Το γουρούνι της Τζουλιέτας!

Η Τζουλιέτα ήταν όμορφη κοπέλα! Όταν το στήθος και οι μηροί της ξεπετάχτηκαν και είδε πόσο εντύπωση έκανε στους άνδρες, αποφάσισε πως αυτό ήθελε στην ζωή της. Τον θαυμασμό των ανδρών!

Δούλεψε μέχρι τα δεκαοχτώ στον φούρνο των γονιών της και με τις λίγες οικονομίες νοίκιασε ένα δωμάτιο και το στόλισε με όλα τα γυναικεία όπλα της. Ένα διπλό κρεβάτι που το έστρωσε με την βελούδινη κουβέρτα από την προίκα της, ένα παραβάν με παραστάσεις λουλουδιών στην μπροστινή όψη και ένα μπουντουάρ στο οποίο άπλωσε τις πομάδες, τα αρώματα και τα καλλυντικά της. Δεν έβαλε κανέναν πάνω από το κεφάλι της, κανέναν συνέταιρο στην τσέπη της, εκείνη όριζε το κορμί της και αν κάποιος δεν της άρεσε, δεν δεχόταν να κοιμηθεί μαζί του.

Ντυνόταν θηλυκά, μα ποτέ πρόστυχα, συνήθως με φούστες στενές κάτω από το γόνατο που τόνιζαν τα οπίσθιά της και μπλούζες κολλητές πότε ζιβάγκο, πότε με ντεκολτέ, δημιουργώντας την αίσθηση ενός πληθωρικού στήθους, που «έβγαζε μάτι». Ήταν νταρντανογυναίκα και ήξερε πώς να παίζει με την εικόνα της. Τελευταία αλλαγή, τα ξανθά κοντά μαλλιά αλλά Μέριλ Μονρόε και οι κόκκινες γόβες που δεν αποχωρίζονταν σχεδόν ποτέ.

Ζούσε στην γειτονιά και είχε θέσει τους όρους της. Μόνο ξενομερίτες, όχι παντρεμένους και όχι από την γειτονιά της. Οι περισσότεροι άλλωστε ήταν συμμαθητές της, γνώριζε τις γυναίκες τους. Όχι, η Τζουλιέτα δεν έκλεινε σπίτια, αγαπούσε και δινόταν, με ανταλλάγματα, αλλά αγαπούσε!

Αγάπησε τον Αντώνη, έναν όμορφο μουσάτο τύπο, με καμπάνα παντελόνια και παλτά παρδαλά. Έλαμπε δίπλα του, λες και η αγάπη την μεταμόρφωνε και ακτινοβολούσε την εικόνα του!

Παιδί ακόμα, θαύμαζα το ζευγάρι, ήταν τόσο όμορφοι, τόσο ταιριαστοί, τόσο νέοι, τόσο ρομαντικοί! Έβλεπα τον Αντώνη με το σπορ αυτοκίνητο να την περιμένει έξω από το δωμάτιό της και εκείνη σαν βραδινή οπτασία να κλείνει την πόρτα και να τον φιλά, να μπαίνουν στο αυτοκινητάκι, όπως στις παλιές ταινίες και να φεύγουν ερωτευμένοι!

Εξαφανίστηκε αρκετό καιρό η Τζουλιέτα και ήρθε μετά από χρόνια με τον Αντώνη, κρατώντας τα σχέδια της πολυκατοικίας που θα έκτιζαν. Είχαν αγοράσει το οικόπεδο που ήταν το δωματιάκι της Τζουλιέτας και έκαναν σχέδια να παντρευτούν. «Να, εδώ θα είναι ο κήπος, εδώ ο πρώτος όροφος ο δεύτερος και ο τρίτος…» έλεγαν και μαζευόντουσαν όλοι δίπλα στο ζευγάρι που με προθυμία απαντούσε σε όλες τις ερωτήσεις, να χαζέψουν μαγεμένοι την πρώτη πολυκατοικία της γειτονιάς στα σχέδια του μηχανικού. Και ήταν εντυπωσιακή πολυκατοικία, στα χρώματα της εποχής, μοντέρνα, με καφέ αλουμίνια και συνδυασμούς καφέ σκούρου και ανοιχτού μπεζ τα χρώματά της.

Πόσοι ευτυχισμένοι ήταν και οι δυο και ας οι γλώσσες οι κακές έλεγαν «Με το «αυτό» της, την έκτισε την πολυκατοικία». Η Τζουλιέτα όμως δεν ήταν πόρνη! Ήταν μια γυναίκα που αγάπησε πολύ, τον λάθος άνδρα.

Ένα βράδυ τον τσάκισαν στο ξύλο τον Αντώνη, κουσούρι του έμεινε το κουτσό πόδι, τα παιδιά με την φαντασία τους έλεγαν ότι ήταν ξύλινο, του το είχαν κόψει, η Τζουλιέτα τον γλίτωσε πριν τον σκοτώσουν, ποιος ξέρει τι τους έταξε. Τάμα έκανε να σωθεί ο Αντώνης της, να αγοράσει καμπάνα για την εκκλησία της ενορίας, μα σαν πήγε στον παπά, εκείνος δεν δέχτηκε τα «άτιμα» χρήματά της! Απόβλητη ακόμα μια φορά, έφυγε πληγωμένη, μια ζωή θυμόταν την κουβέντα του παπά, μέχρι τα τελευταία της, το έφερνε στην μνήμη, «πικρό ήταν το όχι του» έλεγε, «με πλήγωσε βαθιά η άρνησή του, μα την πίστη μου ευτυχώς δεν την έχασα».

Ακόμα και όταν ο Αντώνης έφυγε και την άφησε πνιγμένη στα χρέη, την πίστη στον εαυτό της δεν την έχασε! Χρώσταγε η Τζουλιέτα παράδες αρκετούς για την πολυκατοικία και για τον Αντώνη, μα κάτω δεν το έβαζε! Κόσμος μπαινόβγαινε στο ρετιρέ που κράτησε για εκείνη, «όλοι άνδρες» έλεγε η κουτσομπόλα η Σωτήρω! Ήταν η εποχή που η Τζουλιέτα δίπλα στον κήπο σε ένα κλειστό χώρο που προοριζόταν για πάρκινγκ έβαλε ένα γουρούνι και το έκλεισε μπροστά με παλέτες και μαντρότοιχο. Το χαζεύαν τα παιδιά και γέλαγαν γιατί του είχε κρεμάσει μια ταμπέλα ξύλινη στο λαιμό με το όνομα «ΑΝΤΩΝΗΣ». «Έφυγε στην Αμερική ο Αντώνης» έλεγε η Τζουλιέτα όταν την ρώταγαν τα παιδιά πού είναι και πέταγε ντομάτες στο γουρούνι από μακριά, με το κομπινεζόν να ανεμίζει ξεδιάντροπα. Κάποια εποχή δεύτερο γουρούνι πήρε η Τζουλιέτα και ο Αντώνης το γουρούνι, έμεινε έγκυος! Ήταν θηλυκό, δεν το ήξερε, γέμισε με γουρουνάκια το πάρκινγκ. Χαριτωμένα και βρώμικα έψαχναν τα μαστάρια του Αντώνη που προέκυψε… Αντωνία!

Μετά από κάποια χρόνια που η δυσωδία στην γειτονιά ήταν μεγάλη, τα πούλησε τα γουρούνια η Τζουλιέτα, γέλαγε όταν έδινε τον Αντώνη. «Αυτό να το προσέχεις, να το σφάξεις τελευταίο» φώναζε αυτάρεσκα και σαν τρελή γέλαγε με μια γνώση που μόνο εκείνη κατείχε. «Ήθελε να την παντρευτεί, μα εκείνη είπε όχι. Αυτός την έβαζε και κοιμόταν με άλλους. Και όταν εκείνη του είπε πως δεν θέλει άλλο, την έσπασε στο ξύλο και έφυγε, την άφησε στα χρέη από τον τζόγο» έλεγε η αδερφή της η φουρνάρισσα.

Δυο «σπίτια» άνοιξε η Τζουλιέτα σε άλλες γειτονιές μετά τον Αντώνη, στη γειτονιά μας είχε μόνο το ρετιρέ και νοίκιαζε τα διαμερίσματα της υπόλοιπης πολυκατοικίας. Μόνη της τα δούλευε τα σπίτια, μόνο εκλεκτούς πελάτες, λίγους και πλούσιους, κανείς δεν μάθαινε πού τους έβρισκε ή πού την έβρισκαν. Ήθελε σπίτια να μην δίνει στόχο. Έκανε χρήματα πολλά είπαν, ξεχρέωσε τα χρωστούμενα, μα παιδιά δεν θέλησε να κάνει, η οικογένειά της την διέγραψε! Εκείνη τους πήγαινε χρήματα, κράτησε επαφή με την αδελφή της, σπούδασε την ανεψιά της, την προίκισε, της έδωσε και ένα διαμέρισμα να μείνει με την οικογένειά της. Το πούλησε η ανηψιά, ήταν κακή επιρροή είπε η Τζουλιέτα για την κόρη της και έφυγε μακριά, αφήνοντας ακόμα μια φορά πικραμένη την Τζουλιέτα, την πόρνη!

Μεγάλωσε χωρίς αγάπη, μέσα στην κραιπάλη και η ομορφιά της έσβησε με τον καιρό. Αναγκαστικά έβαλε στα σπίτια της δυο άλλες. Κανείς δεν τις ήξερε, μετανάστριες έλεγε η Σωτήρω, τις «έβγαλε στο κλαρί ή άτιμη».

Στα γεράματά της, μόνη μα όχι ξεχασμένη, με μια καρέκλα ξύλινη καθόταν στον παραμελημένο κήπο, στην ερειπωμένη πολυκατοικία και μίλαγε στους περαστικούς. Όλοι σταμάταγαν, πάντα είχε μια ευχή καλή για όλους και όλους μας θυμόταν, παιδιά και μεγάλους. Βρώμικη με πολλά κιλά, κάπνιζε και αναπολούσε, έλεγε ιστορίες από την ζωή της. Ο κόσμος την λυπόταν, της πήγαινε φαγητό αν και χρήματα είχε πολλά ισχυριζόταν η ίδια, μα κανείς δεν την πίστευε, γιατί η ζωή που έκανε ήταν σαν ζητιάνας. Δεν ήθελε να χαλάσει χρήματα έλεγαν οι φήμες, ούτε μια γυναίκα να πάρει να καθαρίσει, με σκισμένα ρούχα, τις περισσότερες φορές ξυπόλητη καθόταν στον κήπο. Η μορφή της δεν θύμιζε τίποτα από την όμορφη γυναίκα που ήταν στο παρελθόν. Είχε εμμονή πως θα την κλέψουν και δεν έφευγε ποτέ από το σπίτι. Η αδελφή της, προσπάθησε να την πείσει να πάει σε ένα ίδρυμα ηλικιωμένων να την προσέχουν, μα εκείνη δεν θέλησε. Έσβησε μονάχη στο βρώμικο κρεβάτι της, δίπλα από σακουλές σκουπιδιών που ξεχείλιζαν χρήματα! Την μεγάλη περιουσία ακινήτων που διέθετε και που αποκαλύφθηκε μετά τον θάνατό της, όπως και τα μετρητά που βρέθηκαν στο σπίτι, τα «έγραψε» στην κόρη της ανιψιάς της, σε δυο ορφανοτροφεία και στην ενορία της, με τον όρο να αλλάξουν καμπάνα και να χαράξουν πάνω «Δωρεά από την μεγάλη ευεργέτρια της ενορίας μας, Τζουλιέτα».

Ελένη Ρέγγα

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading