«Είσαι τρελήηηηηηηηηηη!» ξέσυρε τα φωνήεντα η Έλενα με φρίκη.
«Είμαι τρελή, είμαι χαζή, είμαι απελπισμένη, ό,τι θες πες, μόνο να πάμε! Δε θα μ’ αφήσεις μόνη σ’ αυτό! Δεν έχω άλλον!» είπε παρακαλετά η Μαρίζα.
«Μωρέ, πας καλά; Μορφωμένη γυναίκα! Τι σου ‘ρθε;»
«Τι δε μου ‘ρθε πες καλύτερα! Παιδί! Δεν είναι δυνατόν όλα να είναι καλά κι εγώ πέντε χρόνια τώρα να μην μπορώ να κάνω ένα παιδί!» είπε προσπαθώντας να συγκρατήσει τον τόνο της φωνής της η Μαρίζα, μα η αγανάκτησή της ξεχείλιζε.
«Βρε παιδάκι μου, κάτσε λίγο να το συζητήσουμε που πήρες φόρα! Τι σ’ έπιασε τώρα;»
«Μ’ έπιασε ότι ο καιρός περνά, τικ τακ κι εγώ σε λίγο δε θα μπορώ και να θέλω! Πρέπει γρήγορα να βρω τι φταίει!»

«Και θα στο πει ο μάγος;»
«Αφού οι γιατροί δεν μπορούν! Το ξέρεις καλά! Όλους τους γύρισα, κανένα δεν άφησα, ως και στο εξωτερικό! Σηκώνουν τα χέρια ψηλά! Όλες οι εξετάσεις μου είναι μία χαρά! Τσάμπα έπρηζα και τον Μιχάλη ότι αυτός φταίει που αρνείται να κάνει κι άλλες εξετάσεις. Να, έκανε! Με πήρε πριν λίγο και μου είπε ότι όλα είναι μια χαρά!» είπε και ξεφύσηξε η Μαρίζα.
«Και δεν χαίρεσαι;» τη ρώτησε η Έλενα.
«Όχι, δεν χαίρομαι! Γιατί ήταν η τελευταία ελπίδα που είχα για το τι μπορεί να πηγαίνει στραβά! Τώρα δεν έχω τίποτα! Δεν έχω πού να στραφώ! Δεν έχω τι άλλο να κάνω! Τα έχω κάνει όλα, όλα, όλα!» είπε πιάνοντας το κεφάλι της και με κόπο συγκράτησε τα δάκρυά της η Μαρίζα.

«Και γι’ αυτό θα τρέχουμε τώρα σε μάγισσες και χαρτορίχτρες; Ακούς τι λες; Τόσες υποθέσεις δε σου ‘χω πει; Μαζί δε γελάμε με τα κορόιδα που τους πλήρωναν; Εσύ δεν τα κορόιδευες;»
«Τα κορόιδευα, μάλιστα! Αλλά εδώ σου λέει ότι αυτός τα βρήκε όλα στη Χριστίνα και η Χριστίνα δεν είναι αφελής! Είναι μια γυναίκα με τόσα πτυχία, διευθύντρια πια -κι αυτό το βρήκε-, όχι, καμιά… κατίνα! Για να σου λέει η Χριστίνα ότι είναι απίστευτος, είναι απίστευτος!»

«Καλά εσύ δεν έλεγες ότι η Χριστίνα είναι ψέκα;»
«Ε εντάξει… Είναι λίγο… Όμως μου είπε ότι ο τύπος είναι φοβερός και βρήκε ότι της είχε κάνει μάγια εκείνη η χαζοβιόλα, η μελαχρινή από το γραφείο της και γι’ αυτό της πήγαιναν όλα στραβά. Κι όντως ανακάλυψε, λέει, μια κορδέλα γεμάτη καρφίτσες μέσα στη γλάστρα στο γραφείο της, ακούς; Και του την πήγε και της τη διάβασε και τα έλυσε! Και μόλις τα έλυσε πήρε την προαγωγή, παντρεύτηκε, έμεινε έγκυος!»
«Από ό,τι θυμάμαι κάτι ανάποδα έγιναν τα δύο τελευταία και όσο για την προαγωγή, αν δεν έδινε την προαγωγή στη γυναίκα του, σε ποιον θα την έδινε!»

«Ουφ σε όλα κόντρα μου πας! Είσαι ή δεν είσαι η κολλητή μου; Τέλος, θα έρθεις!»
«Να σου υπενθυμίσω ότι όλα αυτά τα βρίσκω βλακείες και κακώς θες να χαλάσεις τα λεφτά σου τσάμπα!»
«Αυτός λέει, δεν το κάνει για τα λεφτά!»
«Ναι, είμαι σίγουρη, για την ψυχή της μάνα του το κάνει!» αναφώνησε ειρωνικά η Έλενα.
«Ό,τι θες δίνεις» μουρμούρισε η Μαρίζα αποφεύγοντας το βλέμμα της.
«Ε και άμα του δώσεις, θα σου πει, όχι, δεν τα παίρνω!» στράβωσε το στόμα της η Έλενα.
«Ωχ, μωρέ Έλενα, θα τα πάρει, γιατί να μην τα πάρει; Έχεις ακούσει ποτέ να δίνεις λεφτά σε κάποιον και να μην τα παίρνει; Θα ήταν χαζός!»

«Κι αυτοί που τα δίνουν, τι είναι;»
«Απελπισμένοι! Τι θες να κάνω; Το ξέρω ότι μπορεί να είναι λωποδύτης! Τόσοι άνθρωποι ζουν πουλώντας “αέρα” σε απελπισμένους σαν κι εμένα! Οι πολιτικοί, δε μου πουλάνε αέρα; Το ξέρω ότι λένε ψέματα και τους ψηφίζω. Οι γιατροί πάλι μας μαδάνε και σου λένε, μην ανησυχείς θα βρω την αιτία! Και δεν τη βρίσκουν και όταν πια δεν έχουν τι να πουν, το ρίχνουν ότι είναι ψυχολογικό! Εσύ, ως δικηγόρος, δε φλομώνεις με ψευτιές τους πελάτες σου και τους δικαστές; Οι πωλητές δε σε δουλεύουν και σου λένε ό,τι θες να ακούσεις; Σάμπως θα ‘μαι η πρώτη που θα πληρώσω “αέρα”; Έτσι είμαστε, χρειαζόμαστε την ελπίδα, που μας δίνει δύναμη να ζούμε… Κι αν πρέπει να την πληρώσω, θα την πληρώσω!»

«Καλά, καλά, καλά! Πού τη βρίσκεις την όρεξη για λογύδρια; Θα έρθω! Δεν μπορώ να σε αφήσω μόνη…» είπε φανερά εκνευρισμένη η Έλενα.
«Αχ σε ευχαριστώ! Σ΄ευχαριστώ!» αναφώνησε η Μαρίζα κι όρμησε και την αγκάλιασε. «Λοιπόν, όπως σου είπα, αύριο στις επτά θα έρθεις από το σπίτι μου, εντάξει;»
«Εντάξει…» είπε με ύφος παραίτησης η Έλενα.
«Και την Κυριακή στις δώδεκα…».
«Τι την Κυριακή στις δώδεκα;»
«Να… μου είπε η μάνα μου για έναν πολύ καλό παπά, που καταλαβαίνει αν σου έχουν κάνει μάγια και τα λύνει και…» είπε σιγά η Μαρίζα προσπαθώντας να ακούγεται ουδέτερη κι αποφεύγοντας το βλέμμα της Έλενας.

«Για την περίπτωση που δεν πιάσει του εξαποδώ, να πιάσει του Θεού;» την ειρωνεύτηκε η Έλενα και η Μαρίζα της χαμογέλασε μορφάζοντας. «Δε μου λες, πριν πάρουμε τους δρόμους και τρέχουμε σε Αγίους, παπάδες, μάγους, μέντιουμ, φλυτζανούδες, θεραπευτές ρείκι, μίκι, τσίκι και δεν ξέρω τι άλλο… στον γιατρό πότε θα πας να δείξεις τις εξετάσεις του Μιχάλη;»
«Γιατί να πάω; Αφού μου είπε ότι είναι καλές…»
«Και τον πίστεψες; Πόσες φορές σου έχω πει ότι μου φαίνεται περίεργη η συμπεριφορά του στο θέμα παιδί και της μάνας του! Ιδίως της κάργιας! Έχεις δει άλλη μάνα να λέει πως δε θέλει εγγόνια και να σας τα πρήζει να μην κάνετε τίποτα και δεν χρειάζεται να ασχολείστε κι άμα θέλει ο Θεός να ‘ρθει, ‘θε να ‘ρθει; Άσε την επιμονή της να πηγαίνει μαζί με τον Μιχάλη όταν κάνει εξετάσεις σαν να ‘ναι βρέφος! Ποια πάει μαζί με τον γιο της για να δώσει σπέρμα; Για να μη πω για το τι πιστεύω για τον Μιχάλη που την παίρνει μαζί του! Έπειτα στο έχω πει τόσες φορές, ως δικηγόρος έχω ακούσει πολλές τρελές υποθέσεις, αλλά πέρα από αυτό, ο Μιχάλης δεν είναι γιατρός! Ο γιατρός μπορεί να δει κάτι που εμείς δεν ξέρουμε…»
«Ναι, σωστά, καλά λες…» έκανε σκεπτική η Μαρίζα. «Το σωστό είναι να δει τις εξετάσεις ο γιατρός. Θα τον πάρω σε λίγο να κλείσω ραντεβού… Εσύ όμως αύριο στις επτά, θα έρθεις!» της είπε με ύφος που δε σήκωνε αντιρρήσεις η Μαρίζα.

«Τι έπαθες; Γιατί είσαι αναστατωμένη;» τη ρώτησε η Έλενα, μόλις η Μαρίζα μπήκε φουρτουνιασμένη μέσα στο αμάξι.
«Είχες δίκιο!» σύρισε μέσα από τα δόντια της η Μαρίζα. «Κάτι τρέχει με τον Μιχάλη και τη μάνα του…», είπε και ξεφύσηξε σαν μπαλόνι που αφέθηκε προσπαθώντας με νευρικές κινήσεις να κουμπώσει τη ζώνη της.
«Τι εννοείς;» τη ρώτησε απορημένη η Έλενα.
«Πάμε και θα σου πω…»
«Πού στον μάγο;»
«Ποιο μάγο; Στο κέντρο γονιμότητας!»

«Γιατί;»
«Γιατί περίεργα μου τα λέει ο Μιχάλης! Του ζήτησα τα αποτελέσματα για να τα δείξω στον γιατρό…» είπε και έσφιξε τα χείλη της.
«Ναι και;» Έκανε ανυπόμονα η Έλενα.
«Και μου είπε ότι δεν τα ‘χει!» έγρουξε η Μαρίζα.
«Πού είναι τα αποτελέσματα;»
«Δεν τα πήρε! Πήγε λέει η μαμάκα του και τα πήρε και του ‘πε όλα καλά! Και όταν τον ρώτησα αν της έκανε εξουσιοδότηση μου τα μάσαγε! Σα να κόλλησε… Σα να μου ‘λεγε ψέματα. Κι εγώ σε ρωτώ! Υπάρχει ποτέ περίπτωση να έδωσαν τις εξετάσεις χωρίς εξουσιοδότηση; Τα ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα, στη μάνα του;»
«Καμία!», είπε με σιγουριά η Έλενα! «Δεν το διακινδυνεύουν, θα χάσουν την άδεια τους».

«Αυτό σκέφτηκα κι εγώ, αλλά για σιγουριά θα πάμε να το διαπιστώσουμε… Έπειτα είναι και το άλλο…» είπε η Έλενα και ξαφνικά δαγκώθηκε.
«Ποιο άλλο;»

«Πήρα και τη μάνα του στο καπάκι και της ζήτησα τις εξετάσεις. Μου φάνηκε σα να μπερδεύτηκε, σα να με δουλεύει… Το μόνο σίγουρο είναι ότι δε θέλει να μου τις δώσει…» Έγειρε πίσω και προσπάθησε να συγκρατήσει τα δάκρυά της. Από εκείνη τη συζήτηση με την Έλενα κι έπειτα, γίνεται ένα κομφούζιο μέσα στο κεφάλι της, σαν να άρχισαν να ηχούν ξαφνικά όλα μαζί άπειρα σήμαντρα και όσο τα σκέφτεται τόσο απορεί με τον εαυτό της. Πώς μπορεί τόσο καιρό να αγνοεί τόσα καμπανάκια, ή μήπως καμπανάρες θα ήταν το πιο σωστό; Όταν της είπε η Έλενα ότι πρέπει να πάει τις εξετάσεις στον γιατρό, προσπάθησε να θυμηθεί τι είχε κάνει με τις πρώτες εξετάσεις, αν τις πήγε ποτέ αυτή στον γιατρό ή ο Μιχάλης να τις δείξει. Είχε περάσει τρία χρόνια να του πιπιλά το μυαλό για να κάνει επιτέλους τις εξετάσεις και όλο δικαιολογίες έβρισκε για να μην πάει. Κι αυτή που έκανε τη μεγαλύτερη φασαρία και της έβαζε πάντα εμπόδια, ήταν η μητέρα του. Τρία χρόνια είχε ακούσει άπειρες δικαιολογίες, ώσπου μία μέρα πέθανε ξαφνικά ένας φίλος του. Ο Μιχάλης τρομοκρατήθηκε και κάπως έτσι τον κατάφερε να κάνουν ένα γενικό τσεκ απ και μαζί με αυτό και τις απαραίτητες εξετάσεις γονιμότητας. Μα όσο και να έστυψε το μυαλό της να θυμηθεί αν αυτές, τις συγκεκριμένες, τις έδειξαν στον γιατρό, δεν το θυμόταν. Το μόνο που θυμόταν ήταν την πεθερά της να της κουνά ένα μάτσο χαρτιά μπροστά στη μούρη και να της φωνάζει ότι να που αποδεικνυόταν περίτρανα ότι το παιδί της ήταν μία χαρά και ότι αν κάποιος ήταν ανίκανος να κάνει παιδιά ήταν αυτή, που από την ξινίλα της τα σπερματοζωάρια του γιού της προτιμούσαν να αυτοκτονήσουν παρά να την γονιμοποιήσουν! Αυτά τα λόγια της έπεσαν πάνω της σαν βραστό νερό και τη ζεμάτισαν, μούδιασαν το μυαλό της και για μήνες δεν μπορούσε να σκεφτεί τίποτα άλλο, ούτε είχε τολμήσει να τα εκμυστηρευτεί σε κανέναν. Μα να που τώρα για πρώτη φορά ένιωθε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά σε όλο αυτό που έζησε και μια σκέψη ήρθε και κόλλησε σαν τσίχλα στο μυαλό της, ότι ήταν θεατής σε μία καλοστημένη παράσταση… Ξάφνου συνειδητοποίησε ότι αν ήθελε να βγάλει μία άκρη, έπρεπε να βγει έξω από το πρόβλημα και να δει και να αναλύσει όλα αυτά που ειπώθηκαν και έγιναν τόσα χρόνια με το κριτικό μάτι ενός ψυχρού αναλυτή και όσο το έκανε, τόσα περισσότερα ερωτήματα προέκυπταν. Καταρχάς τι απέγιναν αυτές οι εξετάσεις που ποτέ αυτή δεν τις είδε, ενώ όλες οι υπόλοιπες υπήρχαν. Έπειτα αυτές τις νέες εξετάσεις, που χρυσό τον έκανε τον Μιχάλη για να τον καταφέρει να της υποσχεθεί ότι θα τις κάνει, γιατί να έχει τα αποτελέσματα η πεθερά της; Πώς τα πήρε; Γιατί επέμενε η μάνα του να πηγαίνει μαζί του στους γιατρούς και όχι αυτή; Γιατί τόσα χρόνια μάνα και γιος επιμένουν ότι δεν χρειάζεται να κάνουν παιδιά και ότι τα παιδιά είναι κατάρα και θα τους χωρίσουν;

«Λοιπόν τι έγινε;»
«Όπως το περίμενα…” είπε η Μαρίζα σφίγγοντας τα χείλη της με θυμό. «Δε δίνουν τις εξετάσεις χωρίς εξουσιοδότηση».
Η Έλενα συμφώνησε σιωπηλά και περίμενε υπομονετικά.
«Έμαθα και κάτι άλλο… Κατάφερα να μουρλάνω τόσο τη γραμματέα, που μου είπε ότι δεν υπάρχουν καν εξετάσεις σ’ αυτό το όνομα…»
«Γιατί λένε ψέματα;» την ρώτησε μαλακά η Έλενα;
«Έλα μου ντε!» αναφώνησε η Μαρίζα και την κοίταξε φανερά μπερδεμένη. «Και πόσα ακόμη μου έχουν πει;»
«Λες να μας λύσει το μυστήριο ο μάγος;» τη ρώτησε με σοβαρό ύφος η Έλενα. Η Μαρίζα την κοίταξε και ξαφνικά ξέσπασε σε γέλια.
«Έλα φιλενάδα, πάμε να πιούμε ένα καφέ και να τα βάλουμε κάτω με καθαρό αναλυτικό μυαλό! Ο μόνος μάγος που χρειάζομαι είναι αυτό εδώ!» της είπε η Μαρίζα κι έδειξε το μυαλό της.
«Ε ναι, αυτήν τη Μαρίζα την αναγνωρίζω! Φιλενάδα, καλωσόρισες πίσω! Κι επειδή αν δε στο πω θα σκάσω, έλυσα και το μυστήριο της κορδέλας με τις καρφίτσες!»
«Τι εννοείς;»
«Δε μου είπες ότι η Χριστίνα βρήκε στη γλάστρα της μια κορδέλα με καρφίτσες και νόμιζε ότι της κάνανε μάγια; Ε πιστεύω ότι είναι από το πάρτι που κάνατε πέρσι και είχατε κρεμάσει κορδέλες, θυμάσαι; Σίγουρα μία παράπεσε στη γλάστρα και την βρήκε αργότερα η Χριστίνα! Να κοίτα και τη φωτογραφία που μου ‘χες στείλει! Βλέπεις; Να τες οι κορδέλες, στηρίζονται με καρφίτσες!», είπε και κούνησε το κινητό της μπροστά στο πρόσωπό της. «Πάμε τώρα να λύσουμε και το μυστήριο Μιχαλάκης-κάργια!» αναφώνησε με αποφασιστικό τόνο η Έλενα κι έβαλε μπροστά τη μηχανή.

Κι η Μαρίζα με την Έλενα έπιασαν αυτήν τη μικρή ίνα ψέματος κι άρχισαν να την ξετυλίγουν ώσπου έγινε νήμα κι έπειτα τριχιά που ήρθε και τυλίχτηκε γύρω από τη μάνα του Μιχάλη και τον ίδιο, που γνώριζαν από χρόνια το πρόβλημα που προέκυψε από έναν τραυματισμό του όταν ήταν μικρός και δεν ήθελαν να αποκαλυφθεί. Το χειρότερο όμως ήταν ότι στην προσπάθεια τους αυτή είχαν προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στη σχέση τους, η οποία απλά επιβεβαιώθηκε με την αποκάλυψη όλων των ψεμάτων. Τελικά τα ψέματα ήταν που τους χώρισαν, μα η Μαρίζα δεν το έβαλε κάτω. Σύντομα έδεσε τη ζωή της με έναν συνάδελφο της που από χρόνια ήταν ερωτευμένος μαζί της και απέκτησαν δύο παιδάκια.

Αναστασία Χ.

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.