Οι ήρωες ζουν ανάμεσά μας

Και ποιος γονιός δεν θα προστάτευε με όλο του «το είναι», το παιδί του; Ποιος γονιός δεν θα έδινε και την τελευταία πνοή του, ποιος γονιός δεν θα έδινε και την ζωή του να ζήσει το παιδί του;

Ο κυρ Μιχάλης ήταν ένας τεράστιος καλόκαρδος γίγαντας. Ερχόταν κάθε πρωί στο φούρνο που δούλευα, ν’ αγοράσει ψωμί και γάλα, μα νομίζω περισσότερη ανάγκη είχε να μιλήσει, να πει μια «καλημέρα» και κάποιες φορές που δεν είχαμε δουλειά να μας διηγηθεί σύντομες, μικρές ιστορίες από την ζωή του. Ίσως η όψη του ήταν τρομακτική, μα το έβλεπες στα μάτια του, δεν είχε ίχνος κακίας. Μίλαγε με έναν τρόπο απλό, σχεδόν παιδιάστικο, κάποιοι τον θεωρούσαν αγαθό και τον κορόιδευαν, μα πραγματικά δεν έβρισκα τίποτα το κακό σε αυτόν! Ο ίδιος μας είχε πει ότι ήταν παλαιστής και πρωταθλητής πάλης, αρκετές φορές στα νιάτα του. Σε καμία περίπτωση δεν μπορούσα να φανταστώ πώς ήταν στα νιάτα του, αυτός ο θεόρατος γεράκος. Μας έφερε μια φωτογραφία του ένα πρωινό, σήκωνε ψηλά ένα κύπελο και μας είπε πως τότε μίλαγε κανονικά, μέχρι που έφαγε μια δυνατή μπουνιά στο κεφάλι και χρειάστηκε να νοσηλευτεί ένα μήνα, από τότε ξεκίνησε να ψευδίζει. Μετά παντρεύτηκε την κυρά Ασημίνα και έκαναν έναν γιο «έχω και εγγόνια, γι’ αυτούς παίρνω ψωμί, τρώνε από μια φρατζόλα ο καθένας, γερά παιδιά με τσαγανό, παιδιά μου, όχι εγγόνια μου!» μας έλεγε και φώτιζε η όψη του.

Ήμασταν νέοι τότε και κάποιες φορές οι νεότεροι δεν δίνουν σημασία στους μεγαλύτερους, ήταν και η δουλειά που είχε ροή και δεν μας άφηνε περιθώριο να γνωρίζουμε καλύτερα κάποιους ανθρώπους, που άξιζαν την προσοχή μας. Μα ο κυρ Μιχάλης για όλες είχε μια καλή κουβέντα, σε όλες μοίραζε απλόχερα κομπλιμέντα και τριαντάφυλλα, κάθε πρωί στον φούρνο. «Από τον κήπο μου, έχω ένα παλιό σπίτι εδώ πιο κάτω, στεναχωριέμαι, θα το δώσουμε αντιπαροχή, μα τι να κάνουμε, να μείνουν και τα παιδιά μαζί μας, να έχουμε και τα εγγόνια κοντά, χαλάλι ο κήπος!». Σχολώντας, περνούσα κάθε ημέρα με το αυτοκίνητο από τον κεντρικό και μόλις πρώτη φορά παρατήρησα τα τριαντάφυλλα στον κήπο, σε ένα σπιτάκι στο βάθος, κατάλαβα πως ήταν το σπιτάκι του κυρ Μιχάλη. Ένα παλιό προσφυγικό, με μεγάλη αυλή γεμάτη τριανταφυλλιές και μια βουκαμβίλια στην είσοδο να θυμίζει κυκλαδίτικο νησί. Δυο ημέρες μετά το γκρέμισαν και σε λίγους μήνες είχε υψωθεί μια εξαώροφη πολυκατοικία, εκεί που άλλοτε ήταν το σπιτάκι του κυρ Μιχάλη. Γνωρίσαμε και τα εγγόνια του, κάποιες φορές ήταν παρέα με τον παππού, να τους κεράσει παγωτό, οχτώ και δώδεκα χρονών τα εγγόνια, αγοράκια και τα δυο, φτυστοί με τον κυρ Μιχάλη, σχεδόν θεόρατοι και αυτοί για την ηλικία τους.

Εκείνο το μεσημέρι με είχαν στείλει στους φούρνους στην πίσω πλευρά του κτηρίου να γεμίσω τα καλαθάκια με φρέσκα κουλούρια, όταν ένιωσα την γη να σείεται και τα μεγάλα βιομηχανικά φωτιστικά να κουνιούνται πέρα δώθε. Μόλις είκοσι χρονών δεν είχα υπάρξει σε σεισμό παρά μόνο όταν ήμουν δυο χρονών και δεν θυμάμαι πολλά, αμυδρά ότι χωνόμασταν κάτω από την τραπεζαρία, περισσότερο σαν ένα αστείο, με τα μεγαλύτερα αδέλφια μου. «Σεισμός, σεισμός!» άκουσα να φωνάζουν και τότε μόνο συνειδητοποίησα τι συνέβαινε. Το ηλεκτρικό δίκτυο έπεσε μονομιάς και παρόλο που ήταν μεσημέρι, πίσω στους φούρνους σκοτείνιασε για τα καλά. Έντρομοι οι περισσότεροι βγήκαμε στους δρόμους, όπου επικρατούσε ένα χάος. Κανένα κινητό δεν δούλευε, όλοι έψαχναν τους δικούς τους, δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε το μέγεθος της καταστροφής. Τότε ένας από το πλήθος φώναξε πως δυο πολυκατοικίες στον κεντρικό κατέρρευσαν και όλοι τρέξαμε να βοηθήσουμε, προσπαθώντας ταυτόχρονα να βρούμε τους δικούς μας.

Σοκ έπαθα όταν η μια από τις δυο πολυκατοικίες που κατέρρευσαν ήταν του κυρ Μιχάλη! Μετά από πολλές ώρες που κατάφεραν οι διασώστες ν’ απεγκλωβίσουν τους ανθρώπους, αντίκρισαν τον κυρ Μιχάλη να κρατά μέρος της πλάκας του κτηρίου, με όλη του την δύναμη για να προστατεύσει τα εγγόνια του, που είχαν κουλουριαστεί κάτω από τα μεγάλα μπράτσα του. Μόλις σιγουρεύτηκε πως τράβηξαν έξω τα παιδιά και μην αντέχοντας άλλο, άφησε την πλάκα να πέσει, πλακώνοντάς τον.

Δεν ξέρω τι πονάει περισσότερο… η απώλεια ή η πεποίθηση πως κάποια πράγματα θα μπορούσαν να είχαν αποτραπεί; Μα κάποιοι άνθρωποι έχουν γεννηθεί για να σώσουν κάποιους άλλους και απλόχερα τους δίνονται, χωρίς ίχνος εγωισμού με μοναδικό κριτήριο την απόλυτη αγάπη τους! Στην δική μου μνήμη, ο κυρ Μιχάλης είναι η μοναδική ανιδιοτελής αγάπη που συνάντησα στην μέχρι τώρα ζωή μου. Ο κυρ Μιχάλης, εκείνος ο αγαθός γεράκος με την παιδιάστικη ομιλία και την τεράστια καρδιά, που έφυγε εκείνο το μεσημέρι, δυο βήματα πιο κάτω από τον κόσμο μας!

Ελένη Ρέγγα

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading