Μια προσευχή που ψάχνει όμοιους!

Όμορφο απόγευμα, ανοιξιάτικο, μόλις είχε ψιλοβρέξει και το χώμα μύριζε γη, παρέα με όλες τις ευωδίες του νερού και του ήλιου που στεγνώνει το νερό. Καθόταν σκεφτικός σε ένα παγκάκι στο πάρκο παρατηρώντας τα παιδιά που έπαιζαν αμέριμνα στην παιδική χαρά, με εκείνη την απροσδιόριστη αμφιβολία πως όλα καταρρέουν, αλλά όλα τελικά θα διορθωθούν. Είκοσι χρόνια στην ίδια δουλειά, μην αντέχοντας άλλο, μπήκε το πρωί και παραιτήθηκε, όμορφα, χωρίς φωνές και ξεσπάσματα, διέλυσε την μεγαλύτερη φοβία του. Μην μείνει χωρίς χρήματα. Και τώρα πιο μόνος από ποτέ, σε ένα παγκάκι να υπολογίζει τα έξοδα και τους λογαριασμούς.

Είχε προσθέσει τόσα πολλά στην ζωή του τα τελευταία δέκα χρόνια, δεν περίσσευαν ούτε είκοσι ευρώ για εκείνον. Είκοσι ευρώ; «Αγοράζω ζαμπόν, τυρί και ψωμί για τα παιδιά». Άλλωστε τι τα έκανε, αν δεν μπορούσε να τους παρέχει τα αναγκαία; Και ήταν όλα αναγκαία και οι δάσκαλοι στα ιδιαίτερα, ο αθλητισμός, τα ρούχα, το φαγητό, τα δώρα στα πάρτι, τα δικά τους πάρτι και πλέον που είναι έφηβοι και οι δυο, τα ρούχα τους, τα κινητά, οι έξοδοι… Τι να κόψει και από πού; Άνεργη η γυναίκα του, δούλευε περιστασιακά, αλλά με την αρρώστια της μάνας του, εκείνη έτρεχε και έτσι εγκατέλειψε την δουλειά, γιατί η γυναίκα δεν προλάβαινε να φροντίζει την οικογένεια και το σπίτι και ταυτόχρονα να δουλεύει σε βάρδιες και εξουθενωτικά ωράρια! Λογικό, δεν της ζήτησε ποτέ το αντίθετο! Ήταν πεπεισμένος πως της τα παρείχε όλα, όμως δεν μπορούσε να καταλάβει πως όχι μόνο κουραζόταν διπλά από ότι σε μια δουλειά, μα είχε να αντιμετωπίσει και την δύστροπη μητέρα του, τους δυο έφηβους και εκείνον, έναν άντρα που τα ήθελε όλα στο χέρι. Και όσο εκείνος δούλευε και απαιτούσε να τον φροντίζει, εκείνη διαλυόταν, γιατί όλους τους φρόντιζε, μα κανείς εκείνη. Έτσι του είπε φεύγοντας. «Μεγάλωσα τα παιδιά μας, εσύ έλειπες συνεχώς, επέστρεφες οχτώ και εννιά η ώρα το βράδυ, έτρωγες, κοιμόσουν και την επόμενη ξανάφευγες. Φτάνει! Δεν θέλω να ζήσω όσα χρόνια μου απομένουν έτσι. Φεύγω, έχω κλείσει ταξίδι. Μην με ψάξεις! Τα παιδιά ξέρουν πού θα με βρουν αν με χρειαστούν, καλή τύχη με την μητέρα σου…». Και έτσι κάπως πήρε μορφή και ο δεύτερος φόβος του, εκείνος ο φόβος ο δύσκολος, ο φόβος της μοναξιάς!

Τα πράγματα έγιναν πολύ δύσκολα, καθημερινά πλέον βίωνε, όντας άνεργος, την τρελή κατάσταση του σπιτιού, της μητέρας του, του νοικοκυριού που λίγο γνώριζε και την ζωή των εφήβων που επίσης λίγο γνώριζε. Σε όλα αυτά προστέθηκαν και τα χρέη. Ένας χρόνος μαρτύριο πέρασε από πάνω του, με δυσκολία κατάφερνε να κλείσει συνεντεύξεις για δουλειά και όταν ζητούσε οχτάωρη εργασία ή εργασία από το σπίτι, έχανε το συγκριτικό πλεονέκτημα. Μέσα σε όλα, έλαβε και κλήση από τον δικηγόρο της γυναίκας του για διαζύγιο. Εκείνη μπορούσε να πληρώσει διατροφή, γιατί κατάφερε να βρει την εργασία που της άρμοζε είπε, κερδίζοντας αρκετά χρήματα κάνοντας κάτι ιδιαίτερα αξιομνημόνευτο, που αν δεν έφευγε από τα πρακτικά της καθημερινότητας, δεν θα μπορούσε να συλλάβει. Τον κάλεσε στον κινητό να βρεθούν, να μιλήσουν. Όχι, δεν ήταν μια άσπλαχνη μάνα, ίσως έθεσε κάπως απότομα τις γραμμές που την καθόριζαν, τα όρια που είχαν ξεπεραστεί, μα ένιωθε πως αν δεν το έκανε, θα έσκαγε, θα αρρώσταινε! Στην ζωή της υπήρχε και ένας άλλος, του είπε. Ακόμα ένας φόβος του πήρε μορφή, δεν πίστευε ποτέ πως η γυναίκα του θα σταματούσε να ήταν γυναίκα του. Αποδεκατισμένος, διαλυμένος εσωτερικά, δεν άκουγε, έβλεπε την Χριστίνα απλά να κουνά τα χείλη. Όχι άλλες κουβέντες, έλεος, σκέφτηκε και ευθύς χωρίς να το ορίζει, σωριάστηκε στο έδαφος.

Ξύπνησε ήρεμος, αδρανοποιημένος σε ένα κρεβάτι, δίπλα σε ένα μεγάλο παράθυρο με θέα το βουνό. Δεν είναι σίγουρος πού βρίσκεται, μα είναι όμορφα και ζεστά. Η Χριστίνα θαρρείς και τον παρακολουθούσε, μπήκε στο δωμάτιο χαμογελώντας, ρωτώντας αν αισθάνεται καλά. Έχει υποστεί ελαφρύ καρδιακό επεισόδιο. Περίεργο… σε λιγότερο από δυο χρόνια, όλοι οι φόβοι του πήραν μορφή και τον κατασπάραξαν. Η δουλειά, τα χρέη, το διαζύγιο και τώρα σαν το κερασάκι στην τούρτα, η υγεία του! Και αυτή η γυναίκα, τι θέλει από εκείνον τελικά; Του ζητά διαζύγιο και τον μαζεύει όταν καταρρέει. Όχι, όχι… εκείνος προστατεύει την οικογένεια, εκείνος φροντίζει, εκείνος…

Οι παλμοί ανεβαίνουν, να ηρεμήσει τον εκλιπαρεί. Όλοι είναι καλά, τα έχει τακτοποιήσει, να μην ανησυχεί. Τα παιδιά είναι μαζί της, η μητέρα του έχει άνθρωπο κοντά, τα χρέη θα τα διακανονίσουν όταν συνέλθει. Να ηρεμήσει; Να ηρεμήσει… Κλείνουν τα μάτια, κοιμάται, βυθίζεται… ηρεμεί, όπως του ζητάει η αγάπη της ζωής του. Μεταφέρεται, δεν ξέρει πού, μα νιώθει οικεία. Όλα κυλούν χωρίς χρόνο εδώ και είναι απαλά και γαλήνια. Ναι, θέλει να μείνει, θέλει να ξεκουραστεί, κλείνει τα μάτια με ευχαρίστηση, ο ήλιος τον χαϊδεύει μα πετάγεται, τα παιδιά, τα παιδιά τι θα απογίνουν; Παραμιλά, ξυπνά, κοιμάται, δεν ξέρει αν ζει ή όχι και το κορμί του δεν δίνει σημάδια ύπαρξης, δεν τον βοηθάει ούτε λίγο. Ζει, χωρίς να ζει. Είκοσι ημέρες παλεύει με τους κόσμους, τον εδώ και τον εκεί, ταλαντεύεται, ψυχορραγεί. Ένα χάδι τον κρατά μόνο και δυο φωνές που τον γυρνούν πίσω, τα παιδιά τους.

Συνέρχεται μετά από ημέρες, τρώει, πίνει, νιώθει καλά λέει. Τι να πει; Πώς να εξηγήσει τα συντρίμμια του;

Είναι στο νέο σπίτι της Χριστίνας. Είναι και ο άλλος εκεί υποθέτει, τι ξεφτίλα είναι αυτή, να τον «μαζεύει» ο γκόμενος της γυναίκας του; Πόσο πάτο έχει πιάσει η αξιοπρέπειά του; Δεν αντέχει άλλο. Σηκώνεται να αλλάξει, να φύγει θέλει, να πάει σπίτι του, μα εκείνη τον σταματά. Έχει πρόταση, την ακούει, δεν αντιλαμβάνεται, προσπαθεί να καταλάβει… Να πάρει! Τι του λέει; Του βρήκε δουλειά, λίγες ώρες για αρχή μέχρι να γίνει καλά, μπορεί εκείνος να καθορίσει τις ώρες που θέλει να δουλεύει, πρωί μεσημέρι βράδυ, όποτε κάνει κέφι, αρκεί να παραδίδει στην συμφωνημένη ημερομηνία. Δεν χρειάζεται φυσική παρουσία, τα χρήματα δεν είναι πολύ καλά, αλλά αρκούν για αρχή. Τι λέει; Τι να πει; «Θα το δούμε…» απαντά απρόθυμα προσπαθώντας να κλείσει την βαλίτσα του, να φύγει, απλά να φύγει.

Ανοίγει την πόρτα του δωματίου, δεν τον χωρά ο τόπος και μένει σαστισμένος, χαζεύει, αντικρίζοντας ανθρώπους με ορούς, σε καροτσάκια ή ξαπλωμένους ολόγυρα στους καναπέδες. Ο χώρος είναι μεγάλος ειδικά διαμορφωμένος σε καθιστικό. Κοιτάζει την Χριστίνα και απορεί. «Είναι ο χώρος που έφτιαξα, Δημήτρη. Οι άνθρωποι έχουν δικαίωμα στην εργασία σε κάθε κατάσταση της ζωή τους. Εδώ μπορούν να δουλεύουν με τις εταιρείες που συνεργάζομαι, να κάνουμε παρέα και να ξεκουράζονται στα δωμάτιά τους όταν χρειαστεί. Υπάρχουν και γιατροί εθελοντές. Είναι η δουλειά που σου πρότεινα, αν θέλεις μπορείς να δοκιμάσεις»

Και δοκίμασε! Ένας όρος υπήρχε μόνο. Το καλό και την υποστήριξη που συναπάντησε στην κρίσιμη στιγμή της ζωής του, να την ανταποδώσει.

Δυσκολεύτηκε να σταθεί στα πόδια του, κυριολεκτικά και οικονομικά, η Χριστίνα τον στήριξε, παρόλο τον χωρισμό τους, διατήρησαν μια όμορφη σχέση αγάπης και όσο και αν τον ενοχλούσε που άλλος άνδρας υπήρχε στην ζωή της, την θαύμαζε που προσπάθησε και πέτυχε να αλλάξει την ζωή της. Κάποιες φορές είναι απαραίτητο να τα χάσεις όλα, ευκαιρίες δίνονται και πόρτες που αν δεν φοβηθείς να περάσεις, εκτός από «τέρατα» έχουν και αλήθειες που πονούν, μα σαν ξεπεραστούν σε κάνουν πιο δυνατό, πιο ανθρώπινο και με το συστατικό που έχει εκλείψει στην ζωή μας. Την αγάπη!

Ελένη Ρέγγα

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading