«Αυτό εδώ, είναι το μωρό μας! Να το ταΐσουμε να μεγαλώσει!»
«Και μετά θα παντρευτούμε, εντάξει;»
«Μα τι λες, Μάρκο; Είμαστε παιδιά! Δεν παντρεύονται τα παιδιά!»
«Καλά! Τότε θα παντρευτούμε όταν μεγαλώσουμε! Εντάξει, Αγνή;»
«Εντάξει! Μου δώνεις το γάλα να ταΐσω το μωράκι;»
*****
Ο Μάρκος καθόταν στην κουπαστή του καραβιού όπου δούλευε και χάζευε φωτογραφίες της Αγνής στο κινητό του. Αυτά τα γ@μημ€να social media τον είχαν καταστρέψει! Σε κάθε της φωτογραφία, δεν μπορούσε να ξεκολλήσει τα μάτια του από πάνω της. Κάτι τον μαγνήτιζε… Θες τα ξανθά μαλλιά της; Τα γαλάζια, σαν τον ουρανό, μάτια της; Το χαμόγελό της; Δεν μπορούσε να το εντοπίσει. Για το μόνο που ήταν σίγουρος ήταν πως δεν χόρταινε να την κοιτάει. Όπως ακριβώς όταν ήταν μικρά παιδιά και έπαιζαν μαζί στο σχολείο.
Τότε ήθελε να την παντρευτεί… «Εγώ όταν μεγαλώσω θα παντρευτώ την Αγνή!» και εκείνη απαντούσε. «Και εγώ θα παντρευτώ τον Μάρκο!». Σιγά μη το άφηνε να πέσει κάτω!
Ανάθεμά και αν ήξεραν -τότε- πόσο θα άλλαζαν οι ζωές τους… Μακάρι! Αθώα μικρά παιδιά! Ατρόμητα! Γεμάτα όνειρα και επιθυμίες που θεωρούσαν πως θα πραγματοποιηθούν με το χτύπημα των δαχτύλων τους. Καμία σχέση…
Λένε πως οι παιδικοί έρωτες δεν ξεχνιούνται και έχουν δίκιο. Πάντα θα αγαλλιάζουν τις ψυχές και θα γεμίζουν με ζεστασιά και νοσταλγία τις καρδιές. Κάπως έτσι ένιωθε και ο Μάρκος όταν την έβλεπε. Ζεστασιά και αγάπη. Αγνή αγάπη! «Όνομα και πράγμα!», σκέφτηκε και αμέσως έκλεισε το κινητό του και συνέχισε να αγναντεύει τη θάλασσα αφήνοντας τις σκέψεις του να ταξιδέψουν.
Είχαν περάσει τόσα χρόνια από τότε… Από την πρώτη ανακοίνωση ότι θα την παντρευτεί. Η ζωή του έπαιξε περίεργα παιχνίδια. Ζορίστηκε. Πιέστηκε. Άλλαξε. Πάλεψε σκληρά για να γίνει ο άντρας που ήταν. Τις τρικυμίες και τις φουρτούνες δεν τις φοβόταν και για αυτό έγινε ναυτικός. Μια θάλασσα η ζωή του έτσι κι αλλιώς και εκείνος μαζί της. Πιστός ακόλουθος.
Η Αγνή προχώρησε… Έφυγε για σπουδές μακριά, γνώρισε καινούργιους ανθρώπους, έφτιαχνε αναμνήσεις που θα έμεναν ανεξίτηλες στην καρδιά της και μεγάλωνε όμορφα. Όχι μόνο εξωτερικά, αλλά και εσωτερικά. Το πανέμορφο μικρό κορίτσι, έγινε μια υπέροχη γυναίκα. Ωρίμασε. Προσδιόρισε τις ανάγκες και τις επιθυμίες της και πάντα προσπαθούσε να τις φέρει εις πέρας. Κυνηγούσε τα όνειρά της. Έδιωχνε καθετί που τη σκοτείνιαζε και πάντα έψαχνε το φως. Γινόταν ένα μαζί του και πορευόταν…
Είχαν φτιάξει και οι δύο τις ζωές τους με άλλους ανθρώπους, αλλά πάντα όποτε τύχαινε και έπεφτε ο ένας πάνω στον άλλον -κυριολεκτικά και μεταφορικά-, γέμιζαν οι καρδιές και οι ψυχές με αγάπη και ζεστασιά. Παιδικός έρωτας αφού! Μια φωτογραφία ή μια τυχαία (;) συνάντηση ήταν αρκετή για να ανάψει μια μικρή φλογίτσα στις καρδιές και των δύο. Ποτέ δεν την έσβησαν, μα δεν έκαναν και τίποτα για να την κάνουν πυρκαγιά.
Ή τουλάχιστον έτσι πίστευαν…
Περνούσε ο καιρός. Η Αγνή στην συμπρωτεύουσα, ο Μάρκος στα καράβια και οι ζωές τους να προχωράνε παράλληλα, όμως βαθιά μέσα τους πίστευαν πως κάποια στιγμή θα βρεθεί το σημείο που θα τις ενώσει. Και ήρθε… Ένα καλοκαίρι!…
*****
«Δεν μπορώ άλλο! Είπαμε να πάμε διακοπές να περάσουμε καλά και το μόνο που κάνουμε είναι να τσακωνόμαστε!»
«Εσύ δεν μπορείς να ηρεμήσεις, Αγνή! Εγώ μια χαρά ήρεμος είμαι!»
«Α! Ok… Εγώ θα βγω η κακιά της ιστορίας… Μάλιστα! Τι να πω! Χρειάζομαι λίγο αέρα! Πάω μια βόλτα στο κατάστρωμα!».
Η Αγνή μόλις άνοιξε την πόρτα και τη φύσηξε ο αέρας, ένιωσε αμέσως πολύ καλύτερα. Δεν είχε περάσει καθόλου καλά σε αυτές τις διακοπές. Σε αυτές τις ρομαντικές διακοπές με τη σχέση της. Πίστευε πως θα τους βοηθούσε να μείνουν λίγο μόνοι τους. Να προσπαθήσουν να ξαναφτιάξουν τη σχέση τους, μα όταν ραγίζει το γυαλί, δεν ξανακολλάει…
Δεν της έβγαινε. Δεν ένιωθε το ίδιο. Δεν μπορούσε να προσπαθήσει άλλο. Ήταν μάταιο…
Ένιωθε λες και το τέλος είχε μπει ήδη μέσα της, μα για κάποιο λόγο της ήταν πολύ δύσκολο να το παραδεχτεί…
‘Καλό παιδί μωρέ’. ‘Ωραία περνάμε’. ‘Έχει περάσει και τόσος καιρός που είμαστε μαζί’…. Αυτά σκεφτόταν και αυτά κρατούσαν την ελπίδα ζωντανή, μα κάτι μέσα της τής έλεγε πως η ζωή της επρόκειτο να αλλάξει και μάλιστα πολύ γρήγορα.
Όταν το καράβι έκανε την πρώτη στάση της επιστροφής προς το λιμάνι του Πειραιά, η Αγνή έμεινε στην κουπαστή να χαζεύει τον κόσμο που μπαινόβγαινε στο καράβι, μα η μοίρα είχε άλλα σχέδια για εκείνη.
«Αποκλείεται αυτός να είναι ο Μάρκος!», σκέφτηκε. Μα σαν είδε πιο καθαρά, βεβαιώθηκε. «Είναι ο Μάρκος!». Κουνούσε τα χέρια της προς το μέρος του, μα εκείνος δεν την έβλεπε. Προσπάθησε να φωνάξει, αλλά εγκατέλειψε τη προσπάθεια. Ο θόρυβος από το καράβι θα κάλυπτε τη φωνή της. Δεν έφυγε όμως… Έμεινε εκεί στην κουπαστή να τον χαζεύει που δούλευε στο καράβι που ήταν δεμένο παραδίπλα από το δικό τους και όταν αναχώρησε του έστειλε ένα μήνυμα έχοντας ένα τεράστιο χαμόγελο ζωγραφισμένο στα χείλη της. Δεν χρειάστηκε να πει κάτι παραπάνω από «σε βλέπω!».
Αυτές οι δύο μικρές λέξεις ήταν αρκετές για να κάνουν τον Μάρκο να χάσει τη γη κάτω από τα πόδια του. Όταν συνειδητοποίησε τι ακριβώς είχε συμβεί, την έψαχνε σαν τρελός. Κοιτούσε δεξιά και αριστερά και μετά πάλι το μήνυμα και αυτό μέχρι να πάρει απάντηση από εκείνη ότι επιστρέφει πίσω στον Πειραιά. Αν μπορούσε να κολυμπήσει για να την προλάβει, θα το έκανε. Τόσο μεγάλη ήταν η λαχτάρα του!
Και κάπως έτσι, ξεκίνησαν μετά από πολύ καιρό να μιλάνε. Και να μιλάνε… Και να μιλάνε… Όπως τότε που ήταν φίλοι στο σχολείο και χωρίς να το καταλάβουν άρχισαν να φτιάχνουν τη δικιά τους φούσκα και μπήκαν μέσα. Ο ένας, η ασφάλεια του άλλου. Βλέπεις, κάποια πράγματα δεν ξεχνιούνται… Και μετά ήταν και το άλλο…. Πόσο τυχαίο να ήταν που βρέθηκαν τα δύο καράβια δεμένα το ένα δίπλα στο άλλο σε ένα Κυκλαδίτικο νησί, ένα καλοκαιρινό απόγευμα; Δεν τα βάζεις με τα παιχνίδια της μοίρας… Απλά τα ζεις!
…
«Θέλω να κοιμηθούμε μαζί! Και το εννοώ! Να κοιμηθώ δίπλα σου θέλω. Μόνο αυτό!», της είπε ο Μάρκος, καιρό μετά την τυχαία συνάντηση των καραβιών και το εννοούσε. Καμία ερώτηση. Εξέφρασε την επιθυμία του και περίμενε την απάντησή της με ανυπομονησία. Η Αγνή, όσο και αν το σκεφτόταν γιατί ακόμα τα πράγματα στη ζωή της ήταν μπερδεμένα, δεν δίστασε. Η επιθυμία του, επιθυμία της!
Πρώτη φορά οι δυο τους μαζί. Αγκαλιασμένοι και μόνοι τους. Εκείνος και εκείνη. Ένας παιδικός έρωτας σε ένα ενήλικο κρεβάτι. Δύο ψυχές ενωμένες και ασφαλείς. Δύο σώματα που αφέθηκαν στην αγκαλιά του Μορφέα, όπως ακριβώς της είχε ζητήσει ο Μάρκος μα… όταν οι ψυχές και οι καρδιές επικοινωνούν, τα σώματα δεν ελέγχονται. Αφέθηκαν… Σε ό,τι ήταν αυτό που τους καλούσε… Πες το έρωτα… Πάθος… Απωθημένο… Ανάγκη… Μοίρα… Δέθηκαν και δόθηκαν… Δεν υπήρχε τίποτα να τους φρενάρει…΄Ήταν απλά ο Μάρκος και η Αγνή.
*****
«Δεν μπορώ να το πιστέψω ότι μετά από τόσα χρόνια, όχι μόνο κατάφερα να κρατήσω τον λόγο μου, αλλά έκανα το μεγαλύτερό μου όνειρο πραγματικότητα! Μου φαίνεται απίστευτο!», της είπε ο Μάρκος και τη φίλησε απαλά.
«Θυμάσαι την πρώτη φορά που… τέλος πάντων, κοιμηθήκαμε μαζί;»
«Μα καλά; Αυτό θυμήθηκες; Επίσης, πώς γίνεται να είσαι τόσο όμορφη; Μου λες;»
«Μη με κάνεις να γελάω μωρέ! Πού την είδες την ομορφιά ήθελα να ήξερα… Σκέτη ταλαιπωρία είμαι! Επίσης, αυτό το θυμήθηκα γιατί αν δεν ήταν εκείνη η βραδιά, δεν θα ήμασταν εδώ. Θα συνεχίζαμε απλώς να μιλάμε, εγώ θα ήμουν ακόμα σε σχέση με άλλον και οι ζωές μας θα ήταν πολύ διαφορετικές!»
«Καλά, πιστεύεις πως θα σε άφηνα να είσαι με άλλον; Τι λέει το κοριτσάκι; Αφού εγώ θα σε παντρευόμουν! Στο είχα πει όταν πηγαίναμε σχολείο!»
«Ναι, ξέρεις, δεν ήταν μόνο στο χέρι σου αυτός ο γάμος, Μάρκο μου!»
«Ναι, δυσκολεύτηκες να με παντρευτείς, Αγνή μου! Το βλέπω! Κοίτα… Κοίτα πώς λάμπει το μονόπετρο και η βέρα στο χέρι σου. Κοίτα! Λένε ‘Μάρκος!’ από χιλιόμετρα!»
«Μπορείς να μη φωνάζεις γιατί θα τον ξυπνήσεις;».
Ο Μάρκος και η Αγνή κοίταξαν γεμάτη αγάπη τον τυλιγμένο στη γαλάζια κουβερτούλα του γιο τους που κοιμόταν του καλού καιρού στην αγκαλιά της μαμάς του και δάκρυα γέμισαν τα μάτια τους.
«Αυτή τη στιγμή έχω όλα όσα ονειρεύτηκα να ξέρεις!», της είπε ο Μάρκος και της φίλησε το χέρι.
«Αυτή τη στιγμή και για πάντα!», του είπε η Αγνή και έγειρε στην αγκαλιά του φέρνοντας πιο κοντά της τον μονάκριβο γιο τους.
Κατερίνα Μοχράνη

2 responses to “Μάρκος & Αγνή”
Εντάξει … αλήθεια τώρα … πραγματικά είναι τέλειο ❤️
[…] Μάρκος & Αγνή Μήπως; Ένα τέταρτο του αιώνα μετά! […]