Όνειρο ήτανε…

Άνοιξε τα μάτια της και βρέθηκε μπροστά στον μεγάλο καθρέφτη. Φορούσε την νυφική της ρόμπα, είχε έναν μεγάλο κότσο τα μακριά μαλλιά της και κρατούσε σφιχτά μια μεγάλη κούπα γεμάτη με καφέ. Τα μάτια της έλαμπαν μέσα από τα γυαλιά της και όσο έβλεπε αυτά τα “BRIDE TO BE” μπαλόνια, η καρδιά της χοροπηδούσε στο στήθος της.

Η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής της! Παντρευόταν τον έρωτά της. Τον καλύτερό της φίλο.

Το κινητό της χτύπησε. Μήνυμα. Εκείνος… “Ανυπομονώ όσο τίποτα να γίνεις γυναίκα μου!”.

Αυτός ήταν πάντα. Αυτός! Το ένιωσε από την πρώτη στιγμή που τον είδε σε εκείνο το μπαρ! Δεν έχει περάσει πολύς καιρός, μα ήταν αρκετός. Δύο άγνωστοι σε κοινή παρέα. Οι κολλητοί τους ζευγάρι, μα εκείνοι δεν είχαν γνωριστεί ποτέ. Έτσι έγινε η αρχή…

Όλα αβίαστα. Λες και ήταν προμελετημένα. Λες και ήταν γραμμένα στης μοίρας το τεφτέρι. Σταδιακά μηνύματα που έγιναν πολύωρα μεταμεσονύχτια τηλεφωνήματα. Αμήχανες έξοδοι, διστακτικά αγγίγματα, μεγάλα χαμόγελα και φωτεινά βλέμματα. Δυο άνθρωποι που κούμπωσαν αμέσως.

Αφού ενώθηκαν οι ψυχές, ενώθηκαν και τα σώματα. Εκεί να δεις κούμπωμα! Ήταν ο ένας το καλούπι του άλλου. Δύο λευκοί καμβάδες που γέμιζαν από τα χρώματα του έρωτά τους.
Ε, δεν άργησε να μπει η ταμπέλα…

“Η Πηνελόπη και ο Ματθαίος έγιναν ζευγάρι!”, έλεγαν οι φίλοι τους και οι κολλητοί τους φούσκωναν από περηφάνεια. Για εκείνους ήταν δεδομένο ότι αυτοί οι δύο άνθρωποι έπρεπε να ήταν μαζί. Ήταν πεπεισμένοι πως ο ένας ήταν το άλλο μισό του άλλου.

Και αγαπήθηκαν… Ω, Θεέ, πόσο αγαπήθηκαν!
Για την Πηνελόπη, ο Ματθαίος ήταν ό,τι καλύτερο της είχε συμβεί. Ξυπνούσε και κοιμόταν με ένα κολλημένο χαμόγελο στο πρόσωπο, το οποίο οφειλόταν σε εκείνον. Ο Ματθαίος ζούσε για εκείνη. Για να την ακούει να γελάει, για να την αγκαλιάζει, να την προσέχει και να τη φροντίζει. Στα εύκολα και τα δύσκολα μαζί. Εραστές και φίλοι.

Ένας έρωτας κινηματογραφικός. Προσχεδιασμένος από μια ανώτερη δύναμη. Μια γυναίκα και ένας άντρας που ζούσαν σαν ένα σώμα. Φοβόταν η Πηνελόπη μήπως είχαν την κατάληξη των μεγάλων κλασικών ερώτων και την κορόιδευε ο Ματθαίος, λέγοντάς της πως θα ήταν διατεθειμένος να πεθάνει για εκείνη. Και τότε κάθονταν με τις ώρες και συζητούσαν. Για όλα! Για τη ζωή, για εκείνους, για τους φόβους τους. Άνοιγαν τις καρδιές τους. Εραστές και φίλοι. Τα είχε όλα το παραμύθι τους…

Και έφτασε η μέρα του γάμου τους…

Η καρδιά της Πηνελόπης χτυπούσε σαν τρελή! Πόσο τον αγαπούσε! Πόσο πολύ τον ήθελε! «Κανένας χρόνος δεν φτάνει για να τον χορτάσω!», έλεγε και ξαναέλεγε. Και το εννοούσε! Έλεγε το όνομά του και γέμιζε η ψυχή της. Εκείνος ήταν πάντα!

Καθόταν στον καθρέφτη και απολάμβανε τον καφέ της μέχρι να έρθουν όλοι και να ξεκινήσουν οι προετοιμασίες. Ήταν τόσο απορροφημένη που δεν άκουσε την πόρτα να ανοίγει. Ήταν τόσο χαμένη στις σκέψεις της, που δεν τον πήρε είδηση να στέκεται πίσω της και να την κοιτάζει μέσα από τον καθρέφτη.

«Πηνελόπη μου; Πού ταξιδεύεις;», την φίλησε στην κορυφή του κεφαλιού και ανατρίχιασε η ραχοκοκαλιά της.
«Ματθαίε, αγάπη μου! Τι θες εδώ; Δεν ξέρεις ότι είναι γρουσουζιά να βλέπει ο γαμπρός την νύφη πριν τον γάμο;»
Γονάτισε μπροστά της και της έπιασε τα χέρια. Τα φίλησε.

«Πηνελόπη μου! Αγάπη μου εσύ! Δεν ξέρω τι θα έκανα χωρίς εσένα! Σε ερωτεύτηκα από την πρώτη στιγμή που σε είδα. Κέρδισες την καρδιά μου με ένα και μόνο χαμόγελό σου! Δεν μπορώ να φανταστώ τη ζωή μου μακριά σου! Δεν αντέχω, όπως βλέπεις, ούτε λεπτό χώρια σου. Δεν ξέρεις πόσες φορές είχα φανταστεί αυτή τη μέρα! Πόσες φορές έχω ονειρευτεί πώς θα είναι η οικογένειά μας! Η ζωή μας! Τίποτα δεν έχει σημασία όταν είμαι μόνος μου! Είσαι η καλύτερή μου φίλη! Είσαι ο έρωτάς μου! Ο κόσμος όλος!»

«Τι σε έπιασε; Μου λες; Με τρομάζεις!»

«Όχι αγάπη μου! Όχι! Σε αγαπάω τόσο πολύ και ήθελα να το ξέρεις… Μόνο αυτό! Τώρα που είμαστε οι δύο μας βρήκα την ευκαιρία και ήρθα να στο πω. Σ’ αγαπάω Πηνελόπη! Σε αγαπάω όπως δεν έχω αγαπήσει ποτέ κανέναν και όπως δεν πρόκειται να αγαπήσω άλλον άνθρωπο ποτέ!»

Γλίστρησε από την καρέκλα και βρέθηκε γονατισμένη μπροστά του. Του χάιδεψε τα μάγουλα και τον φίλησε απαλά.

«Και εγώ σε αγαπάω όσο τίποτα στον κόσμο! Κανένας χρόνος δεν φτάνει για να σε χορτάσω! Ο έρωτας μου μεγαλώνει κάθε μέρα… Είμαι τόσο τυχερή!»
«Όχι, καρδιά μου! Εγώ είμαι τυχερός που σε βρήκα! Εγώ, Πηνελόπη μου! Εγώ!».

Και τη φίλησε… Ξανά και ξανά και ξανά και ξανά… Έλυσε τον κότσο της και πέρασε τα χέρια του από τα μαλλιά της. Έλυσε τη ρόμπα της και μύρισε το δέρμα της. Την πήρε στην αγκαλιά του και την κράτησε σφιχτά πάνω του. Η Πηνελόπη έκλεισε τα μάτια της και αφέθηκε στην αγκαλιά του ανθρώπου που τόσο πολύ αγαπούσε. Ήταν δικιά του και θα ήταν για πάντα…

….

«Πηνελόπη!!! Πηνελόπη!!! Ξύπνα, χριστιανή μου και έχουμε δουλειές!!!».
Το κορμί της άρχισε να τραντάζεται από δύο μαινόμενα χέρια, ενώ το όνομά της ηχούσε στα αυτιά της από κάπου μακριά.

«Πηνελόπη!!! Καλέ!!! Ξύπνα και έχουμε τον γάμο!!! Ξύπνα!!!».

Η λέξη «γάμος» ήταν η μαγική λέξη που χρειαζόταν για να την βγάλει από τον λήθαργο.

«Ναι, Μαρία! Ο γάμος! Πού είναι η άσπρη ρόμπα μου; Τα μπαλόνια;»
«Ποια ρόμπα; Ποια μπαλόνια; Πηνελόπη, είσαι καλά; Τι λες;»
«Ρε εσύ, να εδώ ήταν τα μπαλόνια και εγώ φορούσα τη ρόμπα και ο Ματθαίος ήταν εδώ και…»
«Πηνελόπη, αρχίζω και ανησυχώ! Ο Ματθαίος είναι στο σπίτι του και σε περιμένει! Σε έχει πάρει ήδη δέκα τηλέφωνα για τις βέρες!».

Την χτύπησε κεραυνός.

«Μαρία! Δώσε μου δύο λεπτά να ρίξω λίγο νερό στο πρόσωπό μου!».

Η Πηνελόπη κλειδώθηκε στο μπάνιο. Άνοιξε τη βρύση και άφησε το νερό να τρέξει, ενώ μούσκευε τα μάγουλά της. Τα χάπια την είχαν βοηθήσει να κοιμηθεί. Να κοιμηθεί και να ξεχάσει. Τα μάτια της άρχισαν να τρέχουν ποτάμι. Ξανά! Και αυτό το ποτάμι έγινε ο χείμαρρος που την πήρε και την σήκωσε.

Ήταν η μέρα του γάμου… ΤΟΥ γάμου!
Ο γάμος του Ματθαίου και της Λυδίας!
Ο γάμος του έρωτά της με μια άλλη γυναίκα…
Ο γάμος του καλύτερού της φίλου…
Ο γάμος στον οποίο ήταν κουμπάρα!

Η Πηνελόπη ήξερε πως έπρεπε να ετοιμαστεί και να πάει να σταθεί δίπλα του για να τον παντρέψει. Ήξερε ότι έπρεπε να λάμπει με τη χαρά του. Ήξερε ότι έπρεπε να ξεχάσει και να προχωρήσει.

Ο ήχος της πόρτας σταμάτησε το ποτάμι στα μάτια της.

«Πηνελόπη μου; Είσαι καλά; Ήρθαν όλοι! Πρέπει να ετοιμαστείς!»
«Ναι, Μαράκι μου! Ναι! Βγαίνω αμέσως…»

Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη και σκούπισε τα μάτια της. Δυο λέξεις έπαιζαν σε λούπα στο μυαλό της… «Όνειρο ήτανε…».

Και βγήκε από το μπάνιο για να παντρέψει τον άντρα που αγαπούσε…

Κατερίνα Μοχράνη

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading