Το σημάδι στο χέρι

Η μαμή βγήκε από την κάμαρη με τα χέρια λερωμένα και το πρόσωπο συννεφιασμένο. Κοίταξε τον άντρα που περίμενε όλο αγωνία να ακούσει τα νέα.

«Παράδωσε, Λάμπρο. Πάει η δόλια η Μάρω»

Τα λόγια αυτά τα ένιωσε σαν μαχαιριά στην καρδιά του. Δεν επιτρεπόταν να κλάψει, να θρηνήσει φανερά. Έσφιγγε τις γροθιές του και κοίταζε στο κενό. Ένιωθε σαν να ήθελε να ξεπατωθεί ένα κομμάτι του να φύγει μαζί με την γυναίκα του. Άκουγε την αδερφή και την μάνα της να μοιρολογούν. Το κλάμα του μωρού τα σκέπασε όλα.

Μέχρι το επόμενο πρωί, ο Λάμπρος καθόταν σε μια γωνιά και κουνούσε το κεφάλι όποτε οι χωριανοί του έλεγαν «Θεός σχωρέστην». Οι γυναίκες έπλυναν και έντυσαν την Μάρω ενώ τραγουδούσαν μοιρολόγια για το κακό που τους βρήκε. Μετά την ταφή, όλος ο κόσμος επέστρεψε στο σπίτι για παξιμάδια, ελιές και τσίπουρο. Η Λενιώ, η αδερφή της μακαρίτισσας, υπηρετούσε τους καλεσμένους και έτρεχε στο μωρό κάθε φορά που ξυπνούσε. Βουτούσε ένα πανί στο ζεστό γάλα και το έβαζε στο στόμα του να πιπιλάει. Έμοιαζε τόσο πολύ στην αδερφή της που σπάραζε η καρδιά της.

«Πήγαινε εσύ, μάνα. Θα μείνω να φροντίσω το μωρό», αποφάσισε η γυναίκα και είδε το βλέμμα της μάνας της να ανοίγει διάπλατα.

«Τι θα πει ο κόσμος; Θα σε κακολογήσουν. Ακόμα δεν στέγνωσε το χώμα της και θα λένε πως πήρες την θέση της»

Σηκώθηκε και πήρε αγκαλιά το εγγόνι της και το έσφιξε πάνω στην καρδιά της. Η μυρωδιά της το ηρέμησε και σταμάτησε να κλαίει. Τότε κατάλαβε. Χρειαζόταν μια γυναίκα να το αναθρέψει. Ο γαμπρός της φερόταν σαν χαμένος. Δεν μπορούσε να το φροντίσει. Δεν ήθελε να το θάψει και αυτό μαζί με την κόρη της.

«Μείνε. Μα τα μάτια σου να ‘ναι χαμηλωμένα», την ορμήνεψε. Ήταν συγγενής και ανύπαντρη και αυτό ήταν αγκάθι στην ηλικία της.

Έτσι έμεινε η Λενιώ στο σπίτι της μακαρίτισσας της αδερφής της. Ο χειμώνας ήταν βαρύς και κοιμόταν με το μωρό δίπλα στο τζάκι για να το κρατάει ζεστό. Ο Λάμπρος ξαγρυπνούσε από το κλάμα του μωρού και από τις σκέψεις του. Κοιτούσε το μπαούλο δίπλα του με τα προικιά της Μάρως που ήταν ό,τι του είχε απομείνει από αυτήν. Το μωρό δεν το ένιωθε δικό του. Το θεωρούσε την αιτία που έχασε την γυναίκα του. Δεν το είχε πάρει ούτε μια αγκαλιά. Δεν μπορούσε καν να το κοιτάξει. Αυτός ήταν ο λόγος που δέχτηκε να μείνει μαζί του η αδερφή της.

«Κόρη, κινάω για τα ζωντανά. Μαντάλωσε την πόρτα. Μην ανοίξεις σε κανέναν χίλιες φορές να χτυπήσουν. Θα κρατάω γάλα και ξύλα. Θα λείψω ως το σούρουπο»

«Στο καλό και η Παναγιά μαζί σου»

Τον άκουσε να σφυρίζει για να ειδοποιήσει τα σκυλιά να φύγουν. Έριξε κι άλλο ξύλο στην φωτιά και πήρε το μωρό στην αγκαλιά της. Πονούσε φαίνεται το καημένο και δεν σταματούσε το κλάμα. Άρχισε να του τραγουδά ένα παλιό νανούρισμα που τους έλεγε η μάνα τους όταν αυτή και η Μάρω ήταν μικρά κοριτσάκια.

Λίγους μήνες μετά, ανέβηκε η μάνα της στο σπίτι. Δεν της έκανε εντύπωση που ήταν όλα πεντακάθαρα και περιποιημένα. Ήταν νοικοκυρά η Λενιώ της. Πήγε και έφερε τα καθαρά υφάσματα που είχε πλύνει με σαπούνι και στάχτη κάτω από το κρύο νερό και ξεκίνησαν με την μάνα της να φασκιώνουν το μωρό.

«Το σημάδι στο χέρι μεγαλώνει», είπε χαμηλόφωνα η μάνα της λες και θα την άκουγαν οι τοίχοι και θα το έλεγαν στο χωριό.

«Το ξέρω, μάνα. Ο Λάμπρος δεν το έχει δει ακόμα», χαμήλωσε τα μάτια της από την ντροπή.

Καμία από τις δύο δεν μπορούσε να αντέξει την αλήθεια. Το μωρό δεν ήταν του Λάμπρου. Το ήξεραν αυτό το σημάδι. Ήταν στο χέρι του παιδικού έρωτα της Μάρως. Η αλήθεια όμως δεν γίνεται να μείνει κρυφή για πάντα. Και όσο κι αν προσπάθησε η Λενιώ να παρατείνει τον χρόνο, αυτός δεν της έκανε το χατίρι.

Ένα απόγευμα που γύρισε νωρίτερα ο Λάμπρος από τα ζώα, μπήκε μέσα στο σπίτι κουρασμένος και παγωμένος από το κρύο. Είδε την Λενιώ να έχει αποκοιμηθεί δίπλα στο τζάκι με το μωρό. Πήγε αθόρυβα και άνοιξε την κατσαρόλα και έβαλε δύο χόρτα να φάει. Όσο έτρωγε στο τραπέζι, κοιτούσε την γυναίκα με το μωρό να κοιμούνται. Το φως από το τζάκι ζέσταινε το σπίτι και σαν να άγγιξε και την καρδιά του. Για μια στιγμή αγαλλίασε και σκέφτηκε πόσο όμορφο ήταν αυτό που έβλεπε. Αφού απόφαγε, σηκώθηκε με αργά βήματα και έσκυψε κοντά τους. Τράβηξε την μάλλινη κουβέρτα και την σκέπασε πιο καλά. Σήκωσε από την ξύλινη κούνια το μωρό και για πρώτη φορά το κράτησε στα χέρια του. Χάιδεψε τα προικιά του που τα είχε καμωμένα η συγχωρεμένη.

«Η μάνα σου τα ‘κάνε αυτά», του είπε με περηφάνια και για πρώτη φορά του χαμογέλασε.

Προσπάθησε να τυλίξει το μωρό πιο καλά. Και τότε είδε το σημάδι κάτω από τον ώμο του. Θυμήθηκε πού το είχε ξαναδεί και πάγωσε. Εκείνη τη στιγμή έχασε το τελευταίο πράγμα που του είχε απομείνει. Την τιμή του. Ήταν αναπόφευκτο πια. Αυτή η προσβολή μπορούσε να ξεπλυθεί μόνο με αίμα.

Η Λενιώ μισάνοιξε τα μάτια και μόλις είδε τον Λάμπρο να κρατάει το μωρό, πετάχτηκε απότομα όρθια. Προσπάθησε να καταλάβει αν πρόλαβε ή αν ήταν ήδη αργά.

«Πάρε το, κόρη», της είπε και εκείνη το έβαλε ξανά μέσα στην κούνια.

Αψήφησε την συμβουλή της μάνας της και σήκωσε τα μάτια της πάνω του. Είδε έναν άντρα να στέκεται λαβωμένος. Σαν να έχασε όση δύναμη του είχε απομείνει. Ο άλλοτε γερός και δυνατός άντρας πάλευε τώρα να μείνει όρθιος.

«Να σου ετοιμάσω να φας;»

«Πώς να κατέβει μπουκιά στο λαιμό μου; Δεν πάει τίποτε κάτω. Δεν θέλω ούτε νερό από τα χέρια σου»

«Σε παρακαλώ», έπεσε στα πόδια του κλαίγοντας με λυγμούς.

«Ήξερες; Πες μου!»

«Ένα σημάδι του Θεού είναι μόνο. Πολλά μωρά γεννιούνται σημαδεμένα»

«Ξέρω τίνος είναι το σημάδι αυτό! Τράβα στην άκρη να περάσω!»

«Πού θα πας;»

«Να τον βρω!»

«Όχι!», άρχισε να τον τραβά από το πουκάμισο. «Άφησέ το στον Θεό! Μην λερώσεις τα χέρια σου με το αίμα αυτού του άτιμου! Το παιδί τι θα απογίνει;»

«Δεν είναι δικό μου, Λενιώ!»

Εκείνη σάστισε γιατί την είπε πρώτη φορά με το όνομά της. Αυτός έπιασε τα χέρια της που κόντεψαν να του σκίσουν τα ρούχα και τα κράτησε μέσα στα δικά του. Μια κίνηση απαγορευμένη, επικίνδυνη που θα μπορούσε να της στοιχίσει μέχρι και την ζωή της. Μόνο οι ανάσες τους ακούγονταν εκείνη τη στιγμή που άγγιξε ο ένας τον άλλον. Γιατί κατάλαβε ο Λάμπρος ποιο ήταν τελικά το πιο μεγάλο του κρίμα. Δεν μπορούσε να μισήσει την γυναίκα που είχε απέναντί του. Γιατί την αγαπούσε κρυφά. Αυτή την αμαρτία ποιος θα την συγχωρούσε;

«Έτσι πρέπει να γίνει», της είπε αποφασισμένος. Είχε την ελπίδα να σκοτωθεί από τα χέρια του εχθρού του παρά να ζήσει άλλο με αυτό τον πόθο μέσα στα σωθικά του.

Η πόρτα έκλεισε πίσω του και η Λενιώ έμεινε στο σπίτι να περιμένει αν θα γυρίσει νεκρός ή ζωντανός. Ο Λάμπρος πήρε τον δρόμο που δεν έχει γυρισμό. Έτσι είχαν τα πράγματα. Τα λόγια της όμως γύριζαν στο μυαλό του ξανά και ξανά. Το σώμα του είχε παγώσει από το κρύο μα η καρδιά του έκαιγε ολόκληρη. Δεν φοβόταν τον θάνατο. Φοβόταν να μην χάσει εκείνην.

Όταν αντίκρυσε τον πατέρα του παιδιού στην πλατεία του χωριού, έμεινε να τον κοιτάζει. Και οι δύο άντρες ήξεραν. Μίλησαν με τα μάτια. Ο Λάμπρος ένιωθε το μαχαίρι ασήκωτο στην τσέπη του. Το αλαζονικό ύφος του άντρα χτύπησε τον εγωισμό του. Τελικά ο Λάμπρος έκανε μεταστροφή και έφυγε. Αποφάσισε μόνος του να ταπεινώσει τον εαυτό του για το χατίρι αυτής της γυναίκας.

«Γύρισες;», τον ρώτησε γονατισμένη ακόμα μπροστά στο εικόνισμα. Όση ώρα έλειπε δεν σταμάτησε να προσεύχεται να επιστρέψει σώος.

«Ναι. Γιατί αν δεν γυρνούσα δεν θα σε έβλεπα ξανά, κυρά μου». Η προσφώνηση αυτή έκανε την Λενιώ να πάει πιο κοντά του.

Της εξομολογήθηκε τον έρωτά του γιατί δεν άντεχε άλλο τα μυστικά. Δεν ήθελε να ζει άλλο μέσα στο ψέμα. Η προδοσία της γυναίκας του και η αποτυχημένη εκδίκηση βάραιναν τους ώμους του. Προτιμούσε όμως να ζήσει με αυτήν την ντροπή, παρά να πεθάνει χωρίς να ξέρει αν τον είχε αγαπήσει και η Λενιώ. Όταν εκείνη άπλωσε τα χέρια της για να τα πιάσει ξανά εκείνος, τότε κατάλαβε ο Λάμπρος τι έπρεπε να κάνει.

«Μάζεψε ό,τι μπορείς», της είπε αποφασιστικά.

Μέσα στο σκοτάδι, για να μην τους δει κανείς, έφυγαν με λίγο φαγητό και λίγα ρούχα και χάθηκαν στα βουνά. Η Λενιώ έσφιγγε το μωρό στο στήθος της, πάνω στον σταυρό της. Ένα μωρό που δεν ήταν κανενός τους. Και όμως αυτοί θα το μεγάλωναν, αυτοί θα το αγαπούσαν σαν να το γέννησε ο έρωτάς τους. Το σημάδι στο χέρι του παιδιού δεν θα έφευγε ποτέ, θα ήταν πάντα εκεί. Πλέον όμως θα τους θύμιζε μόνο το τίμημα για μια αγάπη που τόλμησε να ζήσει ελεύθερη.

CC

❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading