Όχι, φίλε μου, δεν θα δικαιολογηθώ. Άντρας είμαι, θα συμβεί κάποιες φορές. Την σέβομαι την Μαρία, εννοείται. Γυναίκα μου είναι. Την σέβομαι και την αγαπώ. Άλλωστε εγώ την διάλεξα. Φίλε, ήταν τόσο όμορφη όταν ήταν νεότερη! Να έβλεπες κάτι μακριά μαύρα μαλλιά και αυτά τα μάτια της τα καστανά, με μια σπιρτάδα στο βλέμμα! Πω πω! Μην το συζητήσεις!
Την πρώτη φορά που με είδε δεν με συμπάθησε και το έδειξε κατευθείαν. Πείραζα, βλέπεις, όλα τα κορίτσια του χωριού και σε μερικές σήκωνα και τα φουστάνια τους. Σπάγαμε πλάκα με τους άλλους σαν νεούδια που ήμασταν. Και ένα απόγευμα αράζαμε στην βρύση με τους άλλους και πειράζαμε τις κοπέλες. Η Μαρία είχε καταγωγή από το χωριό, αλλά δεν έμενε εκεί. Έμενε στην Αθήνα, ήταν πρωτευουσιάνα. Ερχόταν τα καλοκαίρια έμαθα αργότερα, αλλά δεν την είχε πάρει το μάτι μου. Ένα απόγευμα, που λες, αράζαμε στην βρύση και πειράζαμε τις κοπέλες. Ξέρεις, τους λέγαμε προστυχιές και τέτοια. Χαζομάρες της νεότητας. Εκείνη την ώρα που έφτανε, είπα εγώ κάτι στην Κίτσα – την θυμάσαι ρε φίλε την Κίτσα; Τι χαζή που ήταν! Χαχαχα! -, το άκουσε η Μαρία και μου έριξε ένα βλέμμα γεμάτο αυστηρότητα. Ένιωσα κατευθείαν την ανάγκη να της δικαιολογηθώ. Η πρώτη φορά που της απεύθυνα τον λόγο ήταν απολογητική, ότι απλώς πείραζα την Κίτσα, όπως όλοι μας. Δεν μου μίλησε καν εκείνη τη μέρα. Αλλά, φίλε, την γούσταρα τόσο πολύ! Ξεκίνησα να την κορτάρω. Έκανα μπάνιο καθημερινά, παρφουμαριζόμουνα και στηνόμουν με τις ώρες στην βρύση μπας και την πετύχω μόνη της και της πω καμιά κουβέντα. Δεν μου έδινε σημασία ρε! Σε ποιον; Σε μένα! Δυο μέτρα άντρας και το Μαράκι με είχε γραμμένο! Αλλά δεν κώλωσα. Έπιασα φιλίες με τον πατέρα της. Και μετά από δυο μήνες, μια μέρα που τα τσούξαμε λιγάκι παραπάνω, την ζήτησα. Δεκαεφτά χρονώ το Μαράκι τότε. Παντρευτήκαμε την επόμενη χρονιά με τις ευχές του πατέρα της και την έφερα να ζήσουμε στο χωριό.
Ωραία περνάγαμε ρε φίλε με την Μαρία. Νοικοκυρά καλή, μου έκανε και τρία παιδιά. Αλλά με τα χρόνια άρχισε να γίνεται πολύ επικριτική. Πολύ επικριτική σου λέω! Γιατί άργησα να γυρίσω, γιατί μύριζα άρωμα, γιατί έβαλα ένα ποτήρι κρασί με το φαγητό… Γιατί έτσι μου γουστάρει! Άντρας δεν είμαι; Ό,τι θέλω θα κάνω! Κι άμα λάχει να σηκώσω χέρι, καλά κάνω. Κάποιον λόγο θα έχω να σηκώσω χέρι. Μην ακούς τις υπερβολές της, ότι δήθεν την τουλούμιαζα στο ξύλο. Μπούρδες είναι αυτά. Ε, καμιά σφαλιαρίτσα να της έριχνα πότε πότε. Κι αν μου ξέφευγε καμία πιο δυνατή, ζητούσα συγνώμη μετά. Τα τιμάω εγώ, ρε, τα παντελόνια μου. Αν κάνω λάθος θα ζητήσω συγνώμη, τι νομίζεις; Έτσι κάνουν οι άντρες.
Και η μίρλα για το ποτό με ενοχλεί, φίλε, απίστευτα. Γιατί ήπια δύο ποτήρια με το φαΐ, γιατί ήπια τρία, γιατί άδειασα δυο μπουκάλια τσίπουρο όταν κέρδισε η ομαδάρα… Άντρας είμαι ρε, όποτε μου γουστάρει θα πιω! Θα μου πει η Μαρία και η κάθε Μαρία τι θα κάνω; Έλα σε παρακαλώ, να είμαστε λίγο σοβαροί. Ας κοιτάξει εκείνη να έχει συγυρισμένο το σπίτι, που όπου κοιτάξω έχει σκόνη κι άσε με εμένα να κάνω τα δικά μου.
Α, και τις προάλλες δεν σου είπα τι έγινε… Είχα όρεξη, ρε, ξέρεις. Κι εκείνη μου το ’παιζε ότι και καλά δεν ήθελε. Το κάνει αυτό μια στο τόσο, αλλά τελικά ενδίδει. Ναι, ρε, φυσικά και ήθελε, τι νόμιζες; Απλώς θέλει λίγο παραπάνω πίεση. Τελικά όμως γουστάρει και η ίδια στο τέλος. Άλλωστε γυναίκα μου είναι, πρέπει να μου κάθεται. Είναι στα συζυγικά της καθήκοντα. Τέλος πάντων, πάλι μου το ’παιζε ότι δεν ήθελε, έλεγε άσε με και τέτοια. Αλλά στο τέλος μου ’κατσε. Και την επόμενη μέρα τι γυρνάει και μου λέει; Ότι είμαι αναίσθητος και γουρούνι, επειδή πήρα αυτό που ήθελα. Μου γύρισε και μένα το μυαλό και της έριξα δυο ξανάστροφες όλες δικές της. Που θα με πει εμένα αναίσθητο και γουρούνι! Άσε ρε, δεν είναι για τίποτα η κοπέλα! Ούτε γι’ αυτό δεν είναι πια. Καλά κάνω και πάω στης χήρας. Αυτή δεν μου λέει ποτέ όχι. Ξέρει ότι είμαι γνήσιο αρσενικό και έχει τον τρόπο της να ικανοποιεί τον άντρα.
Τέλος πάντων, τις προάλλες είχε φτιάξει μακαρόνια με κιμά. Μας έχει ταράξει στο μακαρόνι. Ένα μουσακά, ένα παστίτσιο χάθηκε ο κόσμος να φτιάξει; Μη στα πολυλογώ, της είπα ότι ήταν ανάλατο το φαγητό και εκείνη άρχισε να μου φωνάζει ότι δεν είμαι ικανοποιημένος με τίποτα και πως πάντα κάτι μου φταίει και ότι ήθελε να με αφήσει. Ακούς; Να με αφήσει! Εμένα; Πού θα βρει άλλον ρε να την ανεχτεί με τόσα κουσούρια κι έτσι όπως έχει ζαρώσει, μου λες; Της είπα κι εγώ ότι είμαι ο άντρας της και δεν θα με αφήσει αν δεν το πω εγώ. Μου φώναζε ότι ξέρει καιρό για την χήρα και ότι θέλει διαζύγιο. Με το που άκουσα την λέξη διαζύγιο θόλωσα. Ε, της έριξα δυο μπατσίτσες, μη νομίζεις τίποτα τρελό κι εκείνη έφυγε από το σπίτι τρέχοντας και πήγε στο τμήμα.
Ήρθαν οι μπάτσοι και με μπουζούριασαν ρε με την καριόλα που με κατήγγειλε, για ενδοοικογενειακή βία! Ακούς; Επειδή ρίξαμε δύο μπατσίτσες στην γυναίκα μας για να μαζευτεί! Άντρας είμαι, ρε φίλε, το ’χω στο αίμα μου, έτσι κάνουν τα αρσενικά. Δεν θα δικαιολογηθώ, δεν χρειάζεται κιόλας. Εσύ με καταλαβαίνεις…
Νίκη Τσακίρη
