενη έκρηξη δεν είναι έξω από το σπίτι, αλλά έρχεται απ’ έξω και τρυπάει το σπίτι από πάνω και το ξεκοιλιάζει σαν μαχαίρι. Ο Γιάννης βρίσκεται στον αέρα για ένα δευτερόλεπτο και πέφτει στον τοίχο. Η πλάτη του τον πεθαίνει και τα δόντια του τρίζουν. Βογκάει πεσμένος στο πάτωμα.
«ΓΙΑΝΝΗ! ΓΙΑΝΝΗ!» φωνάζει η Μαρία.
Αυτός σηκώνει το βλέμμα του προς το μέρος της. Δεν τη βλέπει. Αγχώνεται, γιατί νόμισε ότι είχε βγει από το δωμάτιο.
«Ω Θεέ μου» ψιθυρίζει, καθώς αντικρίζει καπνό να βγαίνει από εκεί και μετά… ένα ματωμένο χέρι να αγγίζει το δάπεδο έξω από την κρεβατοκάμαρα.
*
Η Μαρία εμφανίζεται. Όπως τότε. Τραυματισμένη στο κεφάλι, με γδαρσίματα στα χέρια και πλάτη τσακισμένη. Σέρνεται, με τα μαλλιά της να στάζουν αίμα. Η πιτζάμα της έχει ανοίξει σε μερικά σημεία, αποκαλύπτοντας το λευκό δέρμα της.
«Μαρία» ακούει τον ταραγμένο εαυτό του ο Γιάννης. «Μαρία!»
Ο πεσμένος άντρας σηκώνεται και κάνει να κινηθεί προς το μέρος της, αλλά εκείνη του φωνάζει «ΟΧΙ! ΟΧΙ ΕΜΕΝΑ! ΠΗΓΑΙΝΕ ΓΙΑ… ΤΟ ΠΑΙΔΙ. ΣΩΣΕ ΤΟ ΠΑΙΔΙ!»
«Μα…»
Κάνε αυτό που σου λέει! φωνάζει ο Γιάννης στον άλλο. Κάντο! Τώρα!
*
Και το κάνει. Γυρίζει, με δάκρυα να τρέχουν από τα μάτια του, και πηγαίνει στο παιδικό δωμάτιο. Το τελευταίο πράγμα που ακούει από την γυναίκα του είναι ένα γοερό βογκητό και μετά τίποτα άλλο.
Πριν φτάσει στην πόρτα, αντιλαμβάνεται έγκαιρα πως κάτι έρχεται από δεξιά και σταματάει.
Ένα παράθυρο διαλύεται, με γυαλιά και κομμάτια από το παντζούρι να διαχέονται στο διάδρομο. Μερικά πετυχαίνουν τον Γιάννη, αλλά τον τραυματίζουν πολύ ελαφριά.
Αυτός πεισμώνει και σπεύδει για τον γιο του. Περνάει την πόρτα και παραλίγο να πέσει από ένα χαλασμένο κομμάτι κάστρου που με κάποιον τρόπο έχει βρεθεί μακριά από εκεί που το είχε αφήσει παλιότερα εκείνος, δηλαδή στην άλλη άκρη, στο γραφείο.
Απορεί. Βρίσκει κι άλλα παιχνίδια πεταμένα εδώ κι εκεί. Ενώ θα έπρεπε να είναι στη θέση τους, παραταγμένα σε συγκεκριμένα σημεία.
Τότε νιώθει το κρύο και ακούει τις σειρήνες και τα ελικόπτερα και τα αεροπλάνα. Πολύ καθαρά.
Παγώνει. Όχι, σκέφτεται. Όχι, όχι, όχι!
Τρέχει.
Και αναπνέει ανακουφισμένος. Η κούνια είναι άθικτη. Και το μωρό, εξίσου άθικτο, συνεχίζει να κλαίει.
Ο Γιάννης το αγκαλιάζει και το φιλάει στο μέτωπο. Είναι ζεστό και τα χεράκια του κινούνται άτακτα.
«Πάμε» του λέει. «Πάμε, μωρό μου. Πάμε».
Γυρίζει για να φύγει.
Αλλά μια ριπή από κάποιο τανκ καταστρέφει ένα μέρος του τοίχου και ο Γιάννης βρίσκεται ξανά πεσμένος στο πάτωμα, με τον γιο του στην αγκαλιά, ανάμεσα σε δεκάδες κομματιασμένα στρατιωτάκια.
*
Ο Γιάννης αναστενάζει, καθώς γύρω από τον πρότερο εαυτό του και το παιδί μαζεύονται οι πρόγονοι από τα πορτραίτα. Κάποιοι κρατάνε την Μαρία. Άλλοι πιάνουν τα δύο τραυματισμένα κορμιά και τα σηκώνουν και τα παίρνουν μαζί τους.
Ένας, ο πρώτος πρόγονος της οικογένειας, καλεί τον Γιάννη κι εκείνος ακολουθεί το πλήθος.
Τάκης Κομνηνός
——————————
Σημειώσεις:
Το κείμενο αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα.
Θα ήθελα την άποψή σας είτε εδώ, είτε (και) στην σελίδα του TheBluez.gr στο Facebook: https://www.facebook.com/
Βρείτε όλα τα κείμενά μου εδώ: https://thebluez.gr/category/
Και στον ακόλουθο συνδέσμου όλα τα κεφάλαια της «Εντολής της Κόμισσας», που δημοσιεύονται σε συνέχειες: https://thebluez.gr/category/
