Φίλη μου (;) – Μέρος 2ο

Προηγούμενο

Αν και μακριά, η Παναγιώτα ήθελε να μαθαίνει κάθε λεπτομέρεια για το γάμο της φίλης της – για το νυφικό, τα παπούτσια, τα νύχια, τα μαλλιά, τα εσώρουχα της πρώτης νύχτας του γάμου, τον στολισμό, το κέντρο, τα φαγητά, το κουστούμι του Μανώλη, τα προσκλητήρια, τα κουφέτα και φυσικά για τα συναισθήματα της φίλης της, αφού η αλλαγή πια στη ζωή της θα ήταν καθοριστική!

Μιλούσαν κάθε μέρα από το πρωί μέχρι το βράδυ με μηνύματα, φωτογραφίες και βίντεο, με την Λία να ρωτά την Παναγιώτα ανά πάσα στιγμή την γνώμη της για οτιδήποτε διάλεγε και τον Μανώλη να δυσανασχετεί, μιας και… «Εσύ παντρεύεσαι ρε Λία, όχι η Παναγιώτα! Αμάν πια όλη μέρα με ένα κινητό στο χέρι είσαι!» έλεγε με κάθε ευκαιρία.

…Πέρασαν οι μήνες και έφτασε το καλοκαίρι του 2019 με μια Λία να βιώνει διττά συναισθήματα… Από τη μία χαρά και ενθουσιασμό που θα παντρευόταν επιτέλους με τον αγαπημένο της Μανώλη, από την άλλη άγχος και απελπισία, γιατί ήδη είχαν προχωρήσει σε κάποιες επείγουσες αλλαγές στο νυφικό, μιας και, θες το τρέξιμο, θες η κούραση, είχε παχύνει!

Ευτυχώς και ανέβηκε πια η Παναγιώτα για τους καλοκαιρινούς μήνες στην Αθήνα να την υποστηρίξει.

«Φίλη μου, είσαι υπέροχη! Μην λες βλακείες!» της έλεγε ξανά και ξανά την ημέρα του γάμου. Και συμπλήρωνε «Εγώ πώς σου φαίνομαι;»

Και κάθε φορά που η Λία γκρίνιαζε για την εμφάνισή της, η Παναγιώτα, αφού την καθησύχαζε, ρώταγε με αγωνιά αν είναι ωραία τα δικά της μαλλιά, το δικό της μακιγιάζ, το δικό της φόρεμα, αν θα αρέσει σε κανέναν στο γλέντι, αν πέτυχε το solarium φέτος… Ααα η Παναγιώτα ήταν πάντα αδύνατη και αψεγάδιαστη. Μάλιστα δήλωνε πως θα έκανε τα πάντα για να παραμείνει νέα και όμορφη, ακόμη και botox, κάτι με το οποίο η Λία δεν συμφωνούσε, αλλά αν έτσι ένιωθε καλά η φίλη της, της περίσσευε…

Όλα πήγαν κατ’ ευχήν ! Άμα έπιασε και την ανθοδέσμη η Παναγιώτα, ήταν πια όλοι ευχαριστημένοι! Για να μην μιλήσουμε για τις αμέτρητες ‘κατακτήσεις’ της βραδιάς, αλλά φυσικά χωρίς αίσιο τέλος, αφού για μια ακόμη φορά κανείς από τους 7 άντρες που της μίλησαν και εκδήλωσαν φανερά το ενδιαφέρον τους δεν ήταν ‘Ο αρκετός’ ! Αλλά αυτή τη φορά η Λία δεν της έκανε ούτε επίπληξη, ούτε την ρώτησε ‘γιατί’. Είχε πια πεπειστεί πως μόνο όταν θα έβρισκε τον ‘κύριο ιδανικό’ θα καταλάβαινε και η ίδια γιατί ποτέ δεν έδινε μια ευκαιρία, αλλά έμενε στο να τους ‘ανάβει’ με χάδια και κουνήματα και να τους ‘γειώνει’ απότομα με το τέλος της βραδιάς.

– Λοιπόν, φίλη μου, θα τα πούμε από βδομάδα να κανονίσουμε μπανάκι, έτσι; Μην μου πεις ότι τώρα που παντρεύτηκες θα κλειστείς μέσα!
– Εννοείται! Θα σε πάρω τηλέφωνο Κυριακή βράδυ να κανονίσουμε πότε και πού θα πάμε από Δευτέρα!, απάντησε η Λία, αν και λίγο διστακτικά, μιας και το θέμα των περιττών κιλών δεν το είχε ξεπεράσει

Μόλις φιλήθηκαν και αγκαλιάστηκαν οι δυο φίλες, αφού η Παναγιώτα χαιρέτησε τον Μανώλη και έφυγε, χωρίς καθυστέρηση γύρισε με νεύρα και είπε στην Λία :
– Πάλι τα ίδια;! Δεν καταλαβαίνεις ότι σε χρησιμοποιεί για να της κάνει το ταξί και να την πηγαίνεις για καφέ και μπάνιο στη Βουλιαγμένη; Είναι δυνατόν τώρα φρεσκοπαντρεμένη να βάλεις πάλι την Παναγιώτα πάνω από όλους και όλα;
– Ώχου, είσαι υπερβολικός! Στη τελική εσύ θα δουλεύεις κάθε μέρα τα πρωινά, γιατί να μην βγω να ξεσκάσω τις μέρες που θα έχω ρεπό; Άντε πέρνα καλά τώρα και θα ρυθμιστούν κι αυτά!
Και αφού τον φίλησε, πήγε να βρει τους συναδέλφους από τη δουλειά, να πει και μ’ αυτούς ‘δυο κουβέντες’.
*****
Οι μέρες πέρασαν και το καλοκαίρι αυτό δεν διέφερε σε τίποτα με τα προηγούμενα. Ω ναι! Η Λία, αν και πήγε γαμήλιο ταξίδι με τον άντρα της, δεν παρέλειψε την μια βδομάδα στο Άστρος με τη φίλη της. Μόνες τους! Προφανώς και ο Μανώλης γκρίνιαξε, αλλά δεν υπήρχε περίπτωση να το χάσει με τίποτα! Ήταν πια κάτι σαν θεσμός!

Μα αυτή η φορά ήταν κάπως διαφορετική… Η Παναγιώτα ήθελε να είναι πιο εκθαμβωτική από ποτέ, μιας και τώρα πια, κατά τη γνώμη της, δεν υπήρχε περίπτωση να ασχοληθεί κάποιος με τη Λία, όχι μόνο λόγω των περιττών κιλών που την καθιστούσαν ανασφαλή, αλλά και λόγω των δαχτυλιδιών στο δεξί της χέρι. Έτσι, στις βραδινές εξορμήσεις θα είχε το μονοπώλιο!
Μόνο που τα ‘σχέδια’ της δεν εξελίχθηκαν όπως τα περίμενε…

Το δεύτερο βράδυ που βγήκαν στο πιο γνωστό μπαρ της περιοχής, η Παναγιώτα είχε επιλέξει να κάνει έναν ψηλό κότσο, ώστε να τονίσει τον μακρύ λαιμό της και να βάλει ένα κοντό μαύρο φόρεμα, το οποίο είχε συνδυάσει με χρυσά κοσμήματα, χρυσά πέδιλα και ένα άρωμα μεθυστικό, αρκετά για να διεγείρουν όλες τις αισθήσεις των αρσενικών τριγύρω! Αλλά και η Λία το τόλμησε και έβαλε μια ψιλόμεση μαύρη φούστα με κόψιμο μπροστά, τόσο όσο για να καλύπτει τις ατέλειες και να αναδεικνύει τις καμπύλες της και ένα τιρκουάζ μπλουζάκι που αναδείκνυε το μαύρισμά της, με φλατ πέδιλα και ίσια μαλλιά, χωρίς περιττά κοσμήματα.

Είχαν φύγει μέσα στα γέλια από το σπίτι, αλλά δεν θα γύριζαν έτσι…

Το βράδυ εκείνο, λοιπόν, σχεδόν κανείς δεν μίλησε με την Παναγιώτα! Όσοι πλησίαζαν τις δύο κοπέλες, μόλις έβλεπαν τη βέρα και το δαχτυλίδι αρραβώνων στο χέρι της Λίας, έπεφταν σαν τα αρπακτικά! Τι ποτά την κέρναγαν, τι τηλέφωνα ζητούσαν, τι προσφέρονταν να την γυρίσουν σπίτι και η Λία αρνούνταν τα πάντα, ίσως με εξαίρεση κάνα δυο ποτά από πανέμορφους άντρες, γιατί λίγο φλερτ δεν έβλαψε ποτέ κανέναν και φρόντιζε να στρέψει την προσοχή τους στην Παναγιώτα, που στο κάτω – κάτω ήταν και η ελεύθερη και η πιο όμορφη της παρέας, αλλά η Παναγιώτα ήταν χαμένη μέσα στο κινητό της και δεν ήθελε να μιλά ούτε στους άλλους ούτε στη φίλη της…

«Παναγιώτα μου, από εδώ ο Δημήτρης…» , έκανε μια τελευταία προσπάθεια η Λία, γιατί από το λίγο που είχε μιλήσει μαζί του, είχε καταλάβει πως αυτός, σε αντίθεση με τους ανεκδιήγητους προηγούμενους, τις είχε πλησιάσει για την Παναγιώτα, «είναι και αεροπόρος» – ήταν το πάθος της οι ένστολοι!
Υπό άλλες συνθήκες η Παναγιώτα θα είχε ήδη ‘τυλίξει’ το θήραμά της, αλλά τώρα, προς έκπληξη της Λίας, απλά σήκωσε το βλέμμα της, έκανε ένα νεύμα και ‘ξαναχάθηκε’ στο κινητό. Και όσες προσπάθειες προσέγγισης κι αν έκανε ο Δημήτρης, εκείνη έμενε αμέτοχη και αδιάφορη…

Έφτασε πια 3 η ώρα και η Παναγιώτα πρότεινε να φύγουνε.
– Άντε, δεν πάμε σιγά σιγά, βαρέθηκα εδώ πέρα!
– Ρε αγάπη, δεν έχεις σηκώσει κεφάλι όλο το βράδυ! Δεν ζαλίστηκες τόσες ώρες στο κινητό; Τον κούκλο τον Δημήτρη που σε γυρίζει σαν μέλισσα όλο το βράδυ, δεν τον πήρες χαμπάρι; Άντε ξεκουνήσου και ζωντάνεψε γιατί θα βάλω τις φωνές, τέτοια θεά που είσαι απόψε!
– Ναι, είδαμε πόσο θεά είμαι! Όλοι μαζί σου ασχολούνται! Και τον κούκλο να πας να τον βρεις εσύ! Α ναι, ξέχασα είσαι παντρεμένη τώρα! Άντε, θα φύγουμε;
– Ώπα! Τι έγινε τώρα;, ρώτησε η Λία, που κοίταζε την Παναγιώτα σαν χαζή
– Πάμε;
Και κάπως έτσι έφυγαν, με την Παναγιώτα να μην μιλιέται στον δρόμο και τη Λία να προσπαθεί να επεξεργαστεί τα όσα άκουσε.

Μόλις έφτασαν σπίτι, αμίλητες, άλλαξαν, έκαναν ένα ντουζ και πάνω που η Παναγιώτα ήταν έτοιμη να πάει στο δωμάτιό της να ξαπλώσει, χωρίς να κοιτάξει καν τη Λία, εκείνη αποφάσισε ότι δεν πήγαινε άλλο και της ζήτησε να μιλήσουν.
– Μπορείς να μου πεις τι έπαθες απόψε; Δεν σε έχω ξαναδεί έτσι και δεν μου έχεις ξαναμιλήσει έτσι! Όπως είπες κι εσύ, είμαι πια παντρεμένη, οπότε δεν με ενδιαφέρει κάποιος άλλος εκτός από τον Μανώλη και όπως βλέπεις τα έχω αφήσει πάλι όλα πίσω για να έρθω να περάσουμε μαζί αυτή τη βδομάδα! Τι μύγα σε τσίμπησε λοιπόν; Ακούω!
– Τίποτα φίλη μου! Απλά δεν ένιωθα πολύ καλά απόψε… Συγνώμη για όσα σου είπα πριν… Αν δεν περνάς καλά μπορείς να φύγεις.
Και έτσι απλά η Παναγιώτα σηκώθηκε και έφυγε, αφήνοντας πίσω της μια Λία σύξυλη.

Την επόμενη μέρα το πρωί η Παναγιώτα προφασίστηκε πονοκέφαλο και είπε στη Λία αν θέλει να πάει μόνη της για μπάνιο.

– Έτσι θα συνεχίσει η βδομάδα; Επειδή χτες ήρθαν δυο άτομα και μίλησαν σε μένα και όχι σε σένα; Αντιλαμβάνεσαι ότι έχει δημιουργηθεί θέμα από το πουθενά!
– Φίλη μου, είμαι απλά λίγο αδιάθετη. Μη λες βλακείες.
– Ωραία, άμα δεν είσαι καλά να κάτσουμε παρέα σπίτι! Τι θες να κάνουμε; πρότεινε η Λία με χαμόγελο.
– Τίποτα! Θα πάω μέσα! απάντησε η Παναγιώτα και η Λία έζησε το χθεσινοβραδινό deja-vu…

Οι μέρες πέρασαν και οι δύο φίλες ήταν πιο ψυχραμένες από ποτέ. Με μια Λία να ψάχνει να βρει τι έχει κάνει λάθος και μια Παναγιώτα να μην της ρίχνει βλέμμα.

Με το τέλος της βδομάδας, η Παναγιώτα, αφού πήγε τη Λία στα ΚΤΕΛ την αγκάλιασε, της είπε πόσο την αγαπά και της ζήτησε συγνώμη που της χάλασε τις διακοπές. Αμέσως όλες οι αμφιβολίες της Λίας ‘έκανα φτερά’! Είχε πίσω τη φίλη της! Ό,τι κι αν έγινε, μετά από αυτό θα ήταν όπως παλιά!

Συνεχίζεται…

Αγγελική Ανδριοπούλου

One response to “Φίλη μου (;) – Μέρος 2ο”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading