Για πάντα μαζί…

Οι κάτοικοι εκείνου του μικρού τσέχικου χωριού, είχαν συνηθίσει σε αυτή την εικόνα. Τα δυο άσπρα άλογα να τρέχουν δίπλα δίπλα. Ποτέ δεν πήγαινε το ένα μόνο του. Πάντα μαζί. Και ποτέ δεν απομακρύνονταν ιδιαίτερα από την περιοχή εκείνου του ξεχασμένου κάστρου, στα περίχωρα της Τσεχίας.

Στην αρχή οι ντόπιοι είχαν παραξενευτεί. Κάνα δυο επίδοξοι επιβήτορες είχαν προσπαθήσει κιόλας να τα πιάσουν, να τα τιθασεύσουν και να τα καβαλήσουν. Ο καθένας εγκατέλειψε την προσπάθεια με το δικό του παράσημο. Άλλος κάταγμα στο χέρι, άλλος στραμπουληγμένο πόδι και οι πιο τυχεροί με καμιά γρατζουνιά. Έτσι λοιπόν το πήραν απόφαση, μα και το διέδωσαν στην περιοχή πως τα δυο άλογα αυτά ήταν άγρια και ατίθασα. Και σταμάτησαν να τα ενοχλούν.
*****
Οι δυο αδερφές κάθονταν μπροστά από το τζάκι και άκουγαν με προσοχή την μητέρα τους. «Κανείς να μην μπει ποτέ ανάμεσά σας, με ακούτε; Κανείς! Θα έχετε για πάντα η μια την άλλη. Θα είστε για πάντα μαζί. Ακόμα κι όταν εγώ και ο πατέρας σας πεθάνουμε, θα έχετε η μια την άλλη για στήριγμα και αποκούμπι… Μόνο να μην αφήσετε κανέναν να σας χωρίσει. Κανέναν να σας κάνει να μαλώνετε. Και ειδικά κανέναν άντρα!».
Και τα δυο κορίτσια με τις μακριές πλεξούδες κουνούσαν καταφατικά τα κεφάλια τους και έσφιγγε η μια το χέρι της άλλης. Ήξεραν πως η μητέρα του είχε δίκιο. Μα ήδη από τα πρώτα χρόνια της ζωής τους είχαν ένα πολύ έντονο δέσιμο. Μοιράζονταν τα πάντα και αγαπούσε η μία την άλλη πολύ βαθιά.

Από μωρά τα δυο κορίτσια ήταν διαφορετικά. Η Τερέζα, η πρώτη, πάντα υπεύθυνη, μετρημένη και γλυκομίλητη και η Άννα, η μικρή, πιο ελεύθερο πνεύμα, αφηρημένη και πειραχτήρι. Οι γονείς τους τις λάτρευαν και τις δύο εξίσου. Έλεγαν συχνά πως η μία συμπλήρωνε την άλλη, δημιουργώντας την τέλεια προσθήκη στην οικογένειά τους.

Ήσυχη ζωή έκανε εκείνη η οικογένεια. Δεν είχαν πολλά χρήματα, μα ο πύργος όπου έμεναν, άφηνε όλους τους κάτοικους της περιοχής με το στόμα ανοιχτό. Προίκα της μάνας τους, όταν παντρεύτηκε τον Γιόσεφ. Ήταν τόση η χαρά των γονιών της με αυτό τον γάμο, που παραχώρησαν στο νεαρό ζευγάρι το σπίτι τους και αγόρασαν ένα μικρότερο για να μείνουν και να γεράσουν μαζί. Ήταν ένας επιβλητικός πύργος, με πολλά παράθυρα περιμετρικά και τρεις ορόφους. Στο τελείωμά του ήταν μια μικρή ταράτσα, με την πιο όμορφη θέα. Λίγα μέτρα πιο πέρα έφτιαξε ο Γιόσεφ τον στάβλο για να εξασφαλίσει ένα μικρό εισόδημα για την οικογένειά του.

Σε αυτό τον πύργο γεννήθηκαν και τα δύο κορίτσια. Με διαφορά δυο χρόνια η μία με την άλλη. Και έφεραν εξίσου μεγάλη χαρά στην οικογένειά τους, που ήδη ήταν πολύ αγαπημένη και ζούσε αρμονικά. Όλα αυτά έμελλε αν αλλάξουν με την άφιξη του Τόμας.

Όταν έφτασε στο κάστρο, όλοι ήταν σκεπτικοί. Νέο παλικάρι, ψηλός, γεροδεμένος, με άγρια μάτια αλλά όμορφο χαμόγελο. Περίεργος συνδυασμός. Έλεγε πως ήταν μόλις δεκαοχτώ χρονών, αλλά τα χέρια του φαίνονταν σαν δουλεμένου σαραντάρη. Ζήτησε δουλειά στον στάβλο. Αλλά τόνισε την προθυμία του να δουλέψει και σε άλλα πόστα, όπου χρειαζόταν το «αφεντικό».
Τραντάχτηκε από τα γέλια ο Γιόσεφ, ο πατέρας των κοριτσιών.
«Ε όχι και αφεντικό. Συνεργάτες θα είμαστε βρε αγόρι μου. Μαζί θα δουλεύομε κάθε μέρα με τα ζώα. Άσε που έχω κόρες στην ηλικία σου. Αστείο θα μου ακούγεται να με λες αφεντικό».
«Όπως θέλετε» είπε ψυχρά ο Τόμας.

Είχε ένα περίεργο βλέμμα. Σαν να ήταν έτοιμος για μάχη. Οι γροθιές του ήταν σφιχτές. Το ζεστό βλέμμα του Γιόσεφ περιπλανήθηκε λίγο στο σώμα του νεαρού.
«Φαίνεσαι δυνατός. Θα ήθελα να σε δω λίγο στην δουλειά και μετά να συζητήσουμε τον μισθό σου. Τι λες;»

Οι γροθιές του σφίχτηκαν παραπάνω. Μια έντονη συστολή φάνηκε στο πρόσωπό του.
«Ξέρετε, δεν με ενδιαφέρουν τα χρήματα ακριβώς. Μόνο να έχω κάπου να μένω.» είπε λακωνικά.
«Ε τότε σίγουρα θα τα βρούμε» του είπε ο καλοκάγαθος Γιόσεφ. «Κοντά στον στάβλο είναι μια αποθηκούλα, μα έλα το πρωί να σε δω στην δουλειά και τα κανονίζουμε τότε.»
Ο Τόμας σαν να χαλάρωσε λίγο. Ένα μικρό χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό του και η αύρα γύρω τους σαν να μαλάκωσε.
«Τα λέμε αύριο λοιπόν» είπε κουνώντας σε έναν μικρό χαιρετισμό το καπέλο του.
Ο Γιόσεφ χάρηκε με αυτή την συζήτηση. Το ένστικτό του, του έλεγε πως κάτι περίεργο είχε αυτό το παιδί. Ο Τόμας από την άλλη έφυγε με μεγάλες προσδοκίες. Πιθανόν απόψε να ήταν η τελευταία βραδιά που θα κοιμόταν στους δρόμους.

«Κορίτσια ελάτε να φάμε» φώναξε η μητέρα τους.
Μαζεύτηκαν όπως κάθε μεσημέρι τα τέσσερα μέλη της οικογένειας γύρω από το τραπέζι και η Τερέζα άρχισε να τους σερβίρει όλους. Η Άννα πείραζε τον πατέρα τους για την κοιλιά του, που όπως έλεγε συνεχώς μεγάλωνε και αυτός ξεκαρδιζόταν στα γέλια.
«Αγάπες μου» ξεκίνησε ο Γιόσεφ απευθυνόμενες και στις τρεις γυναίκες του σπιτιού. «Από σήμερα θα έχουμε μια καινούρια προσθήκη στον πύργο μας. Εγώ όπως ξέρετε μεγαλώνω και όλο και πιο δύσκολες μου φαίνονται οι δουλειές τους στάβλου. Μην τρομάζεις γυναίκα, δεν θα κάτσω σπίτι ολημερίς, αλλά να, χρειάζομαι και εγώ λίγη βοήθεια. Πήρα λοιπόν στην δούλεψή μου ένα παλικάρι, που είναι κοντά στην ηλικία σου Άννα και θα μένει στο αποθηκάκι δίπλα στον στάβλο.»
«Πώς θα μένει βρε άντρα μου εκεί; Είναι πενταβρώμικα!» είπε η γυναίκα του σπιτιού.
«Δεν φαίνεται να τον ενοχλεί ο χώρος. Αντιθέτως είναι ιδιαίτερα ευγνώμων που θα έχει κάπου να μείνει. Ποιος ξέρει τι μοίρα τον κατατρέχει και αυτόν…» απάντησε ο Γιόσεφ σκεπτικός.

Γονείς δεν γνώρισε ποτέ του, ούτε ήξερε τι θα πει χάδι και αγκαλιά. Κανείς δεν ξέρει αν πέθαναν, αν αρρώστησαν ή αν απλά τον παράτησαν στο ορφανοτροφείο. Ο Τόμας είχε μπλέξει αρκετές φορές σε καυγάδες όταν κανείς τον έλεγε «μπάσταρδο» και είχε καταλάβει από νωρίς πως η ζωή θα είναι σκληρή για εκείνον.
Τίποτα δεν του είχε χαριστεί. Από τα παπούτσια που φορούσε, μέχρι και το φαγητό του. Στο ορφανοτροφείο ήταν ο πιο γεροδεμένος και μιας που τα περισσότερα παιδιά εκεί ήταν ασθενικά, η διευθύντρια του έδινε τις πιο σκληρές δουλειές. Το ξύλο και οι βρισιές ήταν καθημερινότητα συνηθισμένη πια και ο Τόμας προσπαθούσε να μην προκαλεί, από φόβο μην μείνει μόνος του.
Αλλά αυτό δεν σταμάτησε την διευθύντρια από το να τον πετάξει έξω μόλις πάτησε τα δεκαέξι. Ήταν πια, βλέπεις, μεγάλος και έπρεπε να τα βγάλει πέρα μόνος του. Έτσι ξεκίνησε να περιπλανιέται από χωριό σε χωριό και να κάνει δουλειές του ποδαριού. Όταν έφτασε στο κάστρο του Γιόσεφ, του φάνηκε πως μπήκε σε παράδεισο και η ευγενική ζεστή συμπεριφορά του νέου του αφεντικού, του γλύκαινε μέρα με την μέρα την στερημένη του καρδιά.

Μια μέρα που αρρώστησε ο Γιόσεφ, η Άννα προθυμοποιήθηκε να πάει για το φαγητό του Τόμας. Είχε μόλις γίνει 16 και η εφηβεία είχε αλλάξει πολύ το όμορφο πρόσωπό της. Μα και το σώμα της είχε μεγαλώσει. Είχε γίνει πιο θηλυκό. Δεν ήξερε όμως μέχρι εκείνη την μέρα την δύναμη που μπορούσε να ασκήσει στο αντρικό φύλο.

Μένοντας τόσο μακριά από τα άλλα σπίτια του χωριού, δεν είχε τύχει να παρατηρήσει πως ένα βλέμμα αλλάζει όταν κοιτάξει τα όμορφα μάτια της ή τα κυματιστά μαλλιά της. Ή ακόμα και τον κατάλευκο λαιμό και πιο κάτω το στήθος της. Είχε στρογγυλέψει για τα καλά τον τελευταίο καιρό και τα φορέματά της τεντώνονταν σε εκείνο το σημείο. Μα ακόμα δεν είχε τύχει να τα αλλάξει η μαμά της.

Ο Τόμας δεν την άκουσε όταν έμπαινε, έτσι ελαφριά που περπατούσε σαν γάτα. Ήταν σκυμμένος πάνω την καυτή φωτιά που είχαν για να ετοιμάζουν τα πέταλα των αλόγων, αλλά και όποια άλλα εργαλεία χρειάζονταν μοντάρισμα. Όντας τόσο κοντά στην ζέστη, είχε βγάλει την μπλούζα του και ο ιδρώτας γυάλιζε πάνω στις γυμνασμένες από τις εργατικές δουλειές πλάτες του. Η Άννα ένιωσε ένα περίεργο κάψιμο στο στομάχι της. Μα δεν ήταν από φωτιά. Ήταν ένα πρωτόγνωρο αίσθημα που θα την ακολουθούσε για μέρες. Προσπαθούσε να σκεφτεί πώς να του μιλήσει, μα ένας κόμπος είχε σταθεί στο πάνω μέρος του λαιμού της και δεν μπορούσε να βγάλει άχνα.
Εκεί που άρχισε να νιώθει πλέον άβολα που παρατηρούσε τόση ώρα τον Τόμας, εκείνος γύρισε απότομα προς το μέρος της. Στην αρχή ξαφνιάστηκε και την κοίταξε αγριεμένος, σαν σε άμυνα.
«Πόση ώρα είσαι εκεί;» ρώτησε κάπως κοφτά.
«Μόλις ήρθα…» είπε εκείνη και με βιάστηκε να συμπληρώσει «Είδα πως ήσουν πάνω από την φωτιά και δεν ήθελα να σε τρομάξω. Μην τύχει και καείς…»

Γλύκανε τότε το βλέμμα του, μαλάκωσε η φωνή του.
«Ευχαριστώ για το φαγητό. Πώς είναι ο πατέρας σου;»
«Δεν είναι βαριά, μα πιθανόν και αύριο να μην έρθει.»
«Ας ξεκουραστεί, θα τα καταφέρω και αύριο μόνος μου.»
Λίγες κουβέντες αντάλλαξαν ακόμα και σε αυτό τον χρόνο, το κάψιμο στο στομάχι της Άννας δεν έλεγε να φύγει, η καρδιά της χτυπούσε ακανόνιστα και η ανάσα της ήταν κοφτή. Ένιωθε πως κάτι έκανε λάθος, ενώ δεν έκανε τίποτα.

Και ο Τόμας από την μεριά του, ένιωθε έναν ηλεκτρισμό στην ατμόσφαιρα. Στον λίγο χρόνο εκείνο, πρόλαβε να την παρατηρήσει. Τα μάτια, τα χέρια, τα μαλλιά, τον λαιμό… εκεί όμως σταμάτησε. Δεν ήθελε να προχωρήσει παρακάτω. Δεν ήθελε να προδώσει την οικογένεια που τόσο τον είχε αγκαλιάσει.

Την επόμενη μέρα πάλι η Άννα τον συνάντησε για να του πάει το φαγητό. Ο ίδιος ηλεκτρισμός τους χτύπησε και τους δύο. Μα έμειναν απλά να κοιτιούνται από απόσταση και να μιλούν για τα τυπικά.

Στον στάβλο είχε πάει η Τερέζα εκείνη την μέρα για να δει το αγαπημένο της άλογο. Ήταν έγκυος και είχε παρατηρήσει την δυσφορία της τις τελευταίες μέρες, πήρε λοιπόν ένα καρότο και πήγε να της φτιάξει το κέφι. Η σκηνή που είδε έκανε την καρδιά της να φτερουγίσει. Ο Τόμας είχε σκύψει τρυφερά πάνω στο λαιμό του αλόγου και του σιγοτραγουδούσε. Εκείνο κουνιόταν με δυσφορία μέχρι που ηρέμησε από την απαλή φωνή του παλικαριού και μισόκλεισε τα μάτια. Ο Τόμας συνέχισε να το χαϊδεύει με αγάπη και τότε η Τερέζα τον χαιρέτησε.
«Φαίνεται να ξέρεις πολλά για τα άλογα» του είπε με θάρρος.
«Είναι πολύ έξυπνα ζώα» απάντησε εκείνος ζωηρά «προσπαθώ να τους φέρομαι σαν να ήταν άνθρωποι».
«Την είχα πολύ έννοια» είπε η Τερέζα και έδωσε στην φοράδα το καρότο.

Το άλογο πλησίασε το κεφάλι του προς το μέρος της κοπέλας και αφού μασούλησε το καρότο έβαλε την μουσούδα του στην χούφτα της, σαν σε ευχαριστώ.
«Έχετε καλή σχέση» παρατήρησε ο Τόμας.
«Ναι, ξέρω πως περνάει δύσκολες μέρες τώρα και θέλω να είμαι όσο μπορώ κοντά της» του απάντησε.

Οι επόμενες μέρες κύλησαν ευχάριστα για τους δυο τους, με κουβέντες για τα άλογα, την φροντίδα αλλά και την εξυπνάδα τους και η Τερέζα μέρα με την μέρα ένιωθε όλο και πιο κοντά στον Τόμας. Ο ίδιος χαιρόταν με την προσοχή που του έδειχνε η κοπέλα αλλά και με την οικειότητα που ανέπτυξαν. Του άρεσε να έχει μια φίλη που να μοιράζονται το κοινό τους ενδιαφέρον. Και έτσι την έβλεπε, σαν φίλη μόνο. Με την άλλη, την μικρότερη κόρη τα πράγματα είχαν πάρει άλλη τροπή. Τόσο στον Τόμας όσο και στην Άννα είχαν ξυπνήσει συναισθήματα που δεν ήξεραν ότι υπάρχουν. Μέρα με την μέρα ο ένας αποζητούσε το βλέμμα του άλλου, την παρουσία του. Όμως αυτή η σχέση όμως έμελε να μην περάσει απαρατήρητη.

«Σε έβαλα στο σπίτι μου, σε δέχτηκα σαν γιό μου, σου έδειξα εμπιστοσύνη και εσύ με ξεπληρώνεις έτσι;» οι φωνές του πατέρα ακούστηκαν μέχρι τον πάνω όροφο του κάστρου.
«Δεν ντράπηκες να ξεμυαλίσεις μικρά κορίτσια; Τι σόι άντρας είσαι εσύ, πες μου! Να τα μαζέψεις και να φύγεις απόψε κιόλας!»

Ο Τόμας είχε κατεβάσει το κεφάλι του και απλά άκουγε. Δεν είχε φανταστεί ποτέ την τροπή που θα έπαιρναν τα πράγματα. Μα δεν μπορούσε να φέρει αντίρρηση. Το αφεντικό και κύρης του σπιτιού μιλούσε. Συνηθισμένος να αδικείται και χωρίς να ξέρει τι ακριβώς είχε κάνει που έκανε τον Γιόσεφ έξαλλο, κατέβασε το κεφάλι. Μέσα σε μισή ώρα μάζεψε τα λιγοστά υπάρχοντά του και βγήκε πάλι στον δρόμο.

Αμίλητες είχαν κατέβει οι δυο κόρες εκείνο το πρωινό στην κουζίνα. Αμίλητες και αγέλαστες.
«Τι πάθατε κορίτσια μου;» ρώτησε με αγάπη ο Γιόσεφ.
Καμία τους δεν απάντησε.
«Θα μου πείτε; Βάζω κακό μεγάλο με το μυαλό μου» θορυβήθηκε.
Η Άννα σήκωσε το βλέμμα. Τα μάτια της ήταν κλαμένα. Πριν προλάβει να μιλήσει η Τερέζα σηκώθηκε.
«Δεν θα κάτσω στο ίδιο τραπέζι με αυτήν» είπε με μάτια που πετούσαν φλόγες. Και πριν προλάβουν να ρωτήσουν οι δυο γονείς τι είχε γίνει ξαναμίλησε.
«Με πρόδωσε!»

Η Άννα άρχισε να κλαίει με αναφιλητά και έφυγε τρέχοντας από την κουζίνα. Ήθελε να φύγει και η Τερέζα αλλά ο Γιόσεφ την σταμάτησε.
«Κάτσε κάτω και πες μας τι έγινε τώρα!» αναφώνησε.

Η μάνα μίλησε πιο μαλακά. «Κορίτσι μου, τόσα χρόνια δεν έχετε μαλώσει, ανησυχούμε… Μίλα μας..»

Άρχισε τότε και η Τερέζα να κλαίει και τους λέει το τι έγινε χτες. Που πήγε να βρει την αγαπημένη την φοράδα που μόλις είχε γεννήσει και τους είδε. Τον Τόμας και την αδερφή της να κάθονται στην πάχνη του στάβλου και να χαζογελάνε.
«Λες να αγαπιόνται;» είπε ο Γιόσεφ, χωρίς να καταλαβαίνει τι έχει συμβεί.
«Λέω ότι μάλλον ήδη αγαπήθηκαν» είπε τονίζοντας τις δύο τελευταίες λέξεις ενώ το βλέμμα της είχε πάλι σκοτεινιάσει.
«Τότε ίσως πρέπει να τους μιλήσουμε, ίσως να τους καταφέρουμε να παντρευτούν, ο Τόμας είναι φιλότιμο παλικάρι…» ξεκίνησε να λέει η μητέρα.
«Δεν καταλαβαίνεις! Τίποτα δεν καταλαβαίνεις μάνα! Εγώ τον αγαπώ! Εγώ έπρεπε να τον παντρευτώ!» ξέσπασε η Τερέζα.
Το μυαλό του πατέρα θόλωσε. Μα τι είχε γίνει; Ο Τόμας είχε τάξει γάμο και στις δυο του κόρες; Τις ξεμυάλισε και τις δυο; Μέσα στο ίδιο του το σπίτι; Αυτό δεν μπορούσε να το δεχτεί. Ο εγωισμός του πληγώθηκε.. Κατέβηκε γρήγορα στο αποθηκάκι που έμενε ο Τόμας.

Η ζήλεια, αυτή η πράσινη θεά, είχε θολώσει το μυαλό το μυαλό της Τερέζας. Δεν ξαναμίλησε στην Άννα. Αυτή δεν μπορούσε να καταλάβει τι έκανε λάθος. Η ζωή της είχε καταστραφεί. Η αδερφή της, το άλλο της μισό, δεν της μιλούσε. Ο Τόμας είχε φύγει από το σπίτι χωρίς να πει κουβέντα. Και οι γονείς της δεν ήθελαν ούτε να την βλέπουν. Μα τι είχε κάνει λάθος; Αγάπησε… Απλά αγάπησε… Αγνά, πλατωνικά, μονάχα με τα μάτια. Πού να ήξερε πως αγάπησε και η αδερφή της τον ίδιο άνθρωπο; Αν ήξερε θα ήταν όλα αλλιώς. Μα τώρα απλά πονούσε. Και ήταν μόνη. Τι νόημα είχε να ζει όταν κανείς δεν την αγαπούσε πια;

Ανέβηκε τους τρεις ορόφους του πύργου και σκαρφάλωσε προσεκτικά στην ταράτσα. Είχε απόλυτη ησυχία έξω, καθώς η νύχτα άπλωνε το πέπλο της. Η νυχτερινή ομίχλη σκέπαζε τα πάντα και ούτε που φαινόταν το χώμα του εδάφους. Αυτό ήθελε. Να εξαφανιστεί, να μην σκέφτεται άλλο, να μην στεναχωριέται πάλι, να μην νιώθει πως όλοι την μισούν, πως τους έχει απογοητεύσει. Κοίταξε για μια τελευταία φορά το φεγγάρι και βούτηξε στο κενό.

Αυτή την πτώση πρόλαβε να δει η Τερέζα. Δεν πίστευε στα μάτια της. Έσκυψε πάνω από το παράθυρο και κοίταξε το ξαπλωμένο σώμα της νεκρής αδερφής της. Τα δάκρυα που έτρεξαν ποτάμι, έδιωξαν τις κακές σκέψεις από το θολωμένο από ζήλια μυαλό της.
«Τι έκανα… Τι σου έκανα…» μονολόγησε μέσα σε αναφιλητά. Μα δεύτερη σκέψη δεν είχε. «Για πάντα μαζί…» είπε και βούτηξε και η ίδια στο κενό, ακολουθώντας την καθοδική πορεία της αδερφής της. Η αγκαλιά του θανάτου τις βρήκε μαζί.
*****
Κάποιοι έλεγαν πως τα δυο λευκά άλογα ήταν δυο άνθρωποι που αγαπήθηκαν πολύ. Κάποιοι πίστευαν πως ήταν ένα ερωτευμένο ζευγάρι. Κανείς δεν μπορούσε να ξέρει πως ήταν δυο αδερφές που θέλησαν να τηρήσουν την υπόσχεσή τους ακόμα και μετά τον θάνατο. Για πάντα μαζί…

Άρτεμις Γ.Κ.

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading