Το ατύχημα

Μπιιιιιιιιιπ… Μπιιιιιιιιπ… Ιιιιιιιιιι… Ιιιιιιιιιιιι…. Μπαμ!

«Όχι, ρε ποuστh μου! Όχι! Όχι!».

Η Νατάσα είχε ακουμπισμένο το κεφάλι της στο τιμόνι. Δεν τολμούσε να το σηκώσει… Έτρεμε σαν το ψάρι! Μια πόρτα αυτοκινήτου άνοιξε και σε κάθε βήμα του ανθρώπου που βγήκε από το αμάξι σειόταν η γη.

«Είσαι με τα καλά σου, χριστιανή μου; Κοίτα ρε μ@λάk@ που έμπλεξα! Βγες έξω να μπορώ να βρίσω με την ησυχία μου!».

Σήκωσε το βλέμμα της από το τιμόνι και είδε την πλάτη ενός άντρα να πηγαινοέρχεται πάνω – κάτω τινάζοντας πότε το σακάκι του και πότε τα μαλλιά του. Πήγαινε τόσο γρήγορα που στην Νατάσα ήρθε ναυτία.

«Βγες έξω είπα! Κοίτα εδώ ζημιά! Κοίτα εδώ ζημιά! Τι θα κάνω; ΤΙ ΘΑ ΚΑΝΩ!»

Η Νατάσα είχε βιδωθεί στο κάθισμα του αυτοκινήτου και δεν έβγαινε έξω, ούτε ο Θεός ο ίδιος να ερχόταν. Ο μαινόμενος κύριος απέναντί της τής φαινόταν επικίνδυνος.

«Αυτό το ηχογραφημένο μήνυμα, τι σκ@τά το θέλουν οι ασφαλιστικές; Αν υπήρχε θύμα δηλαδή, τι θα γινόταν; Που και εγώ θύμα είμαι στην τελική! Της ασχετοσύνης της κυρίας!».

Η Νατάσα κατέβασε το κεφάλι και περίμενε τις εξελίξεις. Εκείνη είχε φροντίσει να επικοινωνήσει με την ασφαλιστική της μέσω εφαρμογής και -λογικά!- κάποιος θα εμφανιζόταν σύντομα. Θα έκανε εκεί μια δήλωση υπαιτιότητας και θα τελείωνε το μαρτύριο. Ήθελε απεγνωσμένα να φύγει από εκεί.

Ξαφνικά, σειρήνες, περιπολικά… Χαμός! Η Νατάσα δεν είχε βγει από το αμάξι ούτε για να δει τη ζημιά του δικού της αυτοκινήτου. Κολλημένη στο κάθισμα. Σκυμμένη στο τιμόνι και όσο γινόταν αθόρυβη.

«Τιιιιιιι συνέβη εδώ;», ρώτησε ο κύριος άμεσης δράσης. «Κατεβείτε κυρία μου κι εσείς από το όχημα, παρακαλώ!».

Πιο αργά και από βραδύποδα λειτουργούσε η Νατάσα μέχρι να φτάσει κοντά στον αστυνομικό. Ο άλλος ο κύριος φυσούσε και ξεφυσούσε. Τραβούσε φωτογραφίες το αμάξι του, -που σιγά τη ζημιά!- και έβριζε μέχρι και τον αέρα που ανέπνεε.

«Τώρα που είμαστε όλοι μαζί, μπορείτε να μου πείτε τι ακριβώς συνέβη;»
«ΤΙ ΝΑ ΣΥΝΈΒΗ; ΤΙ ΝΑ ΣΥΝΈΒΗ; ΈΠΕΣΕ ΠΆΝΩ ΜΟΥ Η ΚΥΡΊΑ!»
«Σας παρακαλώ, κατεβάστε τους τόνους κύριε. Έχω έναν πονοκέφαλο από το πρωί και δείξτε λίγο σεβασμό, παρακαλώ, σε αυτή την τρομαγμένη και γοητευτικότατη κυρία!»
«ΟΡΊΣΤΕ; ΟΡΊΣΤΕ; ΣΙΓΑ ΜΗ ΔΕΊΞΩ ΚΑΙ ΣΕΒΑΣΜΟ Σ’ ΑΥΤΉ ΤΗΝ… ΤΗΝ… ΟΥΤΕ ΝΑ ΤΗ ΧΑΡΑΚΤΗΡΊΣΩ ΔΕΝ ΜΠΟΡΏ!»

«Σιωπή! Κυρία μου… Τι συνέβη;», είπε ο αστυνομικός κάνοντας χειροφίλημα στη σαστισμένη Νατάσα.

«Τι να συνέβη κύριε αστυνόμε μου; Έπεσα πάνω στον κύριο. Είναι ολοφάνερο! Ευτυχώς δεν είναι μεγάλη η ζημιά και το κυριότερο, είμαστε καλά και οι δύο!»
«Χρίστε μου, θα τρελαθώ!», ξεστόμισε ο αλαφιασμένος κύριος και γύρισε προς το μέρος της Νατάσας.
«Χριστέ μου!», είπε δυνατά και καθαρά η Νατάσα μόλις τον είδε.
«Το ίδιο λέω και εγώ, αλλά με συνέχεια! Κάτι σαν ‘Χριστέ μου, πού έμπλεξα!’».
«Με λένε Νατάσα Παπαθεοδώρου! Χάρηκα!»
«Εγώ όχι! Κύριε αστυνόμε, σας παρακαλώ! Μπορούμε να κάνουμε καταγραφή μέχρι να έρθει η ασφαλιστική; Θέλω να ξεμπερδεύω και να μην ξαναδώ αυτή την κυρία. Καλέ, είστε καλά;»

Η Νατάσα, όσο εκείνος μιλούσε, είχε γείρει προς το μέρος του και τον χάζευε. Δεν μπορούσε να κάνει και διαφορετικά. Ο τύπος ήταν κούκλος. Μαύρα μάτια και μαύρα μαλλιά από αυτά που ανακατώνονται με το χέρι όταν τα πιάνεις. Μια πλάτη ο Θεός και η ψυχή του… Ένα στέρνο άστα να πάνε… Κάτι πόδια… Κάτι χέρια… Κάτι δάχτυλα… Κάτι…

«Κύρια Παπαθεοδώρου; Είστε καλά;», ρώτησε ο αστυνομικός και τη σκούντηξε λιγάκι.

Η Νατάσα παραπάτησε. «Γιατί, Θεέ μου!», φώναξε προς τον ουρανό με τα χέρια ανοιχτά, ενώ το τεκνό και ο αστυνομικός την κοιτούσαν με ανοιχτό το στόμα. «Γιατί, Θεέ μου!».

«Λέτε να χτύπησε στο κεφάλι;», ρώτησε ο αστυνομικός τον αποσβολωμένο κύριο δίπλα του.

«Ιδέα δεν έχω!», απάντησε εκείνος στα χαμένα.

Η Νατάσα, συνειδητοποιώντας τα ρεζιλίκια της, ανασκουμπώθηκε και με μοιραίο ύφος γύρισε στον αστυνομικό και του είπε…

«Εγώ, αν ο κύριος δεν μας πει το όνομά του, δεν κάνω δήλωση υπαιτιότητας. Ας τα βρουν οι ασφαλιστικές!»
«Είσαι τρελή; Μ@λάk@! Δεν γίνεται! Έπεσες πάνω μου! Ένας Θεός ξέρει πού χάζευες και δεν είδες το STOP!»
«Δεν μιλάω με αγνώστους οπότε zip it!», του είπε και γύρισε με λάγνο ύφος στον αστυνόμο. «Υπερεκτιμημένο σηματάκι πάντως κυρ αστυνόμε μου να ξέρετε! Και αυτό το κόκκινο το Πασχαλινό είναι χάλια!».

Ο αστυνομικός τα είχε χαμένα. Κοιτούσε μια την -τρελή- κυρία και μια τον κύριο στα αριστερά του που κοκκίνιζε επικίνδυνα. Νέος φαινόταν, αλλά τα εμφράγματα θερίζουν σε όλες τις ηλικίες!

«Μπορούμε παρακαλώ να βρούμε μια λύση;»

Η Νατάσα στράφηκε προς το μέρος τους με σταυρωμένα τα χέρια και κοιτούσε το μανάρι απέναντί της που του ανέβαινε το αίμα στο κεφάλι. Κούκλος. Μάναρος. Πω πω! Κόλαση! Τον κοιτούσε και σκεφτόταν τι θα ήθελε να του κάνει αν δεν ήταν και οι δύο θύματα τροχαίου. Βασικά θα ήθελε πολύ να ήταν οι δυο τους μέσα στο αυτοκίνητό του και να…

«Συγγνώμη που διακόπτω τον ειρμό των σκέψεών σας, αλλά με εκνευρίζετε απίστευτα κύρια Παπαθεοδώρου! Μπορούμε να τελειώνουμε;»

«Αυτός είναι ο σκοπός τόση ώρα! Στα λόγια μου έρχεσαι!», απάντησε η Νατάσα χωρίς δεύτερη σκέψη και ήταν σίγουρη πως δεν εννοούσαν το ίδιο.

«Ναι. Ασχολίαστο! Θα κάνετε δήλωση ότι φταίτε; Σας παρακαλώ! Έχω και δουλειές! Σας παρακαλώ… Συγκεντρωθείτε λίγο! Κύριε αστυνόμε, τη βλέπετε που είναι με το στόμα ανοιχτό; Μήπως να καλέσουμε ασθενοφόρο;».

Ο αστυνομικός την ξαναέσπρωξε λίγο απαλά για να δει αν επικοινωνεί με το περιβάλλον. Η Νατάσα ταρακουνήθηκε και αντιλήφθηκε πως αν δεν πάρει την κατάσταση στα χέρια της θα τελειώσει άδοξα αυτή η μοιραία συνάντηση.

«Λοιπόν, κύριε αστυνόμε. Εγώ φταίω! Δεν πάτησα εγκαίρως το φρένο γιατί το STOP είναι κρυμμένο μέσα στο δέντρο και άργησα να το δω. Οπότε πετάχτηκα από το στενό και έπεσα πάνω στο αυτοκίνητο του κυρίου. Αν δεν με πιστεύετε, δείτε και μόνοι σας!».

Οι δύο άντρες, συνεχίζοντας να είναι στα χαμένα με την αναλαμπή της Νατάσας, κοίταξαν το STOP που όντως ήταν κρυμμένο μέσα στα φύλλα του δέντρου. Ο αστυνομικός κατέγραψε τα λεγόμενά της και το χρονικό του τροχαίου και φώναξε και τους δύο να υπογράψουν.

«Η κυρία Παπαθεοδώρου εδώ και ο κύριος Λάμπρου εδώ, ώστε να έρθουν οι ασφαλιστικές να ξεμπερδεύουμε!».

Λάμπρου… Λάμπρου… Λάμπρου… Κάτι έλεγε στην Νατάσα αυτό το επίθετο. Κάπου το είχε ξανακούσει! Κάπου το είχε ξαναδεί! Τουλάχιστον είχε πετύχει τον σκοπό της. Είχε μάθει επίθετο. Το όνομά του όλο και κάπως θα το ξέκλεβε μέχρι να φύγουν.

Αφού έπεσαν οι πρώτες υπογραφές, προχώρησε ο καθένας προς το αυτοκίνητό του. Ένας ήχος κλήσης ακούστηκε πολύ δυνατά…

«Αδερφέ, συγνώμη που άργησα αλλά είχα ένα ατύχημα! Έπεσε μια τύπισσα πάνω μου και περιμένουμε την ασφαλιστική. Ναι, ρε Πάνο! Καλά είμαι. Μόλις τελειώσω, θα έρθω!».

Η Νατάσα σταμάτησε να περπατάει. Πάνος. Πάνος Λάμπρου. Γύρισε προς το μέρος του.

«Αααααααα!», έκανε η Νατάσα και του ανθρώπου του έπεσε το κινητό από το χέρι.
«Αααααααα! Αδύνατον!», συνέχισε η Νατάσα και τώρα αστυνομικός και τεκνό την κοιτούσαν περίεργα.

«Πάνο, σε παίρνω σε λίγο! Κάτι έπαθε η τρελή εδώ!», είπε στην άλλη μεριά της γραμμής και έκλεισε το τηλέφωνο, ενώ πληκτρολόγησε σχεδόν αστραπιαία το 166 για να καλέσει ασθενοφόρο.

«Γιατί, Θεέ μου! ΓΙΑΤΊΙΙΙΙΙΙ;;;;», ξεφώνιζε η Νατάσα κάνοντας επίκληση σε ό,τι πίστευε ο καθένας.

«Κύριε αστυνόμε, χρειάζεται βοήθεια. Το βλέπετε! Έχει χτυπήσει στο κεφάλι!», είπε απελπισμένα ο κύριος Λάμπρου και ο αστυνομικός συμφώνησε.

«Δημήτρης Λάμπρου!», φώναξε η Νατάσα δείχνοντάς το τεκνό και εκείνος έμεινε να την κοιτάει στα χαμένα. «Σε λένε Δημήτρη Λάμπρου και είσαι ο αδερφός του Πάνου!», είπε και άρχισε να γελάει μόνη της.

«Και εσύ πού το ξέρεις;», τη ρώτησε, ενώ ο αστυνομικός τους κοιτούσε με αμείωτο ενδιαφέρον.
«Hello! It’s me, Νατάσα! ΝΑ-ΤΑ-ΣΑ!»
«ΌΧΙΙΙΙΙΙΙΙ! Είσαι Η Νατάσα! Και έλεγα τόση ώρα ότι κάτι μου θυμίζεις, αλλά πού να πάει το μυαλό μου. Έχουν περάσει και τόσα χρόνια!»

«Συγγνώμη; Θα μου εξηγήσει και εμένα κάποιος τι συμβαίνει;», επενέβη ο αστυνομικός.

«Αυτός είναι ο αδερφός της πρώτης μου μεγάλης σχέσης, ο οποίος τύχαινε τότε να ήταν ερωτευμένος μαζί μου!»
«Δεν θα με φιλούσες έτσι κάτω από τη μουριά στο χωριό αν δεν ήσουν και εσύ ερωτευμένη μαζί μου! Να τα λέμε κι αυτά!»
«Αν δεν με είχε απατήσει ο αδερφός σου με την τότε κολλητή μου, δεν υπήρχε περίπτωση να είχαμε βρεθεί κάτω από τη μουριά!».

Σοκαρισμένος ο αστυνομικός από τις εξελίξεις, τους χάζευε μα δεν έβγαλε λέξη…

«Νατάσα, έχεις δουλειά; Θες να πιούμε έναν καφέ εδώ δίπλα μέχρι να έρθουν οι ασφαλιστικές;»

Η Νατάσα χαμογέλασε και κούνησε καταφατικά το κεφάλι. Πήρε την τσάντα της, τον έπιασε από το μπράτσο και χασκογελώντας πήγαν στην καφετέρια να θυμηθούν τα παλιά, αφήνοντας πίσω τον αστυνομικό.

«Να φανταστώ εμένα δεν με χρειάζεστε κάτι άλλο, ε;;;», τους φώναξε, μα απάντηση δεν πήρε!

Κατερίνα Μοχράνη

One response to “Το ατύχημα”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading