Ο Ρόι ήταν δεκαπέντε χρονών όταν η μικρή Ρόζι ήρθε στο σπίτι. Ήταν φασκιωμένη με ένα ροζ, πικέ κουβερτάκι και κοιμόταν στην αγκαλιά της κοινωνικής λειτουργού. Είχε ένα πρόβλημα με την καρδιά της και καμία ανάδοχη οικογένεια δεν την δεχόταν, εκτός από τους γονείς του Ρόι.
«Έχει μπλε μάτια», παρατήρησε η μητέρα.
«Ναι, συνήθως όμως φεύγει στα μωρά», εξήγησε η κυρία Σαρλίν.
«Μάλιστα», ξεφώνισε η μητέρα.
«Πείτε μας ξανά το μηνιαίο ποσό βοηθήματος που θα λαμβάνουμε, παρακαλώ», ρώτησε ο πατέρας.
Δεν χρειάστηκε πολλή ώρα για να καταλάβει ο Ρόι τον λόγο που ήρθε το μωρό στο σπίτι. Έπρεπε τώρα να κοιμάται στο σαλόνι για να πάρει εκείνη το δωμάτιό του, αλλά παραδόξως δεν τον ένοιαξε καθόλου. Τρία χρόνια του έμεναν ακόμα σε εκείνο το σπίτι.
Οι πρώτοι μήνες πέρασαν ήσυχα, γιατί το μωρό κοιμόταν πολύ, δεν γκρίνιαζε, δεν μπουσουλούσε πέρα δώθε, μόνο ίσα που μουρμούριζε λεξούλες και έβγαζε χαριτωμένους ήχους. Στα πρώτα της βήματα την βοήθησε ο Ρόι, παίζοντας κυνηγητό μαζί της. Τα χαχανητά της ήταν ξεκαρδιστικά ενώ έκανε γύρους στο τραπεζάκι του σαλονιού.
«Λόι!» του φώναζε και έσκαγε στα γέλια. Γελούσε και αυτός βλέποντας την προσπάθειά της.
«Τα κατάφερες, μικρή!», την παίνευε. «Ω, πρόσεχε!»
Με το μικρό χεράκι της γράπωσε το τραπεζομάντηλο και τράβηξε μαζί της τα γυάλινα διακοσμητικά που ήταν πάνω. Η φασαρία έφερε τους γονείς από την κουζίνα και έβαλαν αμέσως τις φωνές για τα καλά τους γυαλικά. Ο Ρόι πήρε αγκαλιά την μικρή που σπάραξε από το κλάμα και ένιωσε την καρδιά της να χτυπάει σαν τρελή.
«Σταματήστε να φωνάζετε, την τρομάζετε!» έψαξε πάνω της για κοψίματα που ευτυχώς δεν είχε.
«Πήγαινε να διαβάσεις εσύ που άδικα πληρώνουμε τα φροντιστήρια για να κάθεσαι να παίζεις με το μωρό και να χαλάτε το σπίτι μας».
«Όχι, η καρδιά της χτυπάει πάρα πολύ. Κάτι δεν πάει καλά, πρέπει να την πας στο νοσοκομείο».
«Είσαι καλά; Να το μάθουν και να λένε ότι δεν την φροντίζουμε σωστά!»
«Δηλαδή αν την πας στο νοσοκομείο πριν σκάσει η καρδιά της, σημαίνει ότι δεν φροντίζεις σωστά;»
«Είσαι ανόητος, πού να σου εξηγώ!»
«Πάρε τον παιδίατρο», της είπε ο πατέρας και εκείνη ξεφύσηξε. «Όσο για εσένα, θα δούμε τι θα κάνουμε με τους τρόπους σου».
«Ας αρχίσουμε με το να σταματήσω το φροντιστήριο για να μην μου χτυπάτε ότι το πληρώνετε. Και θα τα καταφέρω μόνος μου».
Στο ιατρείο τους είπαν ότι το σύνδρομο της Ρόζι χρειάζεται πολλή ηρεμία και το παιδί να μην ταράζεται και να μην στεναχωριέται.
«Κάνε υπομονή λίγο ακόμα», υποσχέθηκε ο Ρόι μόλις την πήρε στην αγκαλιά του. «Πονάς εσύ, πονάω και εγώ», μια φράση που κάθε παιδί πρέπει να ακούσει από τον γονιό του.
Η πρώτη λυκείου ήταν μια δοκιμασία, νέο σχολείο, νέοι συμμαθητές και δάσκαλοι, ατελείωτες ώρες πάνω από νέα μεγάλα βιβλία.
«Δεν μπορώ τώρα Ρόζι», έσπρωξε ενοχικά το παραμύθι που του έφερε.
«Μετά Λόι;»
«Μετά Ρόζι, το υπόσχομαι».
Οι γονείς έβλεπαν τηλεόραση και η μικρή γλυκοκοίταξε το τελευταίο κομμάτι πίτσα που είχε μείνει στο κουτί πάνω στο τραπεζάκι.
«Μην το κοιτάς», την μάλωσε ο πατέρας. «Πάντα το παίρνει η μητέρα αυτό».
Όταν τους πήρε ο ύπνος στον καναπέ, η μικρή βγήκε από το δωμάτιό της, πάτησε απαλά ένα ένα τα βηματάκια της και τράβηξε σιγά σιγά το τελευταίο κομμάτι της πίτσας μέσα από το ανοιχτό κουτί.
«Λόι!» έτριξε η πόρτα και τον είδε που είχε αποκοιμηθεί πάνω από ένα τετράδιο.
«Ε… Τι ώρα είναι; Δεν κοιμάσαι;» έτριψε τα μάτια του.
«Πίτσα, Λόι!» του άφησε το κομμάτι πάνω στο τετράδιο και έγλειψε τα δάχτυλά της.
«Έλα εδώ», την έβαλε στα γόνατά του. «Θα φάμε μαζί την πίτσα, μετά θα σε βάλω για ύπνο, θα έρθω να ξαναγράψω την σελίδα που μου έκανες μέσα στα λάδια και μετά θα ετοιμαστώ να πάω στο σχολείο. Σύμφωνοι;» έδωσαν τα χέρια και οι δύο.
Το μεσημέρι που γύρισε, η μάχη για το τελευταίο κομμάτι της πίτσας ήταν επική, όπως και η μάχη για τα καινούργια χειμερινά τους ρούχα που τελικά τους πήραν, γιατί έμαθαν ότι θα ερχόταν για επίσκεψη η κοινωνική λειτουργός.
Τα γενέθλια του Ρόι ήταν την Κυριακή και είχαν λίγες μέρες διαφορά με την ημερομηνία που ήξεραν για τη Ρόζι.
«Στον μεγάλο θα κάνουμε πάρτι, σωστά;» ρώτησε ο πατέρας.
«Ευτυχώς μου το θύμισες. Εννοείται! Να μην έχει να λέει!” απάντησε η μητέρα.
Οι συμμαθήτριες του Ρόι ξετρελάθηκαν με την μικρή και έπαιζαν συνέχεια μαζί της. Ήταν όμορφη σαν αληθινή κούκλα, με χρυσαφιά μπουκλάκια και μεγάλες βλεφαρίδες σαν πεταλούδες που κάθονταν στα ολοστρόγγυλα καφέ ματάκια της. Έπαιζαν ότι έπιναν τσάι με τις δύο παλιές πάνινες κούκλες που είχε στο δωμάτιό της.
Όταν τα παιδιά άρχισαν να μαζεύονται γύρω από το τραπέζι, ο Ρόι παρατήρησε ότι υπήρχε μόνο μια τούρτα με μπλε κρέμα και τον αριθμό 16.
«Πού είναι της Ρόζι;» έσκυψε στο αυτί της μητέρας. Εκείνη τον τράβηξε πιο πέρα. «Δεν μου αρέσει ο τρόπος μου μιλάς, μικρέ».
«Εκείνη γιατί δεν έχει τούρτα, είναι παράλογο που ρωτάω;»
«Είναι παράλογο να μη βλέπεις ότι αυτό το κορίτσι δεν είχε στον ήλιο μοίρα και εσύ ψάχνεις μια τούρτα. Της δώσαμε ένα σπίτι…»
«Σπίτι δεν είναι οι τέσσερις τοίχοι», την διέκοψε.
«Αρκετά! Πόσο αχάριστος είσαι αυτή τη στιγμή! Ολόκληρο πάρτι σου κάναμε!»
«Ναι, συγνώμη που το μαθαίνεις από εμένα, αλλά ξέρεις, οι γονείς κάνουν πάρτι στα παιδιά τους».
«Ούτως ή άλλως εκείνη δεν είναι παιδί μας».
«Ούτε εγώ είμαι, περισσότερο για συνέταιρος, νιώθω».
«Ε, τι να σου πω! Ακούς τι λες; Δεν είσαι με τίποτα ευχαριστημένος!».
«Για μια τούρτα κάνεις έτσι;» πλησίασε ο πατέρας που κάτι άκουσε από την κουβέντα τους. «Θα πάω να πάρω άλλη μια. Πήγαινε τώρα στην παρέα σου, γιατί δεν μου αρέσει ο τρόπος μιλάς στη μητέρα σου».
«Και εμένα δεν μου αρέσει ο τρόπος που νομίζετε ότι με αγαπάτε».
Ενώ έσβηνε την τούρτα του, έκλεισε τα μάτια και έκανε την ευχή του. «Δύο χρόνια ακόμα υπομονή».
Εκείνο το βράδυ, η Ρόζι βρήκε κάτω από το μαξιλάρι της μια καινούργια πάνινη κούκλα τυλιγμένη με κόκκινο φιόγκο.
«Λόι», είπε και αποκοιμήθηκε με την νέα της κούκλα στην αγκαλιά της.
«Αν είναι δυνατόν να μην είναι ευχαριστημένος και να λέει όλα αυτά τα λόγια!», μουρμούριζε η μητέρα ενώ μάζευε τα πλαστικά πιάτα από τα τραπέζια.
«Τι να σου πω; Δεν ξέρω τι λάθος έχουμε κάνει. Τις προάλλες όταν συζητούσαμε, μου είπε ότι τον αποκληρώνουμε και ότι δεν θέλει να πάρει το σπίτι στο χωριό, ότι δεν είναι δίκαιο γιατί το έχουμε χωρίσει στα τέσσερα. Μήπως να ξανασυζητήσουμε το θέμα της κληρονομιάς;»
«Είσαι τρελός; Και δεν θα δώσουμε το μερίδιο που αξίζει στα άλλα μας παιδιά;»
«Μου είπε ότι έχουμε τέσσερα σπίτια και τέσσερα παιδιά. Ότι αφήνουμε ολόκληρα τα τρία σε αυτά και εκείνος παίρνει μόνο ένα κομμάτι από το τέταρτο που είναι και αυθαίρετο. Ότι του είχαμε υποσχεθεί ολόκληρο το σπίτι. Μάλιστα κομπάζαμε ότι του δώσαμε τόσο μεγάλο σπίτι. Βίλα, του έλεγες. Και ότι αργότερα θα τσακωθεί για αυτό με την υπόλοιπη οικογένεια».
«Τι να σου πω καλέ μου; Αχάριστα τα νέα παιδιά! Όχι μόνο του δίνουμε σπίτι, αλλά γκρινιάζει και από πάνω!»
Τέσσερα χρόνια υπομονής πέρασαν τελικά με πολύ διάβασμα, μόνιμη δουλειά σε ένα συνεργείο αυτοκινήτων στη δίπλα γειτονιά, ξανά πολύ διάβασμα, μαθήματα οδήγησης, δίπλωμα, ένα μικρό μεταχειρισμένο αμάξι. Επισκέψεις στην πρόνοια και πολλές συζητήσεις, επανασύνδεση με τη μαμά της μητέρας του που είχαν να μιλήσουν από τότε που ήταν μικρός.
Τέσσερα χρόνια υπομονής, που στα 20 του πλέον χτύπησε ξανά την πόρτα του πατρικού του για τελευταία φορά. Για να πάρει τη μικρή του Ρόζι.
Εκείνη μόλις τον είδε έτρεξε κατευθείαν στην αγκαλιά του.
«Ήρθε η ώρα;» τον ρώτησε όλο λαχτάρα.
«Ναι, μάζεψε τα πράγματά σου», την έσφιξε τόσο δυνατά σαν κομμάτι της καρδιάς του που έμπαινε στη θέση του.
Η κυρία Σαρλίν τους υποσχέθηκε ότι ποτέ ξανά δεν θα πάρουν παιδί από κανένα ίδρυμα της χώρας.
Οι γονείς δεν ήξεραν τι να πρωτοπούν.
«Εγώ που σου έκανα, εγώ που σε μεγάλωσα, εγώ που κόπιασα, εγώ που σου έδωσα, εγώ, εγώ, εγώ…”
«Εσείς! Ο Θεός σας έδωσε παιδιά μπας και μάθετε να αγαπάτε κάτι άλλο πέρα από τον εαυτό σας. Αλλά εσείς δεν μάθατε να αγαπάτε τίποτα άλλο εκτός από εσάς. Μητέρα και πατέρα, με γεννήσατε, μα ζωή δεν μου δώσατε. Σας ευχαριστώ παρ’ όλα αυτά για το λίγο νερό, το λίγο ψωμί και τους 4 τοίχους».
Η Ρόζι γνώρισε την γιαγιά Μαίρη που άνοιξε το σπίτι της και την καρδιά της στα εγγόνια που στερήθηκε. Πήγε πρώτη φορά σχολείο στο δημοτικό της κοινότητας, απέκτησε φίλες, καινούργια ρούχα και παπούτσια, αμέτρητα πάρτι γενεθλίων. Είχε απεριόριστα χάδια και αγκαλιές, ασφάλεια και ησυχία. Πάνω από όλα η Ρόζι είχε αυτό που χρειάζεται η καρδιά ενός παιδιού. Αγάπη να γεμίσει, αγάπη να μεγαλώσει, αγάπη να πετάξει.
C.C.
